Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013 21:49

Εργα και ημέραι

Γράφτηκε από την
Εργα και ημέραι

Του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου

Συγγραφέα – Δημοσιογράφου

 

 

Αναρωτιέμαι αν το ελληνικό κράτος -από συστάσεώς του- έτυχε άλλοτε τόσης ανυποληψίας εκ μέρους των πολιτών, αλλά και τόσου αυτοεξευτελισμού του, όσον αφορά στο έμψυχο διοικητικό του υλικό. Ανώτατα διευθυντικά στελέχη, διοικητές οργανισμών, νομάρχες, πρόεδροι επιτροπών, υπουργικοί σύμβουλοι και πάσης φύσεως κρατικοί λειτουργοί υψηλών αρμοδιοτήτων, αποδεικνύουν σε καθημερινή βάση την ικανότητά τους να υπερασπίζονται τη βουλγαράκεια συλλογιστική «το νόμιμο είναι και ηθικό». Θα αποτελούσε έκπληξη πρώτου μεγέθους για την Ελληνική Πολιτεία, αν ίσχυε ως κανόνας δικαίου το αντίθετο: Δηλαδή, ό,τι είναι ηθικό, ταυτόχρονα να είναι και νόμιμο. Αυτό όμως, ακόμα και ως προβληματισμός, εγείρει μια σειρά επιπλέον ερωτημάτων: Ποιος καθορίζει την ηθική, απ΄ την οποία απορρέουν τα «πρέπει» και τα «μη»; Η θρησκευτική διοικούσα επιτροπή, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η αρχαιοελληνική γραμματεία, η ευρωπαϊκή κουλτούρα ή τα διεθνή επιχειρηματικά ινστιτούτα; Κι αν συμπεριλάβουμε στην ημερήσια διάταξη μιας ανάλογης συζήτησης και την «πολυπολιτισμική καραμέλα» της παγκοσμιοποίησης, ο μίτος της Αριάδνης θα είναι αρκετός μέχρι να καταλήξουμε στον επιδιωκόμενο στόχο μας ή θα περιφερόμεθα ασκόπως στο λαβύρινθο ψευδοφιλοσοφικών αντεγκλήσεων άνευ αποτελέσματος; Υπάρχει μπούσουλας για μια τέτοια συζήτηση, με ανάλυση βάθους, ιστορικά επιχειρήματα και προσδιορισμό αφετηρίας, μέσης, τέλους;

 

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

Καθότι όλα τα «πρέπει» είναι χρονικά και τοπικά, εφόσον άλλα ίσχυαν στο παρελθόν και άλλα ισχύουν σήμερα, όπως επίσης, άλλα επικρατούν στην Υεμένη και άλλα στο Αμστερνταμ, η κάθε κοινότητα ανθρώπων ορίζει και διαμορφώνει τους νόμους της, ασχέτως αν στις πλείστες των περιπτώσεων η θρησκειολογική φιλοσοφία μιας ομάδας ή ενός λαού, τίθεται αντιμέτωπη με τις νομοθετικές διατάξεις και τους πολιτειακούς κανόνες. Ετσι λοιπόν παρατηρείται το εξής σχιζοφρενικό φαινόμενο: Ο δικαστής να στέλνει στην αγχόνη έναν πολίτη που παρενέβη το νόμο, ενώ πίσω από το δικαστικό έδρανο να επικρέμαται ο Ιησούς, ο οποίος δίδαξε το «Ου φονεύσεις». Η ηθική της πολιτείας του Τέξας κόντρα στη χριστιανική ηθική. Τι υπερτερεί; Ο Ιησούς ή ο δικαστής; Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος: Ο νόμος και μόνον αυτός.

