Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2020 11:31

Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας

Γράφτηκε από την
Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας

Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας γίνεται στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας εδώ και καιρό, προσφέροντας τη δυνατότητα σε αρκετούς πολίτες της περιοχής να αντιμετωπίσουν την οστεοπόρωση.

Αυτό συνεχίζεται και σήμερα, και μάλιστα κυκλοφόρησε ένα εύχρηστο φυλλάδιο – οδηγός για τους πολίτες, όπου μπορούν να βρουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες και οδηγίες. Ο οδηγός ετοιμάστηκε από τον εργαστηριακό τομέα, το τμήμα ιατρικών διαγνωστικών απεικονίσεων και πιο συγκεκριμένα από τον επιστημονικό υπεύθυνο Αναστάσιο Δρόλαπα, απεικονιστή ιατρό – οικονομολόγο MD, MSc, και τον επιστημονικό συνεργάτη Σωτήριο Νταβέλη ορθοπεδικό MD, MSc.
Η κοινή τους προσπάθεια αποτελεί, θα λέγαμε, μια κοινωνική προσφορά για την περιοχή, η οποία και λόγω του αγροτικού της χαρακτήρα έχει αυξημένο αριθμό περιστατικών.
Στον οδηγό που συνέταξαν οι δύο γιατροί, μεταξύ άλλων τονίζεται:

«Οι κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της οστεοπόρωσης είναι τεράστιες. Με την πάροδο της ηλικίας το νόσημα δημιουργεί σοβαρά προβλήματα υγείας, με αποτέλεσμα την αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα κυρίως στην τρίτη ηλικία. Αφορά το σύνολο των ανεπτυγμένων χωρών, ανάμεσα στις οποίες και τη χώρα μας όπου έχει διαπιστωθεί ετήσια αύξηση των καταγμάτων του άνω πέρατος του μηριαίου οστού κατά 7,6%.
Ο αριθμός των υποψηφίων οστεοπορωτικών ασθενών είναι μεγάλος, αλλά και ο τελικός αριθμός των ανθρώπων που θα υποστούν τις συνέπειες του νοσήματος είναι πολύ αυξημένος.
Οστεοπόρωση είναι η ελάττωση της οστικής πυκνότητας σε τόσο σημαντικό βαθμό, ώστε λόγω της συνεπαγόμενης ελάττωσης της μηχανικής αντοχής του οστού να προκαλούνται αναίτια κατάγματα. Ωστόσο η νόσος δεν αποτελεί μόνο μια ποσοτική διαταραχή του οστού, αλλά και ποιοτική μεταβολή που εκτιμάται με μέτρηση των εμβιομηχανικών ιδιοτήτων των οστών, πράγμα που απαιτεί ειδικό αλγόριθμο στην πράξη.
Έτσι, η οστεοπόρωση αποτελεί μια συστηματική σκελετική νόσο, χαρακτηριζόμενη από ελαττωμένη οστική μάζα και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής των οστών, με συνέπεια την αυξημένη ευθραυστότητα των οστών και την πιθανότητα κατάγματος.
Κορυφαία οστική πυκνότητα είναι η μέγιστη κατά τη διάρκεια της ζωής επιτυγχανόμενη οστική πυκνότητα. Εξαρτάται αποκλειστικά από τον οστικό μεταβολισμό. Η χρονική περίοδος που επιτυγχάνεται αυτή εξαρτάται κυρίως από φυλετικούς και ορμονικούς παράγοντες. Στην Ελλάδα βρέθηκε ότι επιτυγχάνεται για τους άνδρες στο 30ό έτος ενώ στις γυναίκες στο 25ο.
Η επίτευξη πολύ υψηλής κορυφαίας οστικής πυκνότητας καθιστά ελάχιστη την πιθανότητα εμφάνισης οστεοπόρωσης στην μετέπειτα ζωή, ενώ αντίθετα η επίτευξη χαμηλής κορυφαίας οστικής πυκνότητας έχει σαν κατάληξη συνήθως μετά την 4η δεκαετία της ζωής την οστεοπόρωση. Οι παράγοντες που την επηρεάζουν είναι: 1) η κληρονομική προδιάθεση, 2) ορμονικοί παράγοντες - με σπουδαιότερους τις γεννητικές ορμόνες, 3) η ηλικία έναρξης κύησης και γαλουχίας, 4) η διατροφή σε ασβέστιο, 5) η άσκηση και 6) νοσήματα κατά την περίοδο της ανάπτυξης.
Οι σπουδαιότεροι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση οστεοπόρωσης είναι η πρόωρη εμμηνόπαυση, η πτωχή διατροφή σε ασβέστιο, η πλούσια διατροφή σε λευκώματα, η κατάχρηση καφέ, τσαγιού και οινοπνευματωδών ποτών, το κάπνισμα, η καθιστική ζωή και τέλος η λήψη διαφόρων φαρμάκων πχ. κορτιζόνης, θυροξίνης κά.
Οι τύποι οστεοπόρωσης είναι δύο: η μετεμμηνοπαυσιακή και η γεροντική.
Η μετεμμηνοπαυσιακή εμφανίζεται σε νέες γυναίκες τα πρώτα 15 χρόνια μετά την εμμηνόπαυση. Προσβάλλει κυρίως τη σπονδυλική στήλη και το περιφερικό άκρο της κερκίδας. Έντονη ραχιαλγία, κύφωση, κατάγματα σπονδύλων ή/και κάτω πέρατος της κερκίδας, απώλεια αναστήματος, προβολή και ανύψωση της κοιλιάς.
Η γεροντική παρουσιάζεται σε ηλικιωμένους άνω των 70 ετών και στα δυο φύλα, χαρακτηρίζεται δε από κατάγματα συχνότερα του άνω άκρου του μηριαίου οστού.

