Αυτή τη φορά, ένα εκτενές αφιέρωμα προέρχεται από τη διεθνή ειδησεογραφική ιστοσελίδα “The National” και φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Στην άκρη η Μύκονος: Η Μεσσηνία κλείνει μέσα της τον μύθο και τη μαγεία της Ελλάδας, χωρίς το τουριστικό χάος».
Η συντάκτρια Gemma White περιηγήθηκε στην περιοχή και μετέφερε στους αναγνώστες της εικόνες από ελαιώνες, παραλίες, αρχαιολογικούς χώρους, και ξεχωριστές περιοχές της Μεσσηνίας ευρύτερα. Περιγράφει έναν τόπο στον οποίο η καθημερινότητα εξακολουθεί να κινείται με πιο αργούς ρυθμούς και η παράδοση παραμένει ορατή. Το αφιέρωμα ξεκινά με μια σχεδόν ποιητική εικόνα της μεσσηνιακής υπαίθρου. Ο πρωινός ήλιος εμφανίζεται σταδιακά πίσω από τα βουνά, ενώ η χαμηλή ομίχλη καλύπτει τους ελαιώνες, δημιουργώντας ένα τοπίο που, όπως σημειώνει η συντάκτρια, μοιάζει να ανήκει στους μύθους και στους θρύλους που συνοδεύουν την περιοχή εδώ και αιώνες.
Οπως τονίζεται, μπορεί να μη διαθέτει τη διεθνή αναγνωρισιμότητα της Μυκόνου, της Σαντορίνης ή της Κρήτης, ωστόσο αυτό φαίνεται να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της.
Σύμφωνα με το The National, οι παραλίες είναι λιγότερο συνωστισμένες, ο παραδοσιακός τρόπος ζωής “φωνάζει” παρών, ενώ αν κάποιος δεν έχει επισκεφθεί ποτέ την περιοχή, είναι σχεδόν βέβαιο ότι γνωρίζει την Καλαμάτα μέσα από τις διάσημες ελιές της.
ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΕΛΑΙΩΝΕΣ
Η πρώτη επαφή της δημοσιογράφου με τη Μεσσηνία γίνεται πάνω σε ένα ποδήλατο. Ξεκινώντας από την Costa Navarino, ακολουθεί τους στενούς δρόμους της υπαίθρου, οι οποίοι, όπως παρατηρεί, μοιάζουν περισσότερο σχεδιασμένοι για άμαξες και άλογα παρά για σύγχρονα αυτοκίνητα.
Η διαδρομή περνά μέσα από μεγάλες εκτάσεις με ελαιώνες. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ένα ελαιόδεντρο ηλικίας περίπου 1.500 ετών, μπροστά στο οποίο η ομάδα σταματά, πριν δοκιμάσει φρέσκα σύκα κατευθείαν από τα γύρω δέντρα. Η συντάκτρια τα χαρακτηρίζει ως τα πιο γλυκά σύκα που έχει δοκιμάσει ποτέ.
Επόμενος σταθμός είναι η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, ένας σημαντικός υγρότοπος που φιλοξενεί φλαμίνγκο, αλλά και τον αφρικανικό χαμαιλέοντα, ένα εξαιρετικά σπάνιο είδος για την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η δημοσιογράφος αναφέρεται, επίσης, στην ιστορία της περιοχής και στις επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950 για την αποξήρανση της λιμνοθάλασσας. Οι εργασίες προκάλεσαν σοβαρές επιπτώσεις στο οικοσύστημα, έφεραν όμως παράλληλα στο φως μια ελληνιστική νεκρόπολη του 4ου αιώνα π.Χ. Ευρήματα από την περιοχή εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου, στο Νιόκαστρο.
Η ΒΟΪΔΟΚΟΙΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΑ
Από τη λιμνοθάλασσα, η διαδρομή συνεχίζεται προς τη Βοϊδοκοιλιά, τη διάσημη παραλία που έχει γίνει γνωστή και ως «παραλία Ωμέγα», εξαιτίας του χαρακτηριστικού ημικυκλικού σχήματός της.
Η παραλία, όπως διαπιστώνει η συντάκτρια, διαθέτει κόσμο, χωρίς όμως να έχει κατακλυστεί από τον θόρυβο και την υπερβολή που συναντά κανείς σε άλλους δημοφιλείς καλοκαιρινούς προορισμούς. Δεν χρειάζεται κανείς να διεκδικήσει μια μικρή θέση στην άμμο, ενώ τα καθαρά νερά του Ιονίου λάμπουν κάτω από τον ήλιο και μικρά ψάρια κινούνται κοντά στους λουόμενους.
Λίγα λεπτά περπατήματος προς το ύψωμα αρκούν για να αποκαλυφθεί η πανοραμική εικόνα της παραλίας. Εκεί βρίσκονται και τα ερείπια του μυκηναϊκού τάφου του Θρασυμήδη, του μυθικού γιου του βασιλιά Νέστορα.
Στον απέναντι λόφο διακρίνεται η σπηλιά του Νέστορα, ένας ακόμη τόπος συνδεδεμένος με την ελληνική μυθολογία. Σύμφωνα με την παράδοση, εκεί έκρυψε ο νεογέννητος θεός Ερμής τα 50 βόδια που είχε κλέψει από τον Απόλλωνα, ενώ ο βασιλιάς Νέστορας χρησιμοποιούσε τη σπηλιά για τα κοπάδια του.