Οι αστικές δημοκρατίες, επέβαλλαν ως υπέρτατη απρόσωπη αρχή, επιβολής της ηθικής τους, το Νόμο. Η δε εφαρμογή του επαφίεται στις ορέξεις του δικαστικού λειτουργού, για το αν θα επιβάλει το «πνεύμα» ή το «γράμμα». Στην πρώτη περίπτωση οδηγεί τον εξαρτημένο ηρωινομανή σε κέντρο αποτοξίνωσης, στη δεύτερη τον στέλνει στα κάτεργα. Πάντως κάτι από τα δύο, οφείλει να επικυρώσει με την απόφασή του. Στην Ισλαμική Τεχεράνη, που ο νόμος καθορίζεται και με βάση το Κοράνι, εφαρμόζεται αυστηρά το «γράμμα» του νόμου, οπότε ο ανήλικος ομοφυλόφιλος, ούτε καν της σωφρονιστικής τιμωρίας δεν τυγχάνει και με εντολή του ιμάμη κρεμιέται από τον γερανό δημοσίως επί τριήμερο. Εκεί, δραστηριοποιείται και η περιβόητη Αστυνομία Ηθικής, για την προάσπιση των ιερών παραδόσεων. Στην Ευρώπη όμως, αλλά και σε άλλα μέρη που η θανατική ποινή έχει καταργηθεί, η εναλλακτική λύση για τους δικαστές είναι η άθροιση ισοβίων: Δις ισόβια, τρις ισόβια και πάει λέγοντας. Βέβαια, σε όλες τις περιπτώσεις, είτε κυριαρχεί ως αντίληψη το «γράμμα» είτε το «πνεύμα» του νόμου, πραγματοποιείται πρώτα η σύλληψη του παραβάτη, ακολουθεί η δίκη του και αποφασίζεται η όποια ποινή του. Η Ελλάδα, ως χώρα που θέλει να αποκαλείται Δημοκρατία, δυστυχώς με επίφαση κράτους, που στηρίζεται όχι στην σταθερή θητεία των κρατικών και δημοσίων λειτουργών της στα υψηλά κλιμάκια, αλλά στην ανά τετραετία εκθρόνιση και ενθρόνιση κομματικών στελεχών, αδυνατεί να διατηρήσει μια συνεχή και προϊούσα εξέλιξη της κρατικής μηχανής. 

Ο υπεύθυνος τομεάρχης, δημιουργεί μια κατάσταση καλή ή κακή, την οποία μετά το πέρας της τετραετίας ή διετίας, ο αντικαταστάτης του ανατρέπει εκ βάθρων τα δεδομένα που έχει δημιουργήσει ο προκάτοχός του, στην παιδεία, την υγεία, τη δημόσια τάξη, την Πυροσβεστική ή τις Ενοπλες Δυνάμεις, κυρίως όμως στη δικαιοσύνη. Επόμενο είναι οι προσλήψεις του τέως αξιωματούχου στον οιοδήποτε τομέα, να μετεξελίσσονται σε απολύσεις, διαθεσιμότητες ή μετακινήσεις του νυν. Κατ΄ αυτό τον τρόπο, το κράτος καθίσταται κομπάρσος, η εποπτεία του είναι αδύνατη καθότι οι επόπτες είναι διορισμένοι από την εκλογική μαγειρική των ποσοστών, η δε τήρηση των νόμων επιλεκτική. Η έννοια του νόμου εξαϋλώνεται, οι ίδιοι εμπνευστές του είναι οι πρώτοι που την καταπατούν και οι υποτιθέμενοι φύλακες της νομοθεσίας, εγκαταλείπουν και το «γράμμα» και το «πνεύμα», όταν πρόκειται για κουμπάρους και ομογάλακτους αδελφούς, φροντίζοντας όμως να εφαρμόζουν αποκλειστικά και μόνο το «γράμμα» εις την νιοστή, για αδύναμους ή ανεπιθύμητους πολίτες, γεγονός που συνιστά παρανομία εξ αρχής και εξ ορισμού. Οπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της προφυλάκισης του αναρχικού Κώστα Σακκά, ο οποίος έτυχε της μεγάλης υποστήριξης των Ελλήνων πολιτών, όχι απαραίτητα για την ιδεολογία του ή την επαναστατική πρακτική του η οποία ενδεχομένως να επισύρει ποινικές ευθύνες σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την αστική δημοκρατία, αλλά για τον κυνισμό της Πολιτείας να μην τον δικάζει, εξοντώνοντάς τον ψυχικά και βιολογικά μέσα σ΄ ένα κελί. Αντιλαμβανόμαστε τι συνέβη; Ο κόσμος που συμπαραστάθηκε στον πολίτη αυτόν, δεν ήταν στο σύνολό του «συμβατός» με την αναρχική του θεώρηση. Ταυτίστηκε όμως μαζί του, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης, με την αξιοπρεπή συνταγματική του απαίτηση να δικαστεί. Και αν αποδειχθεί η ενοχή του, να τιμωρηθεί σύμφωνα με την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων, που οφείλει να διαθέτει η Πολιτεία όταν συλλαμβάνει έναν πολίτη.