Τι είναι η οστική πυκνομετρία
Αποτελεί σύγχρονη μέθοδο που στα όρια του στατιστικού λάθους υπολογίζει την περιεκτικότητα του οστού σε μεταλλικά στοιχεία και επομένως έμμεσα την οστική πυκνότητα. Βασίζεται στην απορρόφηση ακτινοβολίας Χ από τα μεταλλικά μέρη του σκελετού. Μπορεί έμμεσα να προβλεφθεί ο κίνδυνος εμφάνισης ενός μελλοντικού οστεοπορωτικού κατάγματος.
Ποιοι έχουν ένδειξη για μέτρηση οστικής μάζας
1. Άτομα ηλικίας μικρότερης των 50 ετών με ιστορικό: κατάγματος χαμηλής βίας, υπογοναδισμού, πρώιμης εμμηνόπαυσης, συνδρόμου δυσαπορρόφησης, πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού, λήψης φαρμακευτικής αγωγής που σχετίζεται με απώλεια οστικής μάζας ή/και κίνδυνο κατάγματος, καθώς και ιστορικού παθολογικών νοσημάτων που σχετίζονται με απώλεια οστικής μάζας ή/και κίνδυνο κατάγματος
2. Άτομα ηλικίας 50-64 ετών με ιστορικό: κατάγματος χαμηλής βίας μετά την ηλικία των 40 ετών, κατάγματος ισχίου γονέα, σπονδυλικού κατάγματος ή/και οστεοπενικής απεικόνισης των οστών σε απλή ακτινογραφία, χαμηλού βάρους, κατανάλωσης αλκοόλ ή/και καπνίσματος
3. Άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών.
Η παρακολούθηση μιας θεραπευτικής αγωγής με οστική πυκνομετρία εκτιμά το βαθμό μείωσης κινδύνου εμφάνισης κατάγματος που απορρέει από τη θεραπεία αυτή.
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας γίνεται σε συγκεκριμένες τυπικές περιοχές του σκελετού –οσφυική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, αυχένας του μηριαίου οστού, περιφερικό άκρο των οστών του πήχεως, ολόκληρος ο σκελετός.

Τι είναι ο αλγόριθμος FRAX
Αποτελεί ένα στατιστικά ισχυρό εργαλείο, για την πρόβλεψη κατάγματος, που αναπτύχθηκε από τον WHO (World Health Organization-Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας) σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Sheffield το 2008, για παγκόσμια εφαρμογή.
Προβλέπει τη 10ετή πιθανότητα μείζονος οστεοπορωτικού κατάγματος -ισχίου, σπονδυλικής στήλης, καρπού και ώμου- και στα δυο φύλα σε ηλικίες από 40 ετών και άνω που δεν έχουν λάβει ποτέ αντιοστεοπορωτική αγωγή, με κριτήρια αφενός μεν την οστική τους πυκνότητα, αφετέρου δε τους συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Χρησιμοποιείται όταν η απόφαση για θεραπεία είναι αβέβαιη.
Δίνει μια ξεκάθαρη θεραπευτική προσέγγιση στον οστεοπενικό ασθενή. Η BMD περιορίζεται μόνο στο ισχίο. Η εφαρμογή του προσφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη για το σύστημα υγείας.

Ποιοι χρήζουν θεραπείας
Η ανάγκη θεραπείας πρόληψης καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και άνδρες άνω των 50 ετών, προκύπτει από συνδυασμό πληροφοριών:
Τα στοιχεία του ιστορικού. Τον 10ετή κίνδυνο κατάγματος όπως τον δίνει η εφαρμογή FRAX. Τη μέτρηση οστικής πυκνότητας με τη μέθοδο DXA».


NEWSLETTER