Στο επίκεντρο βρέθηκαν κυρίως το ιστορικό ξενοδοχείο «Αχίλλειον» στην Αριστομένους και το κτήριο Κατσουλέα, πρώην Οικονομικό Γυμνάσιο, με τη συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες που έχουν γίνει διαχρονικά, τις δυσκολίες χρηματοδότησης, τις ευθύνες της Πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν άμεσα ώστε τα κτίρια να προστατευθούν.
Ο Βασίλης Τζαμουράνης, παρουσιάζοντας την εισήγησή του, στάθηκε στη σημερινή εικόνα των δύο ακινήτων και άσκησε κριτική για το γεγονός ότι, παρά τις δεκαετίες που έχουν περάσει και τα χρηματοδοτικά εργαλεία που κατά καιρούς υπήρξαν, δεν έχει βρεθεί ακόμη ο δρόμος για την αποκατάσταση και επανάχρησή τους. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο «Αχίλλειον», για το οποίο είχε στο παρελθόν προτείνει να εξεταστεί η ένταξή του στη Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη, καθώς και στο πρώην Οικονομικό Γυμνάσιο, ζητώντας συγκεκριμένο σχέδιο και πρωτοβουλίες για την επόμενη ημέρα.
Στην επιλογή των έργων που μπορούν να ενταχθούν σε μία Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη αναφέρθηκε ο αντιδήμαρχος Βασίλης Παπαευσταθίου, απαντώντας στην κριτική που διατυπώθηκε για το «Αχίλλειον».
Όπως σημείωσε, για να ενταχθεί ένα έργο σε μία ΒΑΑ θα πρέπει να διαθέτει συγκεκριμένο προϋπολογισμό, τεχνική και αδειοδοτική ωριμότητα και, κυρίως, να υπάρχει η δυνατότητα ολοκλήρωσής του μέσα στις προθεσμίες που θέτει το πρόγραμμα. Στο πλαίσιο αυτό τόνισε ότι δεν τέθηκε δίλημμα μεταξύ του «Αχίλλειον», για παράδειγμα, και του Μητροπολιτικού Μεγάρου, καθώς τα έργα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να μπορούν να χρηματοδοτηθούν και να υλοποιηθούν.
Αναφερόμενος ειδικότερα στο «Αχίλλειον», επισήμανε ότι πρόκειται για μια υπόθεση που πηγαίνει δεκαετίες πίσω. Όπως υπενθύμισε, πριν από περίπου 24 χρόνια, στο πλαίσιο προσπάθειας ένταξης σε πρόγραμμα για την αποκατάσταση διατηρητέων κτιρίων, το κόστος αποκατάστασής του είχε εκτιμηθεί ήδη στα 3,8 εκατ. ευρώ.
Στη συνέχεια, όπως είπε, έγιναν και άλλες προσπάθειες για την εξεύρεση χρηματοδότησης, χωρίς αποτέλεσμα, με το ζήτημα να προσκρούει, μεταξύ άλλων, και στη γραφειοκρατία.
Ο κ. Παπαευσταθίου εκτίμησε ότι μία λύση για το «Αχίλλειον» θα μπορούσε να προκύψει μέσω ιδιωτικής πρωτοβουλίας, υπενθυμίζοντας και την πρόταση που είχε διατυπώσει ο κ. Καραμπάτος.
Για το κτήριο Κατσουλέα, πρώην Οικονομικό Γυμνάσιο, υπενθύμισε ότι από το 2016 έχει παραχωρηθεί στο Γενικό Επιτελείο Στρατού για 99 χρόνια.
Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιοποίησης δημοτικών ακινήτων, ανέφερε ακόμη ότι ο Δήμος προχωρά στην υποβολή πρότασης στο Πράσινο Ταμείο για το κτήριο Αναγνωστόπουλου, στη συμβολή των οδών Φαρών και Ασίνης, με στόχο τη δημιουργία Κέντρου Καινοτομίας.
Στο ιστορικό του κτηρίου Κατσουλέα και στις άκαρπες προσπάθειες που έχουν προηγηθεί για την αξιοποίησή του αναφέρθηκε ο αντιδήμαρχος Βασίλης Κουτραφούρης, επισημαίνοντας ότι η σημερινή εικόνα δεν μπορεί να ικανοποιεί κανέναν.