Πόση τραγικότητα και αντιστροφή των πόλων της κοινωνίας μας, κρύβει το παραπάνω περιστατικό; Ο αναρχικός που εναντιώνεται στην εξουσία και στους νόμους της αστικής τάξης, τους επικαλείται για να δικαστεί όπως ορίζει το Ελληνικό Σύνταγμα, ενώ αντιθέτως οι νομοθέτες, οι εισαγγελείς και οι δικαστές τούς απαξιώνουν με την προφυλάκιση ενός ανθρώπου πέρα των συνταγματικών ορίων. Τι ειρωνεία!

Εν τέλει όλα αυτά τι δείχνουν; Μια κολομβιανή συμπεριφορά, όπου το δίκαιο δεν αποτελεί αυτονόητη απαίτηση και ικανοποίηση του πολίτη, αλλά μια τυχάρπαστη πολιτική των αξιωματούχων του κράτους, όπου τα πάντα κρίνονται στη ζαριά της τύχης. Σε στηρίζει κάποιο κόμμα, ένας φορέας, μια έστω ομάδα ακτιβιστών να αγωνιστεί για σένα; Εχεις ελπίδες να αντιμετωπιστείς βάσει του νόμου και αφού προηγουμένως η απεργία πείνας σε οδηγήσει στον προθάλαμο του νεκροταφείου και διασωθείς ελέω κοινής γνώμης. Είσαι μονάδα, ανένταχτη, ανεξάρτητη και ακηδεμόνευτη που αντιπαλεύει την αυθαιρεσία της εξουσίας, τις δυνάμεις της τροϊκανής κατοχής και την δουλικότητα των σύγχρονων γερμανοτσολιάδων με τα σιρίτια που συρράπτει στη στολή  τους, η Ενωση Βιομηχάνων, το εφοπλιστικό λόμπι και το διεθνές τραπεζικό σύστημα; Θα σβήσεις μόνος και αβοήθητος, γιατί στην περίπτωσή σου, οι νόμοι δεν θα έχουν καμία αξία! Η εξουσία διαγράφει τη λέξη «δημοκρατία» και η ράβδος του αυτοκράτορα πρωθυπουργού, υπουργού ή βουλευτή, μαστιγώνει την πλάτη σου με την απαραίτητη αρωγή των παρακρατικών, τους οποίους σιτίζει κάθε μη δημοκρατική κυβέρνηση που υποκρίνεται πως αντιπροσωπεύει το λαό που την εξέλεξε. Ποιος λαός όμως ψηφίζει μια κυβέρνηση για να τον διοικεί με συνεχείς πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και με την μη τήρηση των νόμων; Ουδείς, ασχέτως αν εξαπατάται. Γιατί οι κυβερνήσεις όταν δεν σέβονται τους νόμους που συμπεριλαμβάνονται στο Σύνταγμα μιας χώρας, στις αστικές δημοκρατίες, η ιστορία τις καταγράφει ως χούντες.

 

ΤΙ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΟΙ ΧΟΥΝΤΕΣ;

 

Να δημιουργήσουν σύγχυση στο λαό, έτσι ώστε να αποενοχοποιηθούν οι επίορκοι ψευδοσωτήρες! Ομιλούν λοιπόν περί δύο άκρων, υποδαυλίζουν εμφυλιακές έριδες και πάθη, στήνουν οδοφράγματα στη λογική και αποδυναμώνουν τη γνώση, γιατί αυτή αποτελεί τον μεγαλύτερο αντίπαλό τους. Η θέση που επιφέρει την αντίθεση και η δράση την αντίδραση, βολεύεται με ένα προθεματικό «αντί». Κι έτσι το «αντί» καθορίζει και χαρακτηρίζει ιδεολογίες. Δεν είναι πλέον ο δημοκράτης που υπερασπίζεται τη δημοκρατία, αλλά ο αντιφασίστας. Δεν είναι πλέον ο αριστερός που αντιμάχεται τον καπιταλισμό, αλλά ο αντικαπιταλιστής. Δεν είναι πλέον ο άνθρωπος που αγωνίζεται για το συνάνθρωπο, αλλά ο αντιρατσιστής. Αποκτούμε κύρος θέτοντας ένα «αντί» μπροστά από την ιδεολογία του άλλου. Συνεπώς δεν είμαστε «εμείς», αλλά οι αντίθετοι με τους «απέναντι». Αποτέλεσμα; Τα φεστιβάλ και τα αντι-φεστιβάλ να τραβούν το σκοινί της διελκυστίνδας για το ποιο θα επικρατήσει. Ποιο είναι πιο ισχυρό; Το «κομμούνια θα γίνεται σαπούνια» ή το «ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - Μελιγαλάς»; Υπάρχει περίπτωση ένα από τα δύο συνθήματα να αποτελέσει το θεμέλιο ανασυγκρότησης μιας χώρας με 5.000 αυτόχειρες; Και γιατί άραγε όλη αυτή η πολιτική να είναι συμφέρουσα για το λαό, που νιώθει το φασισμό να δυναμώνει επικίνδυνα, την ώρα που η ευρύτερη Αριστερά αναλώνεται σε τριήμερα συνέδρια για την διάλυση ή μη των συνιστωσών της, ενώ τα υπόλοιπα αριστερά κινήματα αλληλοσπαράζονται με δηλώσεις μαρξιστικής καθαρότητας; 

