Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020 12:50

Επί Τάπητος: Και η ανάδειξη των αρχαιοτήτων “ανέφικτη”;

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Επί Τάπητος: Και η ανάδειξη των αρχαιοτήτων “ανέφικτη”;

Περί “ανεφίκτων” με τα οποία ασχολήθηκα την προηγούμενη εβδομάδα από αυτήν εδώ τη στήλη η συνέχεια. Με ένα προσφιλές θέμα που θεωρώ ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί κάτω από διαφορετικό πλέον πρίσμα στις νέες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί.

Ο λόγος για τις αρχαιότητες της Υπαπαντής και της γύρω περιοχής.

Επαναλαμβάνοντας σκέψεις που έχω διατυπώσει και στο παρελθόν, τονίζω ότι πρόκειται για μια παλιά ιστορία η οποία κατά καιρούς έχει προκαλέσει αντιδράσεις των ανθρώπων της πόλης από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν, κατά τη διάρκεια των εκσκαφών για τη διαμόρφωση της πλατείας Υπαπαντής, ήρθαν στο φως σημαντικά ευρήματα. Τα οποία θάφτηκαν χωρίς να δοθούν ποτέ εξηγήσεις, με την ελπίδα ότι θα... ξεχαστούν. Τα θυμούνται όλοι εκείνοι οι οποίοι τότε ήταν μαθητές στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων και το 1ο Δημοτικό Σχολείο, τα παιδιά της γειτονιάς που έπαιζαν στην πλατεία. Και οφείλουν να τα μάθουν εκείνοι που διαφεντεύουν τις τύχες της πόλης βλέποντας το μέλλον της στις πλακοστρώσεις. Το σχετικό ιστορικό (με τα απαραίτητα σχόλια) είχα καταθέσει πριν από 6 χρόνια (1/10/2014) στη στήλη “Καλημέρα κύριε δήμαρχε” που έγραφα αδιαλείπτως για 20 χρόνια στην “Ελευθερία”:

«Την περίοδο 1960-1961, ο έφορος Αρχαιοτήτων Νίκος Γιαλούρης κάνοντας δοκιμαστικές τομές έφερε στην επιφάνεια ένα μεγάλο κτήριο δημόσιου χαρακτήρα, ίσως ένα Γυμνάσιο. Η χρονολόγηση που έχει γίνει αποφαίνεται ότι πρόκειται για κτίσμα που πρέπει να έχει κατασκευαστεί ανάμεσα στους Ελληνιστικούς και Υστερους Ρωμαϊκούς χρόνους. Πολλοί τότε μίλησαν για την αρχαία πόλη των Φαρών και λογικό θα ήταν να ξεκινήσει εκτεταμένη ανασκαφική προσπάθεια, τουλάχιστον στο χώρο της πλατείας και των δρόμων που την περιβάλλουν, έτσι ώστε να έρθει στο φως ό,τι υπήρχε κάτω από αυτή. Ενα μεγάλο κτήριο δημόσιου χαρακτήρα δεν μπορεί να είναι μόνο του… στο πουθενά. Αλλωστε τη θέση μιας αρχαίας πόλης στην περιοχή την είχε ήδη εντοπίσει από το 1911 ο Καλαματιανός καθηγητής Πανεπιστημίου Ανδρέας Σκιάς που είχε εντοπίσει θεμέλια πύργου και τείχος της κλασικής οχύρωσης των Φαρών νοτίως του Κάστρου, κάπου στη σημερινή οδό Μητροπολίτου Μελετίου, από το νεκροταφείο προς την Υπαπαντής. Θεωρούσε μάλιστα ότι το τείχος συνεχιζόταν προς το βορρά περικλείοντας το Κάστρο και τους κοντινούς λόφους.