Διαφώνησε, ωστόσο, με την αναφορά περί 40 χρόνων αδράνειας, τονίζοντας ότι όλα αυτά τα χρόνια έγιναν πολλές προσπάθειες από διαφορετικές δημοτικές αρχές αλλά και από τις υπηρεσίες του Δήμου.
Ο ίδιος σημείωσε ότι η διάσωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς αποτελεί μεν ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έθεσε όμως παράλληλα το ζήτημα της ευθύνης της Πολιτείας. Όπως ανέφερε, μαζί με τους κανόνες που τίθενται για την προστασία των διατηρητέων κτιρίων, η Πολιτεία οφείλει να διαθέτει και τα αναγκαία χρηματοδοτικά εργαλεία ώστε αυτοί οι κανόνες να μπορούν στην πράξη να εφαρμοστούν.
Στάθηκε ιδιαίτερα στο ύψος των απαιτούμενων κονδυλίων, σημειώνοντας ότι χρηματοδοτικά προγράμματα που προκύπτουν κατά καιρούς μπορεί να περιλαμβάνουν εργασίες συντήρησης διατηρητέων, δεν περιλαμβάνουν όμως απαραίτητα ποσά του μεγέθους που απαιτείται για μία συνολική αποκατάσταση.
Αναφερόμενος γενικότερα στη διάσωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης, έφερε ως θετικό παράδειγμα το κτήριο της πρώην Ηλεκτρικής Εταιρείας, το οποίο τελικά διασώθηκε.
Αναλυτική αναφορά στο ιστορικό των κτιρίων έκανε ο αντιδήμαρχος Γιώργος Φάβας, ο οποίος εξέφρασε την έκπληξή του για την κριτική που άσκησε ο Βασίλης Τζαμουράνης στις δημοτικές αρχές που πέρασαν διαχρονικά από τον Δήμο Καλαμάτας.
Ο κ. Φάβας στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο ίδιος ο κ. Τζαμουράνης υπήρξε επί σειρά ετών υπηρεσιακό στέλεχος του Δήμου και, επομένως, είχε γνώση των ενεργειών και των προσπαθειών που είχαν γίνει για τα συγκεκριμένα ακίνητα.
Όπως υποστήριξε, ιδιαίτερα μετά το 2000, οι δημοτικές αρχές προχώρησαν σε σημαντικές προσπάθειες για την τύχη των κτιρίων, οι οποίες, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν αίσιο τέλος, δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Ο ίδιος τόνισε ότι οι προσπάθειες εξακολουθούν να είναι διαρκείς και ότι το βασικό ζητούμενο είναι να βρεθεί το κατάλληλο χρηματοδοτικό εργαλείο, ενδεχομένως σε συνδυασμό και με ιδιωτική συνεισφορά, ώστε να μπορέσει να συγκεντρωθεί το κεφάλαιο που απαιτείται για την ανακατασκευή των κτιρίων.
Στην ανάγκη να ληφθούν τουλάχιστον άμεσα μέτρα προστασίας στάθηκε ο επικεφαλής της «Λαϊκής Συσπείρωσης» Δημήτρης Οικονομάκος.
Για το «Αχίλλειον» ανέφερε χαρακτηριστικά ότι θα πρέπει τουλάχιστον να τοποθετηθεί ένα δίχτυ προστασίας, ενώ απέδωσε ευθύνες στο κυβερνών κόμμα τόσο για τις αγκυλώσεις που δημιουργεί το νομικό πλαίσιο γύρω από τέτοιου είδους κτίρια όσο και για την έλλειψη της αναγκαίας χρηματοδοτικής συνεισφοράς.
Ο κ. Οικονομάκος διαφώνησε παράλληλα με την προοπτική εμπλοκής ιδιωτών, σημειώνοντας ότι εδώ και 40 χρόνια κανείς δεν έχει μπορέσει να κάνει κάτι ουσιαστικό για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Για το κτήριο Κατσουλέα ζήτησε να πραγματοποιηθεί τουλάχιστον ένας καθαρισμός, επισημαίνοντας ότι η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα είναι απαράδεκτη.
Ως ζήτημα διαχείρισης της δημοτικής περιουσίας αλλά και προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έθεσε το θέμα ο δημοτικός σύμβουλος της μείζονος μειοψηφίας Κώστας Τσαπόγας.
