Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020 17:19

Επί Τάπητος: Πλατείες, λειτουργίες και “ανέφικτα”...

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Επί Τάπητος: Πλατείες, λειτουργίες και “ανέφικτα”...

Η πλατεία ως στοιχείο του δημόσιου χώρου αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη λειτουργία μιας οικιστικής ενότητας και παίζει διαφορετικό ρόλο ανάλογα με τη θέση της, την εποχή και τις κοινωνικές αντιλήψεις.

Μπορεί χωρικά να μένει αμετακίνητη, οι λειτουργίες της όμως εξαρτώνται εν πολλοίς και από άλλους παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντική συνιστώσα του πολεοδομικού σχεδιασμού, σημείο συνάντησης για την κοινωνία και πόλος γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται ποικίλες δραστηριότητες.

Κλασικό παράδειγμα για την πόλη και την πλατεία είναι η “μετακίνηση” των πλατειών της Καλαμάτας. Πρώτη θέση η “Πάνω Πλατεία”, εκείνη που σήμερα ονομάζουμε “Παπλωματάδικα”, όταν η πόλη έφθανε μέχρι τους Αγίους Αποστόλους. Δεύτερη θέση η “Κάτω Πλατεία”, αυτή που ονομάζεται 23ης Μαρτίου σήμερα, την εποχή του αστικού μετασχηματισμού της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα. Τρίτη θέση η “Κεντρική Πλατεία” με τα πολλά ονόματα της εκάστοτε πολιτικής κατάστασης, από την εποχή του μεσοπολέμου ουσιαστικά όταν η πόλη και οι λειτουργίες της άρχισαν να “περπατάνε” προς το νότο, σε υλοποίηση και του σχεδίου πόλης 1905 όπως το χαρακτηρίζουμε. Κάθε μετακίνηση υπηρετούσε τις νέες ανάγκες ανάπτυξης της πόλης και συνοδευόταν από αντίστοιχες μεταβολές στον εμπορικό ιστό και την ψυχαγωγική δραστηριότητα. Με το σχέδιο που προαναφέρθηκε ενοποιήθηκαν οι “δύο πόλεις” σε μια. Υπενθυμίζω ότι ο οικισμός της Παραλίας δημιουργήθηκε με Βασιλικό Διάταγμα ως “πόλις Νέαι Καλάμαι” το 1860, όταν η Καλαμάτα περιοριζόταν στο χώρο γύρω από το Κάστρο. Τα πρώτα σχέδια που προσπαθούσαν να τακτοποιήσουν πολεοδομικά τους δύο οικισμούς υπερκεράστηκαν γρήγορα από μια αντίληψη που ήθελε μια “μεγάλη Καλαμάτα”, σημαντικό “ανταγωνιστή της Πάτρας”, η οποία θα εκτεινόταν από το Κάστρο μέχρι το λιμάνι. Ετσι μια τεράστια έκταση για τα δεδομένα της εποχής εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του 1905, το οποίο όπως ήταν λογικό προέβλεπε πλήθος πλατειών που θα εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των συνοικιών που προβλεπόταν ότι θα δημιουργηθούν. Στο πέρασμα του χρόνου οι πλατείες... εξαφανίστηκαν καθώς άλλες καταργήθηκαν με πολιτικές πιέσεις, άλλες καταπατήθηκαν και άλλες οικοδομήθηκαν καθώς δεν απαλλοτριώθηκαν οι αναγκαίες εκτάσεις.

