Σύμφωνα με την εισήγηση, η οποία τέθηκε προς ψήφιση, η αποζημίωση καθορίζεται στα 40 ευρώ ανά συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου για όσους δικαιούχους κατοικούν σε απόσταση μικρότερη των 10 χιλιομέτρων από τον χώρο διεξαγωγής και στα 50 ευρώ για όσους κατοικούν σε μεγαλύτερη απόσταση. Για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις της Δημοτικής Επιτροπής προβλέπεται αποζημίωση 30 ευρώ ανά συνεδρίαση.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ότι οι δημοτικοί σύμβουλοι που δεν λαμβάνουν αντιμισθία ή έξοδα παράστασης μπορούν να αποζημιώνονται για μέχρι δύο συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου τον μήνα, πέραν της ειδικής συνεδρίασης λογοδοσίας. Για τα μέλη της Δημοτικής Επιτροπής προβλέπεται επιπλέον αποζημίωση για μέχρι τέσσερις συνεδριάσεις τον μήνα.
Κατά τη συζήτηση, ο επικεφαλής της μείζονος μειοψηφίας Βασίλης Τζαμουράνης εξέφρασε την άποψη ότι η παρουσία των δημοτικών συμβούλων στις συνεδριάσεις δεν θα πρέπει να συνδέεται με το οικονομικό σκέλος.
Σε κάθε περίπτωση πρότεινε να υπάρξει μία ενιαία αποζημίωση, ύψους 30 ευρώ για όλες τις συνεδριάσεις, ανεξαρτήτως της κατηγορίας στην οποία αυτές εντάσσονται.
Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Καλαμάτας Θανάσης Βασιλόπουλος υπογράμμισε ότι οι συγκεκριμένες αποζημιώσεις δεν αποτελούν «δώρο» της δημοτικής αρχής ούτε προϊόν μιας αυθαίρετης απόφασης του Δήμου, αλλά δυνατότητα που προβλέπεται πλέον από τον Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ο ίδιος εκτίμησε, παράλληλα, ότι το ποσό των 40 ευρώ είναι ασήμαντο σε σχέση με τον χρόνο που απαιτείται από έναν δημοτικό σύμβουλο τόσο για τη συμμετοχή του σε μία συνεδρίαση όσο και για την προετοιμασία που προηγείται.
Οι παρατάξεις «Καλαμάτα Μετά» και «Λαϊκή Συσπείρωση» επέλεξαν να ψηφίσουν λευκό.
ΠΟΙΟΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ;
Το γεγονός ότι μία αποζημίωση προβλέπεται από τον νόμο ασφαλώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Άλλο, όμως, η θεσμική δυνατότητα και άλλο η πολιτική επιλογή ως προς το ύψος της και, κυρίως, ως προς τη στάση που επιλέγει να κρατήσει κάθε αιρετός απέναντί της.
Σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά νοικοκυριά δοκιμάζονται από το αυξημένο κόστος ζωής και οι δήμοι καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν περιορισμένους πόρους απέναντι σε πολλαπλές ανάγκες, η θέσπιση αποζημιώσεων για τη συμμετοχή σε συνεδριάσεις αναπόφευκτα δημιουργεί συζήτηση.
Πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν περιπτώσεις συμβούλων των οποίων η παρουσία στις συνεδριάσεις δεν συνοδεύεται από ουσιαστική παρέμβαση, πρόταση ή ενεργό συμμετοχή στη συζήτηση. Για έναν αιρετό που μελετά φακέλους, προετοιμάζεται, καταθέτει προτάσεις και αφιερώνει σημαντικό χρόνο στα θέματα του Δήμου, το επιχείρημα της αποζημίωσης μπορεί να έχει μία βάση. Όταν όμως η συμμετοχή εξαντλείται στην απλή φυσική παρουσία ή σε έναν ρόλο παρατηρητή, το ίδιο επιχείρημα γίνεται σαφώς δυσκολότερο να υποστηριχθεί απέναντι στην κοινωνία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο ζήτημα. Η ίδια η νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα στους δικαιούχους να αρνηθούν την αποζημίωση ή να την παραχωρήσουν για κοινωνικό σκοπό. Επομένως, πέρα από το τι επιτρέπει ο νόμος, υπάρχει πλέον και ένα προσωπικό πολιτικό μέτρο για κάθε αιρετό.
Θα είχε, για παράδειγμα, ιδιαίτερο συμβολισμό εάν στη συζήτηση είχε κατατεθεί μία οργανωμένη πρόταση ώστε όσοι δημοτικοί σύμβουλοι το επιθυμούν να διαθέτουν τις συγκεκριμένες αποζημιώσεις για κοινωνικές δράσεις, για τη στήριξη ευάλωτων δημοτών ή για συγκεκριμένες ανάγκες της πόλης.
Μια τέτοια πρόταση, όμως, δεν ακούστηκε. Και αυτό έχει τη σημασία του. Διότι το ερώτημα δεν είναι αν τα 40 ευρώ αποτελούν μεγάλο ή μικρό ποσό για έναν δημοτικό σύμβουλο. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο μικρό ή μεγάλο είναι το ίδιο ποσό όταν πολλαπλασιάζεται σε βάθος χρόνου και επιβαρύνει έναν δημοτικό προϋπολογισμό από τον οποίο διεκδικούν χρηματοδότηση δεκάδες άλλες ανάγκες.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν λειτουργεί μόνο με βάση όσα επιτρέπει ο νόμος. Λειτουργεί –ή τουλάχιστον θα έπρεπε να λειτουργεί– και με βάση τα μηνύματα που εκπέμπει προς τους πολίτες.
Και σε δύσκολους οικονομικά καιρούς για την κοινωνία, ακόμη και μία απολύτως νόμιμη οικονομική παροχή προς τους αιρετούς μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτική πρόκληση, εάν δεν συνοδεύεται από το ανάλογο μέτρο, την ουσιαστική συμμετοχή και την αίσθηση ότι κάθε ευρώ του Δήμου αξιοποιείται με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή.
