Ως γνωστό, με τις διατάξεις που ισχύουν από 1.10.2021, αυξήθηκε το αφορολόγητο ποσό δωρεών και γονικών παροχών περιουσιακών στοιχείων και μετρητών για τους δικαιούχους της Α’ κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001 σε οχτακόσιες χιλιάδες (800.000) ευρώ, από εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ για κάθε παιδί και από κάθε γονέα, που ίσχυε προηγουμένως. Όπως γίνεται αντιληπτό, η μείωση του φόρου από την αύξηση του αφορολογήτου ποσού είναι αδιάφορη για τους μικροϊδιοκτήτες, που και είναι η συντριπτική πλειοψηφία των ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας στη χώρα μας. Αυτοί, όχι μόνο δεν έχουν όφελος, αλλά σίγουρα θα ζημιωθούν!
Ο κ. Μητσοτάκης εξήγγειλε προ ημερών ότι θα μειωθεί ο ΕΝΦΙΑ κατά 13%. Δεν γνωρίζω αν τελικά το Υπουργείο των Οικονομικών διαμορφώσει και κλίμακα μείωσης μέχρι το 13%, ή αν ο συντελεστής μείωσης είναι ενιαίος, αλλά ούτως η άλλως αυτοί που θα ωφεληθούν θα είναι οι ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας, όπως είναι φυσικό, ενώ οι μικροϊδιοκτήτες δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό όφελος, και πάλι θα ζημιωθούν!
Και εξηγώ πώς θα ζημιωθούν: Ο προϋπολογισμός της χώρας προβλέπει έσοδα – έξοδα. Τα έξοδα που προϋπολογίζονται πληρώνονται με τα έσοδα της φορολογίας ή με δανεισμό, σε περίπτωση ελλείμματος. Αντί του δανεισμού μπορεί να επιλεγεί η μείωση των εξόδων. Και ακριβώς, η μείωση των εξόδων του προϋπολογισμού είναι εκείνη που ζημιώνει, ιδίως τα τελευταία χρόνια, τα φτωχά στρώματα της κοινωνίας. Και αυτό συμβαίνει διότι η μείωση έχει σχέση, πάντοτε σχεδόν, με τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους, δηλαδή με το δημόσιο σύστημα υγείας, το εθνικό σύστημα παιδείας, τα επιδόματα των αναξιοπαθούντων, τον πολιτισμό κ.λ.π., δηλαδή με όσα κοινωνικά αγαθά συμπληρώνουν το μικρό εισόδημα των φτωχών. Αφού λοιπόν απαλλάσσονται οι πλούσιοι από της φορολογικές υποχρεώσεις , που συμβάλλουν στη συντήρηση των κοινωνικών δαπανών, χάνουν εισοδήματα οι φτωχοί και υποχωρεί η ποιότητα ζωής τους!
Δεν είναι άσχετο και το γεγονός ότι η κυβέρνηση, στη σημερινή συγκυρία της ανεξέλεγκτης αύξησης των τιμών ειδών και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης, αρνείται να μειώσει τους έμμεσους φόρους. Οι «έμμεσοι φόροι», όπως ο Φ.Π.Α., επιβαρύνουν αδιακρίτως τους πολίτες όλων των τάξεων, αλλά κυρίως το βάρος πέφτει στους ώμους των φτωχών, αφού συνιστούν και τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, οι οποίοι και έχουν διαφορετική υποκειμενική εκτίμηση της αξίας του νομίσματος από αυτή των εύπορων. Η απαλλαγή όμως των λίγων, οικονομικά ισχυρών, από τους «φόρους κεφαλαίου», πλήττει με έμμεσους φόρους την πλειοψηφία, δηλαδή τους αδύναμους, πράγμα που ισοδυναμεί με αφαίμαξη και αναδιανομή πλούτου.
Βεβαίως, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το κενό της φορολογίας θα καλυφθεί από την προσδοκώμενη αύξηση του ΑΕΠ κι εντεύθεν από την αύξηση των εσόδων του κράτους. Κατ’ αρχάς, επισημαίνουμε ότι η μείωση των φόρου κεφαλαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι επί των ακινήτων, δεν συμβάλλει στην τόνωση της οικονομίας, όπως είναι γενικά γνωστό, εκτός αν μειώνονται των φτωχών, διότι αυξάνεται η αγοραστική τους δύναμη και δαπανούν αμέσως αυτά που εξοικονομούν. Εξάλλου, τα τελευταία δυο χρόνια της επιδημίας μειώθηκε σοβαρά το ΑΕΠ, η χώρα συνεχώς δανείζεται για τα ελλείμματα και η αύξηση που αναμένεται δεν θα είναι πραγματική, αλλά της αποσυσπείρωσης του «ελατηρίου», όπως λέγεται για την οικονομία που συρρικνώθηκε και υπό την προϋπόθεση να εξελιχθούν καλώς τα πράγματα στην πανδημία, καθώς και να αλλάξει η άσχημη διεθνής συγκυρία. Και τούτο πάλι δεν αρκεί για την ανακούφιση των πολλών αδύναμων, διότι προϋποθέτει αλλαγή της πολιτικής βούλησης, η οποία όμως σήμερα, τυχαίνει πάντοτε να ευνοεί σκανδαλωδώς τους λίγους ισχυρούς.
