Το σοβαρό αυτό ζήτημα αφορά τους νομούς Ηλείας, Αχαΐας, Μεσσηνίας, Λακωνίας, Αρκαδίας, Ευβοίας, γι’ αυτό και η επιστολή κοινοποιείται στα Επιμελητήρια και τις Ομοσπονδίες Επαγγελματιών Βιοτεχνών κι Εμπόρων πυρόπληκτων αυτών περιοχών.
Η Συνομοσπονδία επισημαίνει ότι “οι μικρές επιχειρήσεις, οι επαγγελματίες και οι βιοτέχνες των πυρόπληκτων περιοχών ζητούν να αρθεί ένας άδικος και παρατεταμένος οικονομικός εγκλωβισμός, ώστε να μπορέσουν να εργαστούν, να παράγουν, να επενδύσουν και να στηρίξουν ξανά τις τοπικές κοινωνίες”.
Αναλυτικά, στην επιστολή που υπογράφουν ο πρόεδρος Γιώργος Καββαθάς και ο γ.γ. Σωτήριος Κοτσαμπάς, η ΓΣΕΒΕΕ σημειώνει:
“Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,
Η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος παρεμβαίνει θεσμικά για ένα ζήτημα που εξακολουθεί να βαραίνει χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματίες, βιοτέχνες, εμπόρους, αυτοαπασχολούμενους και οικογενειακές επιχειρήσεις σε πυρόπληκτες περιοχές της χώρας: τα δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία χορηγήθηκαν στο πλαίσιο μέτρων αποκατάστασης μετά από μεγάλες φυσικές καταστροφές.
Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια συνηθισμένη εκκρεμότητα ιδιωτικού ή φορολογικού χρέους. Πρόκειται για υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν σε εξαιρετικές συνθήκες, όταν επιχειρήσεις και επαγγελματίες κλήθηκαν να ξαναστήσουν τη ζωή και τη δραστηριότητά τους μετά από καταστροφές για τις οποίες δεν είχαν καμία ευθύνη.
Στην περίπτωση της Ηλείας, αλλά και άλλων πυρόπληκτων περιοχών της χώρας, οι μικρές επιχειρήσεις δεν υπέστησαν μόνο υλικές ζημιές. Βρέθηκαν αντιμέτωπες με απώλεια τζίρου, καταστροφή υποδομών, διακοπή δραστηριότητας, μείωση τοπικής ζήτησης, απώλεια πελατών, επιβάρυνση οικογενειακών εισοδημάτων και αδυναμία επανόδου σε κανονική οικονομική λειτουργία.
Η κρατική εγγύηση στα δάνεια αυτά είχε σαφή κοινωνικό και αποκαταστατικό χαρακτήρα. Σκοπός της ήταν να στηριχθούν οι πληγέντες και να αποτραπεί η οικονομική κατάρρευση των τοπικών κοινωνιών. Δεν επρόκειτο για μια κλασική χρηματοδότηση επιχειρηματικής επέκτασης, ούτε για επιλογή δανεισμού υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Ήταν εργαλείο έκτακτης στήριξης μετά από φυσική καταστροφή.
Σήμερα, όμως, μετά την κατάπτωση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, οι σχετικές οφειλές έχουν μεταφερθεί στο Δημόσιο και έχουν επιβαρυνθεί με τόκους, πρόστιμα και προσαυξήσεις. Το αποτέλεσμα είναι πολλές μικρές επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα να παραμένουν εγκλωβισμένα σε υποχρεώσεις που δεν μπορούν ρεαλιστικά να εξυπηρετήσουν.
Για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, τους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, ο εγκλωβισμός αυτός έχει ακόμη πιο βαριές συνέπειες. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στην επιχειρηματική και την οικογενειακή οικονομία. Η οφειλή της επιχείρησης συμπαρασύρει το νοικοκυριό, την προσωπική περιουσία, την πιστοληπτική δυνατότητα και την προοπτική συνέχισης της δραστηριότητας.
Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις είναι βιώσιμες σε επίπεδο πραγματικής δραστηριότητας. Διατηρούν πελατεία, προσφέρουν υπηρεσίες, στηρίζουν την τοπική απασχόληση, συμμετέχουν στην καθημερινή οικονομική ζωή των περιοχών τους. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν αποκλεισμένες από χρηματοδότηση, προγράμματα ενίσχυσης, επενδυτικές δυνατότητες και πολλές φορές από την ίδια τη δυνατότητα ομαλής λειτουργίας. Η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι η συνέχιση αυτής της κατάστασης συνιστά διαρκή αναπτυξιακό φραγμό για τις πυρόπληκτες περιοχές και ταυτόχρονα κοινωνική αδικία για ανθρώπους που επλήγησαν από γεγονότα ανωτέρας βίας.
Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει τον ειδικό χαρακτήρα αυτών των οφειλών και να προχωρήσει άμεσα σε ειδική νομοθετική ρύθμιση. Η ρύθμιση αυτή δεν πρέπει να έχει τιμωρητικό ή τυπικά εισπρακτικό χαρακτήρα. Πρέπει να είναι ρεαλιστική, βιώσιμη, κοινωνικά δίκαιη και προσαρμοσμένη στις δυνατότητες των μικρών επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων που έχουν πληγεί”.
ΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ Η ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ
Ειδικότερα, όπως επισημαίνεται, “η ΓΣΕΒΕΕ προτείνει η ρύθμιση να περιλαμβάνει: 1. Ρητή αναγνώριση των οφειλών από πυρόπληκτα δάνεια ως ειδικής κατηγορίας οφειλών, λόγω της προέλευσής τους από κρατικά μέτρα αποκατάστασης μετά από φυσικές καταστροφές. 2. Δυνατότητα ρύθμισης έως 120 μηνιαίες δόσεις, με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες μικρών επιχειρήσεων, επαγγελματιών, βιοτεχνών, εμπόρων, αυτοαπασχολούμενων και νοικοκυριών. 3. Ουσιαστική μείωση ή διαγραφή τόκων, προστίμων και προσαυξήσεων, ιδίως όταν οι επιβαρύνσεις έχουν οδηγήσει την τελική οφειλή σε επίπεδα δυσανάλογα προς την αρχική υποχρέωση. 4. Μειωμένο ή μηδενικό επιτόκιο ρύθμισης, ώστε η αποπληρωμή να μην καθίσταται εκ νέου ανέφικτη. 5. Συμπερίληψη πρωτοφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών, καθώς στις μικρές επιχειρήσεις οι εγγυήσεις συνδέονται συχνά με συγγενικά πρόσωπα, οικογενειακά περιουσιακά στοιχεία και προσωπικές υποχρεώσεις. 6. Αναστολή αναγκαστικών μέτρων είσπραξης για όσους ενταχθούν στη ρύθμιση και παραμένουν συνεπείς. 7. Δυνατότητα μερικής διαγραφής βασικής οφειλής, με αντικειμενικά κοινωνικά, εισοδηματικά, περιουσιακά και επαγγελματικά κριτήρια, όπου αποδεδειγμένα δεν υπάρχει δυνατότητα πλήρους αποπληρωμής. 8. Δυνατότητα επιμερισμού της οφειλής μεταξύ συνυπόχρεων προσώπων, ώστε να αποφεύγονται δυσανάλογες επιβαρύνσεις και να διευκολύνεται η πραγματική συμμόρφωση. 9. Ειδική μέριμνα για τους αυτοαπασχολούμενους, τις ατομικές επιχειρήσεις και τις οικογενειακές επιχειρήσεις, στις οποίες η επαγγελματική οφειλή συνδέεται άμεσα με την προσωπική και οικογενειακή επιβίωση. 10. Πρόβλεψη αποκατάστασης της δυνατότητας πρόσβασης σε χρηματοδοτικά και αναπτυξιακά εργαλεία για όσους εντάσσονται και τηρούν τη ρύθμιση, ώστε να μη μένουν αποκλεισμένοι από κάθε προοπτική επανεκκίνησης.
Η προτεινόμενη λύση δεν έχει χαριστικό χαρακτήρα. Αντίθετα, αποτελεί πράξη δικαιοσύνης, κοινωνικής υπευθυνότητας και οικονομικού ρεαλισμού. Η σημερινή κατάσταση δεν εξυπηρετεί ούτε τους οφειλέτες ούτε το Δημόσιο. Οδηγεί σε συσσώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, αδυναμία είσπραξης, οικονομική ασφυξία και σταδιακή αποδυνάμωση της τοπικής παραγωγικής βάσης.
Μια βιώσιμη ρύθμιση θα επιτρέψει στο Δημόσιο να εισπράξει ποσά που σήμερα είναι πρακτικά ανείσπρακτα. Θα δώσει τη δυνατότητα σε μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες να αποκαταστήσουν τη φορολογική και τραπεζική τους εικόνα. Θα απελευθερώσει παραγωγικές δυνάμεις, θα στηρίξει την απασχόληση και θα συμβάλει στην ανασυγκρότηση περιοχών που εξακολουθούν να φέρουν τις συνέπειες φυσικών καταστροφών.
Για τη ΓΣΕΒΕΕ, η επίλυση του ζητήματος των πυρόπληκτων δανείων είναι ζήτημα επιβίωσης για πολλές μικρές επιχειρήσεις. Είναι, επίσης, ζήτημα κοινωνικής συνοχής. Δεν μπορεί ένα μέτρο που θεσπίστηκε για να στηρίξει τους πληγέντες να εξελίσσεται, χρόνια μετά, σε μηχανισμό μόνιμου οικονομικού αποκλεισμού.
Για τον λόγο αυτό ζητούμε τη συγκρότηση τεχνικής ομάδας εργασίας με τη συμμετοχή των συναρμόδιων Υπουργείων, της ΑΑΔΕ, της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, των Επιμελητηρίων των πυρόπληκτων περιοχών και των
εκπροσώπων των επαγγελματιών, βιοτεχνών και εμπόρων, ώστε να διαμορφωθεί άμεσα εφαρμόσιμη νομοθετική πρόταση”.
Καταλήγοντας, η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος δηλώνει πως “είναι στη διάθεση της Κυβέρνησης για κάθε συνεργασία, τεκμηρίωση και εξειδίκευση της πρότασης. Οι μικρές επιχειρήσεις, οι επαγγελματίες και οι βιοτέχνες των πυρόπληκτων περιοχών δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν να αρθεί ένας άδικος και παρατεταμένος οικονομικός εγκλωβισμός, ώστε να μπορέσουν να εργαστούν, να παράγουν, να επενδύσουν και να στηρίξουν ξανά τις τοπικές κοινωνίες”.