Γιατί αποτελεί νομοτέλεια μόνο η σύγκρουση και όχι η αποτελεσματικότητα έργων και λόγων; Θα μπορούσε η Χρυσή Αυγή να πείσει έστω και έναν πολίτη, αν η ελληνική κοινωνία έδινε μάχη να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι της οικονομικής κρίσης, και όχι μόνο οι αποδιοπομπαίοι τράγοι -συνυπεύθυνοι βεβαίως- Τσοχατζόπουλος και Παπακωνσταντίνου; Ποιο θα έπρεπε να είναι σήμερα το νούμερο ένα  ζητούμενο; Πού θα «φεστιβαλίσει» η κάθε νεολαία -που αναντίρρητα έχει τη σημασία της- ή αν θα τιμωρηθεί ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Σημίτης, ο Καραμανλής, ο Αλογοσκούφης, ο Βενιζέλος και όσοι άλλοι ευθύνονται για την κοινωνική, εθνική, λαϊκή και οικονομική δολοφονία των νεοελλήνων;

Μια χούφτα κάτοικοι στην Ιερισώ μάχονται εναντίον ολόκληρου του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού και οι υπόλοιποι απλώς τους παρακολουθούμε. Αν για κάποιους 60ρηδες, η αγωνιστική τους επάρκεια αρχίζει και τελειώνει στο Πολυτεχνείο, για τους κατοίκους της Κερατέας και της Ιερισσού, το Πολυτεχνείο είναι μια καθημερινή βιωματική στάση ζωής μέσα στον τόπο τους.

Ποιο είναι λοιπόν σήμερα το κυρίαρχο θέμα που οφείλουμε να προτάξουμε, όσοι μοιραζόμαστε αυτή τη χώρα; Η εφαρμογή των νόμων προς όλους του πολίτες, με το «πνεύμα» του νόμου να κυριαρχεί έναντι του «γράμματος». Αν συμβεί αυτό, ίσως να απολαύσουμε μια δημοκρατία ουσίας, δίχως επιφαινόμενα και τρικ πολιτικών φακίρηδων. Τότε θα έχουν λογοδοτήσει αυτοί που πλήρωσαν για τον εκσυγχρονισμό της σιδηροδρομικής γραμμής Αθήνας – Καλαμάτας, η οποία παραδόθηκε, το κονδύλι πληρώθηκε, αλλά τα τρένα χάθηκαν στις ράγες του παραμυθιού. Θα έχουν πληρώσει όσοι απέκρυβαν τον ορυκτό πλούτο της Ελλάδας, για να τον παραδώσουν βορά στις διαθέσεις των αφεντικών του υπηρέτη Σόιμπλε.

Αν οι νόμοι εφαρμοσθούν με απαίτηση των πολιτών αυτής της χώρας, δεν θα τολμούν οι υπουργοί που καθυστέρησαν την αποπληρωμή τιμολογίων για οικοσκευές στη Siemens, να βγάζουν γλώσσα για απολύσεις επίορκων του Δημοσίου, επειδή καθυστερούσαν κατά την πρωινή τους προσέλευση. Θα απολύονται πάραυτα και οι δύο. Ο εργαζόμενος ένεκα παραβίασης κανονισμού και ο πολιτικός για ανικανότητα και υποταγή στον κατακτητή!

 

«Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής» έλεγε ο φίλος μας Αριστοτέλης. Στα απλά ελληνικά: «Το κύριο γνώρισμα του πολίτη είναι η συμμετοχή στην απονομή δικαιοσύνης και στην άσκηση εξουσίας».

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


NEWSLETTER