Ο Δ. Καφαντάρης ανέπτυξε το θέμα της βιωσιμότητας της ελαιοκαλλιέργειας και τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίσει η Αυτοδιοίκηση σε αυτή την νέα εποχή. Ειδικότερα, ανέφερε ότι “το θέμα που συζητούμε σήμερα αφορά την ίδια τη βιωσιμότητα της ελληνικής περιφέρειας, την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου, την οικονομική επιβίωση χιλιάδων οικογενειών και τελικά την ίδια την ταυτότητα της χώρας μας” κι εξήγησε: “Γιατί η ελιά στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μία καλλιέργεια. Είναι πολιτισμός, ιστορία, παράδοση, τοπίο και τρόπος ζωής. Είναι στοιχείο της εθνικής μας φυσιογνωμίας και ταυτόχρονα βασικός πυλώνας της τοπικής οικονομίας σε δεκάδες δήμους και περιφέρειες της χώρας. Σήμερα όμως βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική απειλή για το μέλλον. Είναι ήδη εδώ και επηρεάζει καθημερινά την παραγωγή, το εισόδημα των αγροτών και τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών. Οι επιπτώσεις είναι πλέον ορατές σε όλους μας: Η παρατεταμένη ανομβρία και η λειψυδρία. Οι παρατεταμένοι καύσωνες και οι ακραίες θερμοκρασίες. Οι ήπιοι χειμώνες και οι ασυνήθιστες θερμοκρασίες που ευνοούν την ανάπτυξη ασθενειών και εχθρών της ελιάς.
Η απορρύθμιση κρίσιμων σταδίων της ανθοφορίας και της καρπόδεσης. Όλα αυτά οδηγούν σε συνεχείς μειώσεις παραγωγής, σε ποιοτική υποβάθμιση και σε τεράστια αύξηση του κόστους καλλιέργειας”. Παρατήρησε πως “την ίδια στιγμή, ο παραγωγός καλείται να αντιμετωπίσει: Την έλλειψη εργατικών χεριών, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, την περιορισμένη εκμηχάνιση, την απόσυρση δραστικών ουσιών φυτοπροστασίας και βέβαια τις μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής στις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Όμως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο κλιματικό. Η κλιματική κρίση έρχεται να επιδεινώσει χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής ελαιοκομίας: τον μικρό και πολυκερματισμένο κλήρο, τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, την έλλειψη συνεργατικών σχημάτων, την απουσία στρατηγικού σχεδιασμού για τον ελαιοκομικό τομέα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη ανησυχία της Αυτοδιοίκησης. Γιατί εμείς οι αυτοδιοικητικοί δεν βλέπουμε μόνο τα στοιχεία της παραγωγής. Βλέπουμε τι συμβαίνει στις τοπικές κοινωνίες. Όταν μειώνεται το αγροτικό εισόδημα: κλείνουν μικρές επιχειρήσεις, μειώνεται η τοπική κατανάλωση, φεύγουν νέοι άνθρωποι από τα χωριά, εγκαταλείπεται η ύπαιθρος. Και όταν εγκαταλείπεται η ύπαιθρος, δημιουργούνται αλυσιδωτές συνέπειες: δημογραφική συρρίκνωση, οικονομική αποδυνάμωση, περιβαλλοντική υποβάθμιση, αύξηση του κινδύνου πυρκαγιών και ερημοποίησης. Γι’ αυτό η συζήτηση για την ελαιοπαραγωγή δεν είναι μόνο αγροτική πολιτική. Είναι πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης. Είναι πολιτική κοινωνικής συνοχής. Είναι εθνική υπόθεση”. Αφού ανέφερε ότι ‘οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές”, ο Δ. Καφαντάρης σημείωσε: “Η μείωση της παραγωγής που ήδη καταγράφεται σε πολλές περιοχές της χώρας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, χρονιά με τη χρονιά, μόνο με αποζημιώσεις ή προσωρινές ενισχύσεις. Απαιτείται ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για την ελληνική ελαιοκομία. Ένα σχέδιο με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, που θα συνδέει την παραγωγή, την καινοτομία, την κλιματική προσαρμογή, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη διατήρηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο. Χρειαζόμαστε σύγχρονες υποδομές άρδευσης, νέα έργα διαχείρισης υδάτων, στήριξη της αναδιάρθρωσης καλλιεργειών, ενίσχυση της εκμηχάνισης, σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή, συνεχή κατάρτιση των παραγωγών, και ουσιαστική αξιοποίηση της τεχνολογίας. Χρειαζόμαστε επίσης ισχυρά συλλογικά σχήματα και εθνική στρατηγική προώθησης του ελληνικού ελαιολάδου. Γιατί δεν αρκεί να παράγουμε ποιοτικό προϊόν. Πρέπει να το τοποθετήσουμε ισχυρά στις διεθνείς αγορές, με ταυτότητα, πιστοποίηση και υπεραξία.
Και βέβαια, δεν μπορούμε να μιλάμε για βιώσιμη ύπαιθρο χωρίς βασικές υποδομές και ποιότητα ζωής. Οι νέοι άνθρωποι δεν θα μείνουν στα χωριά μόνο από αγάπη για τη γη τους. Χρειάζονται υγεία, εκπαίδευση, ψηφιακές υποδομές, προσβασιμότητα, σύγχρονες υπηρεσίες. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη μετάβαση. Οι Δήμοι και οι Περιφέρειες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή: στη διαχείριση των φυσικών πόρων, στην πολιτική προστασία, στην αγροτική οδοποιία, στην τοπική ανάπτυξη, στη στήριξη συνεργασιών μεταξύ παραγωγών και επιστημονικών φορέων. Όμως για να ανταποκριθεί η Αυτοδιοίκηση χρειάζεται θεσμική συμμετοχή στον σχεδιασμό, επαρκείς πόρους, χρηματοδοτικά εργαλεία και αποκέντρωση αρμοδιοτήτων. Η ελιά αποτελεί διαχρονικό σύμβολο της Ελλάδας. Αν επιτρέψουμε να καταρρεύσει η ελληνική ελαιοκαλλιέργεια, δεν θα χαθεί μόνο ένα αγροτικό προϊόν. Θα χαθεί ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής υπαίθρου, της τοπικής οικονομίας και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης στην ελαιοπαραγωγή απαιτεί σχέδιο, συνέργειες, πολιτική βούληση και άμεση δράση. Και ο χρόνος, δυστυχώς, δεν είναι πλέον σύμμαχός μας”.