Ο ίδιος στάθηκε στην απουσία ακόμη και στοιχειωδών μέτρων προστασίας από την πλευρά του Δήμου, επισημαίνοντας ότι αποτελεί υποχρέωσή του να μεριμνά για την ασφάλεια των ακινήτων, ακόμη και με μία προσωρινή παρέμβαση, όπως η τοποθέτηση ενός μουσαμά, ο οποίος, όπως σχολίασε, εξακολουθεί να αγνοείται.
Ο κ. Τσαπόγας ανέφερε ακόμη ότι, απευθύνοντας σχετικό ερώτημα σε εφαρμογή Τεχνητής Νοημοσύνης για τις πιθανές ενέργειες που θα μπορούσε να κάνει ο Δήμος, προέκυψε σειρά δυνατοτήτων χρηματοδότησης και παρεμβάσεων.
Παράλληλα, σχολίασε ότι στο μέλλον ενδέχεται να αναζητηθούν διοικητικές, οικονομικές ή και άλλου είδους ευθύνες αναφορικά με την κατάσταση και την προστασία της συγκεκριμένης δημοτικής περιουσίας.
Κλείνοντας τη συζήτηση, ο Βασίλης Τζαμουράνης επανήλθε στην ουσία της εισήγησής του, σημειώνοντας ότι αυτό που, κατά την άποψή του, δεν προέκυψε από τη συζήτηση ήταν ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Έθεσε το ερώτημα εάν ασκείται πίεση προς την κυβέρνηση για το ζήτημα και εάν πρόκειται να αναζητηθούν νέες πρωτοβουλίες και χρηματοδοτικές λύσεις, σχολιάζοντας ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να συνεχίσει να «μπαίνει κάτω από το χαλί».
Ως άμεσο βήμα πρότεινε να γίνουν στερεωτικές και αναστηλωτικές εργασίες, ώστε τα κτίρια να καταστούν ασφαλή, και στη συνέχεια να αναλυθούν οι δυνατότητες και τα επόμενα βήματα για την πλήρη αποκατάσταση και αξιοποίησή τους.
Για το κτήριο Κατσουλέα σχολίασε ακόμη ότι, όταν ένα ακίνητο παραχωρείται για συγκεκριμένο σκοπό και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η παραχώρηση δεν εκπληρώνεται μέσα στο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, τότε, η παραχώρηση αίρεται.
Ο κ. Τζαμουράνης ολοκλήρωσε επαναλαμβάνοντας την κριτική του προς τη δημοτική αρχή και την άποψή του ότι στον τομέα της αξιοποίησης της δημοτικής περιουσίας «δεν το έχει».
ΤΖΑΜΟΥΡΑΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ
Η αντιπαράθεση, πάντως, δεν ολοκληρώθηκε με το τέλος της συνεδρίασης. Με ανακοίνωση που εξέδωσε στη συνέχεια, ο Βασίλης Τζαμουράνης άσκησε έντονη κριτική στον δήμαρχο Καλαμάτας για την απουσία του από τη συγκεκριμένη συζήτηση.
Με τίτλο «Η “φυγή” από το Δημοτικό Συμβούλιο δεν σβήνει τις ευθύνες», ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο δήμαρχος αρνήθηκε να συμμετάσχει στη συζήτηση της 2ας Σεπτεμβρίου για τα δημοτικά διατηρητέα κτίρια και επέλεξε να παραμείνει στο γραφείο του, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη στάση «αντιδημοκρατική και αντιδεοντολογική».
Ο κ. Τζαμουράνης κάνει λόγο για αποφυγή ανάληψης ευθυνών και υποστηρίζει ότι δεν δόθηκαν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
Στην ίδια ανακοίνωση επαναφέρει τη σοβαρότητα της κατάστασης των δημοτικών διατηρητέων, σημειώνοντας ότι 40 χρόνια μετά τους σεισμούς η αρχιτεκτονική και ιστορική κληρονομιά που αποτελεί περιουσία του Δήμου εξακολουθεί, κατά την άποψή του, να αφήνεται να φθείρεται.
Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι η προστασία της ιστορίας της πόλης και η ασφάλεια των πολιτών απαιτούν λογοδοσία και συγκεκριμένο σχέδιο με λύσεις, ζητώντας από τη δημοτική αρχή απαντήσεις, πρωτοβουλίες και έργα.