Κάπως έτσι έμεινε και η Παραλία χωρίς... πλατεία. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι πλατείες που προβλέπονταν εξαφανίστηκαν, δεν αντικαταστάθηκαν και δεν προβλέφθηκαν καινούργιες ούτε με τα νεότερα σχέδια πόλης. Και εδώ που τα λέμε, πόλη και ζωή χωρίς πλατεία και δραστηριότητες γύρω από αυτή δεν μπορεί να υπάρχουν. Ως εκ τούτου η “εποχιακή” λειτουργία της παραλιακής ζώνης κινείται κάπου στο χώρο του αυτονόητου, και όσο το πολεοδομικό συγκρότημα μεγαλώνει, τόσο περισσότερο αυτό θα γίνεται εμφανές. Επίσης όλο και περισσότερο θα επιβαρύνεται κυκλοφοριακά το κέντρο της πόλης από τη μετακίνηση των αμέτρητων νέων “αποκεντρωμένων” κατοίκων που συγκεντρώνονται σε αυτό. Στον πολεοδομικό σχεδιασμό προβλέφθηκαν δύο κέντρα γειτονιάς ως πόλοι που θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν δραστηριότητες καθώς προσφέρονταν και για διάφορες λειτουργίες. Εκ των πραγμάτων η πολεοδομικά ορθολογική σκέψη δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος καθώς σκόνταψε στην ισχυρή έλξη που ασκεί το κέντρο. Και γιατί τα δύο κέντρα δεν “προικίστηκαν” με λειτουργίες που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την τάση συγκέντρωσης στο κέντρο. Θα ήταν ασφαλώς εντελώς διαφορετική η εξέλιξη αν για παράδειγμα είχε γίνει αποδεκτή η πρόταση για μεταφορά των δικαστικών λειτουργιών στο χώρο του παλαιού στρατοπέδου, πριν αυτά εγκατασταθούν στο σημείο της πόλης με τη μεγαλύτερη πίεση υπηρεσιών και ζήτησης. Και πολλά “αν” θα μπορούσε να προσθέσει ακομα κάποιος, όπως η λειτουργία σύγχρονων δομών δημόσιας υγείας και άλλες προτάσεις που κατά καιρούς είχαν διατυπωθεί. Από τη στιγμή όμως που δεν υπήρξε τέτοιος προσανατολισμός και αντίστοιχες πολιτικές δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, όλα αυτά έμειναν στα “αν”, και από το φιλόδοξο αποκεντρωτικό σχέδιο έμεινε μόνον η καλή πρόθεση μελετητών και τοπικών παραγόντων. Με την παρατήρηση φυσικά ότι ο κοινωνικός εξοπλισμός ενισχύθηκε σοβαρά και ασφαλώς άλλαξαν πολλά στις περιοχές γύρω από τα δύο “κέντρα γειτονιάς”.

Για να επιστρέψουμε στην αρχή, οι Παραλιώτες εγκαίρως είδαν το πρόβλημα και πέραν των άλλων είναι χαρακτηριστική η επιστολή που δημοσιεύτηκε το 1926 στη “Σημαία”: «Πόλις ως η προμηνυομένη μεγάλη πόλις της Παραλίας “Αι Νέαι Καλάμαι” δεν δύναται να χαρακτηρισθή τοιαύτη χωρίς πλατείαν. Και εις το τελευταίον χωρίον ο εισερχόμενος θα ζητήση την πιάτσα, όπως και εις τας μεγαλουπόλεις ή τα καρτιέ. Υπήρχεν μια τοιαύτη χρησιμοποιηθείσα διά την ανέγερσιν τελωνειακού καταστήματος. Οι άρχοντες ανεγνώρισαν την ανάγκην και εψήφισαν κατά το έτος 1917 τον σχηματισμόν τοιαύτης εις το τέρμα της οδού Φαρών με εκατέρωθεν των πλευρών αυτής δύο τετράγωνα τα οποία ενούμενα με την έμπροσθέν των προκυμαίαν συμποσούνται εις τετράγωνον εκ 11.140 τετραγωνικών μέτρων εντός του οποίου δύναται να σχηματισθεί εξαίρετον ωραίον πάρκον, το οποίον κείμενον εις το μέτωπον του λιμένος και της πόλεως Παραλίας θα γίνη στολισμός όχι μόνον της Παραλίας αλλά και της Καλαμάτας, αφ' ου δεχθώμεν ότι αι Καλάμαι άνευ της Παραλίας είναι απλούν χωρίον αντλούσα παρ' αυτής την μείζονα αξία της [...] Διά να μην πάσχωμεν δε πάντοτε τα του Επιμηθέως, όπερ συμβαίνει εις την επάνω πόλιν, μιμούμενοι τους προγόνους μας πρέπει να μη αφήσωμεν και νυν τον αποφασισθέντα και ψηφισθέντα μοναδικόν αυτόν χώρον της πλατείας κατειλημμένον από παράγκας πλαισιωμένας με ψαθωτά υπόστεγα κατά σύστημα χωρικόν προς γενικήν ασχήμιαν και οικοδομηθή, μεταμελούμενοι δε αργότερον σκεπτόμεθα περί ρυμοτομίαν”.    Ζητώντας να αναλάβει τα έξοδα το Λιμενικό Ταμείο όπως έγινε και σε άλλες πόλεις (Γύθειο, Βόλος κλπ.) ο επιστολογράφος σημειώνει ότι «αφού μάλιστα και ως παρόδιον το Λιμενικόν Ταμείον της σχηματισθησομένης πλατείας είναι υπόχρεον διά την δαπάνην της κατασκευής της. Αμα δε είδομεν εν τοις εφημερήσι περί καταστροφής και οικοδομήσεως των πλατειών προσήλθον εις τον κ. Δήμαρχον και ενεχείρησα τον φάκελλον με όλα τα αφορώντα την πραγματοποίησιν του σχηματισμού της πλατείας της πόλεως “Αι Νέαι Καλάμαι” και τον κάλεσα ν’ αναλάβη την προς τούτο πρωτοβουλίαν συντρέχοντες και ημείς ως παρόδιοι εκ του νόμου υπόχρεοι εις την περί τούτου δαπάνην. Αλλ' ατυχώς μετά πολλής απορίας και λύπης μας ηκούσαμεν ότι ο φάκελλος απωλέσθη».