ΟΙ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΛΙΜΝΙΟΥ
Ξεχωριστή θέση στο αφιέρωμα καταλαμβάνουν οι καταρράκτες του Πολυλιμνίου, περίπου 45 λεπτά από την Καλαμάτα.
Η πρόσβαση στο σημείο απαιτεί προσοχή, καθώς η διαδρομή περιλαμβάνει απότομες πλαγιές και βραχώδη περάσματα και δεν θεωρείται κατάλληλη για άτομα με κινητικές δυσκολίες. Όσοι όμως φτάσουν μέχρι εκεί μπορούν να κολυμπήσουν στα γλυκά νερά και να ανακαλύψουν τις διαδοχικές λίμνες και τους μικρούς καταρράκτες που έχουν δώσει στην περιοχή το όνομά της.
Η περιήγηση συνεχίζεται στην Πύλο, την οποία η συντάκτρια παρουσιάζει ως μια γοητευτική παραθαλάσσια πόλη, ιδανική για έναν απογευματινό καφέ.
Η κεντρική πλατεία ανοίγεται προς τη μικρή μαρίνα, προσφέροντας ένα σκηνικό για ήρεμες βόλτες, παρατήρηση των σκαφών και στάσεις στα καταστήματα με κεραμικά, δερμάτινα είδη και αναμνηστικά.
Πάνω από την πόλη δεσπόζει το Νιόκαστρο, το φρούριο της περιοχής. Οι επισκέπτες μπορούν να κινηθούν πάνω στις οχυρώσεις, να δουν τις μεγάλες εισόδους και τις αποθήκες, καθώς και παλιά κανόνια και άγκυρες.
Το φρούριο χτίστηκε από τους Οθωμανούς το 1573 και στο πέρασμα των αιώνων πέρασε στα χέρια Βενετών, Οθωμανών και, για ένα σύντομο διάστημα, Ρώσων. Στο εσωτερικό του βρίσκεται ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ο οποίος κατά τη μακρά ιστορία του λειτούργησε διαδοχικά ως μουσουλμανικό τέμενος και ως χριστιανική εκκλησία. Στον χώρο λειτουργεί και το Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου, με ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή, από αιχμές βελών, λύχνους και αγγεία μέχρι μεγάλες ταφικές τεφροδόχους.
Η ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ «ΑΝΤΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ» ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ
Για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία, η δημοσιογράφος συστήνει ανεπιφύλακτα μια επίσκεψη στην Αρχαία Μεσσήνη.
Η πόλη ιδρύθηκε το 369 π.Χ. και διατηρεί σε εντυπωσιακό βαθμό τα ίχνη της αρχαίας ζωής. Σύμφωνα με το αφιέρωμα, τα μνημεία της μπορούν να συγκριθούν ακόμη και με εκείνα της Αρχαίας Ολυμπίας, με μία σημαντική διαφορά: εδώ οι επισκέπτες μπορούν να περιηγηθούν χωρίς τα μεγάλα πλήθη που συγκεντρώνει ο παγκοσμίως γνωστός αρχαιολογικός χώρος.
Η Κρήνη της Αρσινόης, το Ασκληπιείο, το θέατρο, η αγορά, το εντυπωσιακά διατηρημένο στάδιο και η Αρκαδική Πύλη συνθέτουν την εικόνα μιας ολόκληρης αρχαίας πόλης.
Η συντάκτρια μεταφέρει και έναν τοπικό μύθο, σύμφωνα με τον οποίο η πραγματική γενέτειρα του Δία δεν ήταν η Κρήτη, αλλά η αρχαία Μεσσηνία.
Ολοκληρώνοντας το αφιέρωμά της, η Gemma White απαντά με χιούμορ στο ερώτημα αν θα πρότεινε τη Μεσσηνία ως τον επόμενο προορισμό διακοπών.
Δηλώνει πως δεν θα την πρότεινε, καλώντας τους αναγνώστες να κοιτάξουν αλλού, επειδή επιθυμεί να κρατήσει την περιοχή μυστική. Αμέσως μετά, βέβαια, παραδέχεται πως η επίσκεψη στη Μεσσηνία είναι κάτι που πραγματικά αξίζει.
Η τελευταία της συμβουλή προς τους ταξιδιώτες είναι να αφήσουν στην άκρη τα αυστηρά προγράμματα και να ακολουθήσουν τον αργό, ανεπιτήδευτο ρυθμό της ελληνικής ζωής, όπως αυτός επιβιώνει στην περιοχή εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Το διεθνές δημοσίευμα έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η Μεσσηνία δεν χρειάζεται να αντιγράψει τους πολυσύχναστους ελληνικούς προορισμούς για να κερδίσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών. Η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς σε όσα εξακολουθεί να διατηρεί: στο φυσικό τοπίο, στην ιστορία, στη μυθολογία, στις γεύσεις και σε έναν τρόπο ζωής που δεν έχει ακόμη υποχωρήσει μπροστά στην τουριστική υπερβολή.
Τ.Αν.
