Κι εξηγεί πως “αν η οικονομία δημιουργεί περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, τότε το ασφαλιστικό μπορεί να στηριχθεί σε πιο στέρεες βάσεις”.
Ο κ. Κουμαριανός θα είναι ομιλητής στην εκδήλωση - συζήτηση για “τους στρατηγικούς κινδύνους του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας, το παρόν και το μέλλον του”, που πραγματοποιείται αύριο Τρίτη 17 Μαρτίου στις 6.30 το απόγευμα, στην Καλαμάτα, στο ξενοδοχείο “Rex”.
Την εκδήλωση οργανώνουν το Νομαρχιακό Τμήμα Μεσσηνίας της ΑΔΕΔΥ, το παράρτημα Μεσσηνίας της Πανελλήνιας Ένωσης Συνταξιούχων Εκπαιδευτικών (ΠΕΣΕΚ) και συνταξιουχικά - εργατικά σωματεία του νομού.
Η συνέντευξη του καθηγητή Βαγγέλη Κουμαριανού:
1) Μπορεί να είναι αισιόδοξο το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος;
“Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα δεν βρίσκεται σήμερα σε άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, όπως συχνά υποστηρίζεται. Οι επίσημες αναλογιστικές μελέτες δείχνουν ότι, με βάση ορισμένες παραδοχές για την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση, το σύστημα παραμένει διαχειρίσιμο τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας δημιουργεί σημαντικές αβεβαιότητες. Ένα αναδιανεμητικό σύστημα, όπως το ελληνικό, εξαρτάται από τις εισφορές των εργαζομένων. Όταν οι μισθοί είναι χαμηλοί και η απασχόληση ασταθής, η χρηματοδοτική βάση του συστήματος αποδυναμώνεται.
Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι η βιωσιμότητα δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσο για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική κοινωνική προστασία. Όταν η βιωσιμότητα επιδιώκεται μονομερώς με συντάξεις κάτω 700 ευρώ για το 60% των συνταξιούχων γήρατος, τότε ο ίδιος ο θεσμός απαξιώνεται στα μάτια των εργαζομένων. Επομένως, το μέλλον του ασφαλιστικού δεν κρίνεται μόνο από τα δημοσιονομικά μεγέθη αλλά κυρίως από την ποιότητα της εργασίας, το επίπεδο των μισθών και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στον θεσμό. Αν η οικονομία δημιουργεί περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, τότε το ασφαλιστικό μπορεί να στηριχθεί σε πιο στέρεες βάσεις. Η αισιοδοξία θα πρέπει, επομένως, να βασίζεται στη συλλογική δράση των εργαζομένων για καλύτερες συνθήκες εργασίας, βελτιωμένη προστασία και αξιοπρεπείς μισθούς”.
2) Πόσο υπονομεύουν το ασφαλιστικό η δημογραφική κρίση, η μετανάστευση των νέων και οι ελαστικές μορφές εργασίας;
“Η δημογραφική γήρανση και η μείωση του εργατικού δυναμικού αποτελούν πράγματι σοβαρές προκλήσεις για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης σε όλη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πιο έντονο, καθώς συνδυάζεται με τη μαζική μετανάστευση νέων εργαζομένων τα τελευταία χρόνια. Όταν μειώνεται ο αριθμός των εργαζομένων που καταβάλλουν εισφορές, αυξάνεται η πίεση στο σύστημα. Παράλληλα, η διάδοση χαμηλά αμειβόμενων και επισφαλών μορφών εργασίας περιορίζει το ύψος των εισφορών. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσοι εργαζόμενοι υπάρχουν αλλά και υπό ποιες συνθήκες εργάζονται.
Σε αυτή την εικόνα προστίθεται και η μεταμνημονιακή πολιτική μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών με στόχο τη μείωση του λεγόμενου «κόστους εργασίας». Όταν όμως μειώνεται η εισφοροδοτική βάση, η χρηματοδότηση του συστήματος αποδυναμώνεται. Παράλληλα, η έντονη δημογραφική κινδυνολογία συχνά παραβλέπει τις πραγματικές συνθήκες ζωής των νέων. Σε μια οικονομία όπου η εργασία γίνεται πιο εντατική, τα ωράρια επεκτείνονται και μεγάλο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στο κόστος στέγασης, δεν είναι τυχαίο ότι οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν το πατρικό σπίτι κατά μέσο όρο μετά τα 30. Οι δημογραφικές εξελίξεις, επομένως, δεν είναι ανεξάρτητες από τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης”.
3) Υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης;
“Η συζήτηση για αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης επανέρχεται συχνά στο δημόσιο διάλογο, κυρίως λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της δημογραφικής γήρανσης. Ήδη από το 2010 έχει θεσπιστεί διάταξη σύμφωνα με την οποία τα όρια ηλικίας επανεξετάζονται ανά τριετία σε περίπτωση αύξησης του προσδόκιμου ζωής, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει θεσμικός μηχανισμός που μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αυξήσεις στο μέλλον.
Στο όνομα της δημογραφικής γήρανσης, το βάρος της προσαρμογής μεταφέρεται κυρίως στη συμπίεση του χρόνου συνταξιοδότησης και στην παράταση του εργασιακού βίου. Οι προβολές της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής δείχνουν ότι, σε βάθος δεκαετιών, διαμορφώνεται ένα μοντέλο αγοράς εργασίας, στο οποίο περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους ηλικίας 65-74 ετών θα συνεχίζει να εργάζεται. Ωστόσο, η συζήτηση αυτή συχνά αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η ελληνική αγορά εργασίας. Σε πολλούς κλάδους, ιδιαίτερα σε θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλών αποδοχών, οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να παραμείνουν στην εργασία μέχρι τα σημερινά όρια ηλικίας. Πολύ συχνά η ίδια η αγορά εργασίας τους απομακρύνει πριν τα φτάσουν, μέσω ανεργίας, επισφαλών μορφών απασχόλησης ή πρόωρης εξόδου από την εργασία. Επομένως, μια αύξηση των ορίων μπορεί να βελτιώνει λογιστικά τη βιωσιμότητα του συστήματος, αλλά κινδυνεύει να λειτουργήσει τιμωρητικά για εργαζόμενους που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες παραμονής στην εργασία”.
4) Μπορεί η ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης να αποτελέσει λύση;
“Η κοινωνική ασφάλιση ιστορικά συγκροτήθηκε ως θεσμός αλληλεγγύης. Βασίζεται στην αναδιανομή κινδύνων και εισοδημάτων μεταξύ γενεών και κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε η προστασία απέναντι σε κινδύνους όπως η γήρανση, η ασθένεια ή η αναπηρία να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τις ατομικές δυνατότητες του καθενός. Η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί με διαφορετική λογική. Στηρίζεται κυρίως στην ατομική αποταμίευση και στις αποδόσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτό σημαίνει ότι η προστασία που προσφέρει, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ύψος των εισφορών που μπορεί να καταβάλει το άτομο και από την πορεία των αγορών. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εγγυηθεί την ίδια καθολική και σχετικά ισότιμη προστασία, ιδιαίτερα για εργαζόμενους με χαμηλά εισοδήματα ή με διακεκομμένες εργασιακές διαδρομές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης αποτελεί ουσιαστικά μια παραδοχή ότι η πολιτεία αποσύρεται από την ευθύνη της κοινωνικής προστασίας, μεταφέροντας ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στα ίδια τα άτομα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ένα από τα βασικά αποτελέσματα τέτοιων μεταρρυθμίσεων είναι η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι χαμηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι κινδυνεύουν να μετατραπούν σε χαμηλοσυνταξιούχους, ενώ πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες, όπως η υγεία. Αντίθετα, τα υψηλότερα εισοδήματα μπορούν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προστασία, συχνά με έμμεση κρατική στήριξη, μέσω φοροαπαλλαγών για τις εισφορές που καταβάλλουν σε ιδιωτικά προγράμματα”.
5) Μπορεί ο δημόσιος διάλογος για την κοινωνική ασφάλιση να οδηγήσει σε λύσεις;
Η συζήτηση για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης είναι αναγκαία, αρκεί να γίνεται με νηφαλιότητα και με βάση πραγματικά δεδομένα. Ο δημόσιος διάλογος είναι απαραίτητος τόσο θεσμικά όσο και ουσιαστικά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η λεγόμενη «λύση του ασφαλιστικού» τα προηγούμενα χρόνια συνοδεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από την υποχώρηση ενός ήδη αποδυναμωμένου κοινωνικού διαλόγου.
Πρωτίστως χρειάζεται ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος με τη συμμετοχή των κοινωνικών φορέων, των εργαζομένων και της κοινωνίας συνολικά. Ένας τέτοιος διάλογος είναι απαραίτητος πρώτα για να κατανοήσουμε ποιο είναι πραγματικά το πρόβλημα και ποιες είναι οι αιτίες του και στη συνέχεια για να αντιπαρατεθούν με διαφάνεια οι διαφορετικές προτάσεις και λύσεις.
Το ασφαλιστικό δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με λογιστικούς όρους. Αφορά τον πυρήνα της κοινωνικής προστασίας, της εργασίας και της κοινωνικής ευημερίας. Για αυτόν τον λόγο, οποιαδήποτε μεταρρύθμιση δεν μπορεί να σχεδιάζεται με την κοινωνία απούσα”.