Ο ίδιος εντόπισε κοντά στο Νέδοντα, στο Λιθωμένο Φίδι, αρχαϊκές επιγραφές χαραγμένες στα βράχια. Ενώ στο διάστημα από το 1961 μέχρι το 1966 έρευνες Αμερικανών αρχαιολόγων στις Τούρλες (στο λόφο βορειοανατολικά του Κάστρου) έφεραν στο φως ευρήματα που ενισχύουν την άποψη ότι στην περιοχή του Κάστρου ήταν οι αρχαίες Φαρές. Εκτενή αναφορά στα θέματα αυτά έχει κάνει σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ειδική έκδοση της "Καθημερινής" για την Καλαμάτα ο καθηγητής Πέτρος Θέμελης. Μετά από παρεμβάσεις της Εκκλησίας οι ανασκαφές σταμάτησαν και τα αρχαία σκεπάστηκαν, ενώ δεν υπήρξε κανένας ουσιαστικός έλεγχος στις εκσκαφές που έγιναν τα επόμενα χρόνια για την κατασκευή ογκωδών κτηρίων στην περιοχή. Οι λόγοι είναι προφανείς, αλλά δυστυχώς οι ζημιές έχουν γίνει "νύχτα", ενώ έχουν καταστραφεί ακόμη και τα λείψανα που είχε ανακαλύψει ο Ανδρέας Σκιάς. Απομένει όμως ο χώρος της πλατείας και παραμένει το αίτημα της λογικής, για εκτεταμένη ανασκαφική έρευνα στο χώρο αυτό».

Είναι μια υπόθεση για την οποία (και) προσωπικά έχω δώσει μάχες εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Με αρθρογραφία στην “Ελευθερία” αλλά και μεγάλη έρευνα για το θέμα, στην οποία μίλησαν πολιτικοί και αρχαιολόγοι υποστηρίζοντας την ανάγκη ανασκαφικής έρευνας. Και αφού το θέμα είχε έρθει πάλι στην επιφάνεια, στις 9/5/2008, είχα γράψει μεταξύ άλλων το εξής σημείωμα στο “Καλημέρα κύριε δήμαρχε”, με τίτλο “Υπαπαντή, ανάπλαση και αρχαία”: «Το ζήτημα των αρχαιοτήτων της Υπαπαντής έρχεται πάλι στην επικαιρότητα με αφορμή την κίνηση της διαδικασίας για ανάπλαση της πλατείας. Και ενώ η πόλη έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη, πριν από οποιαδήποτε επέμβαση, να γίνει εκτεταμένη ανασκαφική έρευνα έτσι ώστε να αποκαλυφθεί η αρχαία της ταυτότητα, ο δήμαρχος Παν. Νίκας επιμένει να “νίπτει χείρας” για το θέμα αυτό. Με μια ορισμένη τροποποίηση σε σχέση με προηγούμενες τοποθετήσεις, πετάει το μπαλάκι στο υπουργείο Πολιτισμού και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Με τις δηλώσεις του αναγνωρίζει αυτό που... γνωρίζουν όλοι: Αρχαία είχαν αποκαλυφθεί κατά το παρελθόν στην πλατεία και είναι προσδιορισμένη η θέση τους. Μέχρι πρότινος προσπερνούσε το γεγονός αυτό, κάτι το οποίο ασφαλώς δεν μπορεί να κάνει στο διηνεκές, καθώς υπάρχουν και τεκμήρια που αποδεικνύουν την ύπαρξη κτισμάτων. Υπάρχει ένα ερώτημα το οποίο τελικά οφείλει να απαντήσει ο δήμαρχος: Τον ενδιαφέρει ή όχι η ανάδειξη της αρχαίας κληρονομιάς της πόλης;».

Βεβαίως η απάντηση προκύπτει εκ του αποτελέσματος. Γιατί μετά από τόσα χρόνια όχι μόνον δεν έχει επιδειχθεί ενδιαφέρον για ανασκαφική έρευνα και ανάδειξη των αρχαιοτήτων της Υπαπαντής, αλλά ουσιαστικά η προηγούμενη δημοτική αρχή είχε πάρει την απόφαση να κρατήσει θαμμένα τα αρχαία κάτω από την πλατεία. Με την ελπίδα ότι στις εργασίες ανάπλασης δεν θα... σκάσουν μύτη και πάλι τα αρχαία όταν θα ξεκινούσαν οι εκσκαφές για (μια ακόμη) ανάπλαση της πλατείας Υπαπαντής. Και την “υπόσχεση” ότι κάποτε στο μέλλον κάποιος θα βρεθεί να... ξεθάψει τα αρχαία. Μπορεί όμως να τα “ξεθάψει” τώρα το Δημοτικό Συμβούλιο που οφείλει με τη νέα του σύνθεση να επανέλθει στο θέμα και να απαιτήσει από τους αρμόδιους να κάνουν όλες τις ενέργειες που είναι απαραίτητες προκειμένου να έρθουν στο φως οι αρχαιότητες που κρύβονται κάτω από τις πλάκες της πλατείας και από τους γύρω ελεύθερους χώρους, έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα για το τμήμα της αρχαίας πόλης το οποίο δεν έχει καταπλακωθεί από όγκους τσιμέντου.

