Όπως ανέφεραν οι υγειονομικοί: «Τμήματα υπολειτουργούν και όσοι μένουμε πίσω, καλούμαστε να καλύψουμε πολλαπλούς ρόλους, πολλές φορές χωρίς τα απαραίτητα μέσα. Ο φόρτος εργασίας έχει ξεπεράσει κάθε όριο αντοχής. Βάρδιες που δεν τελειώνουν, εφημερίες εξαντλητικές, συνεχής πίεση. Δεν υπάρχει χρόνος ούτε για ξεκούραση ούτε για ουσιαστική ανθρώπινη επαφή με τον ασθενή -αυτό που είναι η καρδιά της φροντίδας. Και όμως, από εμάς απαιτείται το αδύνατο: Να είμαστε πάντα παρόντες, πάντα δυνατοί, πάντα αλάνθαστοι.
Και μέσα σε όλα αυτά, χιλιάδες υγειονομικοί συνεχίζουν να εργάζονται με επισφαλείς συμβάσεις. Άνθρωποι που στήριξαν το σύστημα σε δύσκολες περιόδους, που στάθηκαν στην πρώτη γραμμή, εξακολουθούν να ζουν με την αγωνία της επόμενης μέρας. Ζητάμε το αυτονόητο: Μονιμοποίηση των συμβάσεων, ώστε να σταματήσει αυτή η ομηρία και να υπάρξει σταθερότητα στο σύστημα. Διεκδικούμε επίσης την ένταξή μας στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
Παράλληλα, βλέπουμε μια συνεχή και ανησυχητική αποδυνάμωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Υποχρηματοδότηση, ελλείψεις σε εξοπλισμό, ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών. Το ΕΣΥ, που κάποτε αποτέλεσε ασπίδα για την κοινωνία, σήμερα πιέζεται και απαξιώνεται. Και όταν αποδυναμώνεται το δημόσιο σύστημα, ενισχύονται οι ανισότητες. Γιατί ας είμαστε ξεκάθαροι: Όταν το δημόσιο σύστημα υγείας δεν μπορεί να ανταποκριθεί, αυτός που πληρώνει το τίμημα είναι ο πολίτης. Και ιδιαίτερα ο πιο ευάλωτος.
Η δωρεάν παροχή υγείας δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα».
Κ.Μπ.