Και ο επιστολογράφος κατέληγε: “Παρακολούθημα της πλατείας είναι και η ανάγκη αγοράς τροφοπωλείων και κρεοπωλείων όπως γένηται πρόβλεψις από τούδε αυτής. Οποίον θέαμα οικτρόν προσδίδει σήμερον να γίνωνται τα σφάγια εντός της άνω πλατείας εις διάφορα αυτής μέρη εμπρός της προκυμαίας κρεμάμενα εις δένδρα κατά τρόπον πρωτοπλαστικόν». Σοφές και αποκαλυπτικές σκέψεις σε μακρινές εποχές, αλλά θα μπορούσαμε να τις “επικαιροποιήσουμε” καθώς η πόλη συνεχίζει και θα συνεχίσει να αλλάζει οικιστικά με το παραλιακό μέτωπο σε διαρκή τσιμεντοποίηση στο όνομα της “ανάπτυξης”. Και τώρα θα αναρωτηθείτε δικαίως τι θα μπορούσε να γίνει σε αυτή την κατεύθυνση. Ειδικός δεν είμαι και δεν διεκδικώ ρόλο άλλων, τολμώ όμως να καταθέσω σκέψεις απλής λογικής ως της “σχολής αιθεροβαμόνων” που επιμένουν ότι πρέπει να διεκδικούμε το εκ πρώτης όψεως ανέφικτο. Σκέφτομαι λοιπόν ότι υπάρχει ένας πολύ μεγάλος χώρος στην Παραλία που θα μπορούσε κάτω από προϋποθέσεις να φιλοξενήσει υπόγειο πάρκινγκ που θα λύσει πολλά ζητήματα πρόσβασης και επιπλέον θα διασφαλίσει τον απαιτούμενο χώρο για πλατεία, αναδιατάσσοντας τάσεις και λειτουργίες. Πρόκειται για το χώρο του Εθνικού Σταδίου που θα μπορούσε να αντικατασταθεί από ένα “αθλητικό χωριό” στο χώρο του στρατοπέδου που θα εξυπηρετούσε και τις υπάρχουσες ανάγκες αλλά και τις δυνατότητες που θα μπορούσε να δημιουργήσει. Ναι, δεν είναι εύκολο πράγμα, αλλά πιστεύω ούτε και ανέφικτο. Ας πούμε, ως πολεοδομική ιδέα είναι κάτι σαν τη Λεωφόρο με το Βοτανικό, ίσως πολύ πιο χρήσιμη για την πόλη από όσο στην Αθήνα. Μια ιδέα είναι, που την καταθέτω προς εξέταση από τους ειδικούς και τους άρχοντες. Και την αφήνω να υπάρχει, δεν μπορείς να προβλέψεις τι γίνεται κάθε φορά.

Για την ιστορία του ανέφικτου θα θυμίσω ένα παράδειγμα: Το 1986 με τις μεγάλες κόντρες του σχεδίου πόλης, κάποια στιγμή μετά από συζητήσεις με τους φίλους μηχανικούς που στήριζαν την παράταξη ΔΑΕ (Δημοτική Αγωνιστική Ενότητα) πρότεινα να καταργηθεί η εισφορά σε χρήμα για να διευκολυνθεί η ένταξη περιοχών οι οποίες είχαν αγροτική χρήση και ήταν αδύνατον οι ιδιοκτήτες να πληρώσουν και μάλιστα προκαταβολικά. Η απάντηση ήταν πως η εισφορά προβλέπεται από το Σύνταγμα και τότε πρότεινα να έχει συμβολικό χαρακτήρα. Ηρθαν οι σεισμοί, στο νέο δημοτικό συμβούλιο που εκλέχτηκα επανέλαβα την πρόταση, για να πάρω την απάντηση ότι “αυτά δεν γίνονται”. Στην πρώτη επέτειο του σεισμού όμως... έγιναν, καθώς ο αείμνηστος Γιώργος Γεννηματάς εξήγγειλε ότι οι εντασσόμενοι θα πληρώνουν μόνον το 1/4 του ποσού που προβλέπεται από το νόμο 1337 και η εξαγγελία έγινε νόμος λίγο αργότερα. Αυτό για την ιστορία των “ανέφικτων”. Οι “ειδικές συνθήκες” το έκαναν εφικτό, αλλά και η πανδημία “ειδική συνθήκη” είναι. Η πολιτική στάση αλλάζει...

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020 11:23

NEWSLETTER