Οι αρχαιότητες τις οποίες προανέφερα δεν είναι οι μόνες εντοπισμένες στην περιοχή. Με αφορμή πρόσφατη ανάρτηση του καλού φίλου Χρήστου Ζερίτη, θυμήθηκα τον μπαρμπα-Γιάννη Ταβουλαρέα που έγραφε: «Από το 1952 άρχισα να κάνω αρχαιολογικές έρευνες γύρω στο Κάστρο της Καλαμάτας για την ανεύρεση καταλοίπων της αρχαίας πόλεως Φαρών. Πρώτη έρευνα έκανα στο μοναστήρι των καλογραιών και ευρήκα εκεί τρεις αρχαίους τάφους. Ο ένας ήταν της Ελληνιστικής περιόδου και οι δύο άλλοι της Ρωμαϊκής περιόδου, με τα ευρήματα των τάφων αυτών επλουτίσθη το Μουσείον της πόλεως και συνάμα άλλαξε και η ιστορία με την πόλη των Φαρών. Κατά τη θεμελίωση της ιερατικής σχολής, εκεί βρήκα τάφο της Ρωμαϊκής περιόδου έχων κτερίσματα, εννέα πήλινα αγγεία και λύχνους εντός στάμνας τοποθετημένα, και αυτά παραδόθηκαν στο Μουσείον. Κατά την κατεδάφισιν της οικίας Αλεξάκη διά την διαπλάτυνσιν της πλατείας Υπαπαντής εις το μέρος όπου έχει στηθεί ο ανδριάντας του Χρυσοστόμου Δασκαλάκη και η προτομή του Μελετίου Σακελλαρόπουλου ευρήκα εκεί μια συστάδα είδος σφηκοφωλιάς πιθοειδείς αποθήκας Ρωμαϊκής περιόδου λαξευμένας εντός του εδάφους».

Κάπως έτσι σχηματίζεται μια πληρέστερη σχετικά εικόνα για τις διάσπαρτες αρχαιότητες στην περιοχή, αγκωνάρια από τις οποίες διακρίνονται σε παλιές φωτογραφίες που απαθανατίζουν την μεγάλη πηγάδα της Υπαπαντής από την οποία υδρευόταν η πόλη. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε πολλές κατασκευαστικές εργασίες έχουν βρεθεί και άλλα πράγματα τα οποία εξαφανίστηκαν, ο νόμος της σιωπής πολύ ισχυρός ανάμεσα και σε εκείνους που υποκριτικά εμφανίζονται ως αρχαιολάτρες. Εχει “σωθεί” όμως μια σχετικά μεγάλη περιοχή η οποία σίγουρα κρύβει αρχαιότητες, μπορεί όμως να κρύβει και εκπλήξεις. Οι υποθέσεις των γραπτών κειμένων μπορούν να γίνουν ορατή πραγματικότητα και η πόλη να “προικιστεί” με τα λείψανα της προγόνου της. Αρκεί να το θέλει το Δημοτικό Συμβούλιο και να το διεκδικήσει - ελπίζω να το θέλει και η δημοτική αρχή αποστασιοποιούμενη από την πρακτική των προκατόχων της.

Ενα τέτοιο εγχείρημα κάποτε φαινόταν ανέφικτο γιατί σκόνταφτε στον πολιτισμό των πλακοστρώσεων. Σήμερα μπορεί να γίνει εφικτό αν η θεσμική ηγεσία της πόλης αποφασίσει να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Και σε συνεργασία με τους ειδικούς να απαιτήσει τα αναγκαία προκειμένου να “αναδυθεί” από τη γη η αρχαία ιστορία και μαζί της στοιχεία από τη ζωή στην πόλη-πρόγονο, όποια και αν ήταν αυτή που θάφτηκε τη δεκαετία 1960-1970. Και στο θέμα αυτό θα κριθούν ένας – ένας οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι παρατάξεις και η δημοτική αρχή. Είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία να ξεπλυθεί η ιστορική ντροπή της πόλης απέναντι στην ιστορία της...

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020 10:24

NEWSLETTER