Αυτές τις ημέρες στην Καλαμάτα χτυπά η καρδιά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με το συνέδριο της ΚΕΔΕ να φιλοξενείται στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα, σε μια πόλη που στο παρελθόν αποτέλεσε παράδειγμα μετασχηματισμού και μετεξέλιξης μιας πόλης που από τα ερείπια ενός σεισμού μετατράπηκε σε πρότυπο αλλαγής, με πολλούς ποδηλατοδρόμους, κεντρικούς δρόμους που έγιναν πεζόδρομοι, ανάδειξη της παραλιακής οδού, με ενίσχυση της τουριστικής ανάπτυξης για την πόλη που φέρνει επιπλέον έσοδα για την περιοχή, πλην του πρωτογενούς τομέα, από την ελιά και το λάδι.
Αυτό που κατάφερε η Καλαμάτα πριν χρόνια, να αναγεννηθεί από τις «στάχτες της», δυσκολεύονται σήμερα οι ελληνικοί δήμοι να μετεξελιχθούν σε ευρωπαϊκούς, ρίχνοντας την ευθύνη αποκλειστικά στο κεντρικό κράτος.
Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση εν μέσω αλλαγών με τον νέο κώδικα, καλείται να βρει τον βηματισμό της και να απαντήσει στο ερώτημα αν ακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις ή μένει πίσω από αυτές.
Η βασική διαφοροποίηση των ελληνικών περιφερειών και δήμων με τους ευρωπαϊκούς είναι η αυτονομία σε οικονομικό και διοικητικό επίπεδο. Στην Ευρώπη, σε αντίθεση με τη χώρα μας, οι δήμοι έχουν απευθείας έσοδα στα ταμεία τους και όχι μέσω του κεντρικού κράτους, ενώ οι αρμοδιότητες είναι περισσότερες και πιο σημαντικές.
Για παράδειγμα έχει ενδιαφέρον η λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης στη Γερμανία, με περιφέρειες-μικρά ανεξάρτητα κοινοβούλια και με αντιπεριφερειάρχες-τοπικούς υπουργούς. Ο δήμαρχος στο Βερολίνο ή στο Αμβούργο είναι ένας πραγματικά μικρός πρωθυπουργός, που σίγουρα αυτό δεν μπορούμε να το πούμε για τον αντίστοιχο εκάστοτε δήμαρχο της Αθήνας.
Στο Όσλο, στην Στοκχόλμη, στο Ελσίνκι, στην Κοπεγχάγη και στη Μπρυζ τα δημοτικά συμβούλια λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις για τα ζητήματα της παιδείας και της υγείας στην πόλη, όπως και για θέματα υποδομών, όπως οι νέοι σταθμοί μετρό, τραμ, ποδηλάτων που σχεδιάζονται με βασική προτεραιότητα από την κάθε διοίκηση της πόλης.
Η διαχείριση των απορριμμάτων και της ανακύκλωσης είναι κεντρική πολιτική της περιφέρειας και του δήμου και οι ετήσιοι προϋπολογισμοί των δήμων είναι υψηλοί, καθιστώντας τους ισχυρούς στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας για τον πολίτη.
Οι συμπράξεις παρατάξεων στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια αποτελούν τον κανόνα, που ακόμη και δημοτικοί σύμβουλοι μιας τρίτης σε δύναμη παράταξης, μπορούν να γίνουν δήμαρχοι, όπως στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας, όπου δήμαρχος γίνεται εκ περιτροπής, με βάση τη συμφωνία των παρατάξεων μεταξύ τους, που ουσιαστικά κάνει όλο το συμβούλιο συμμέτοχο στη διοίκηση της πόλης.
Στη Γενεύη και στις Ιξέλ των Βρυξελλών, που πρόσφατα διετέλεσαν δήμαρχοι, Έλληνες δεύτερης γενιάς, η συνεργασία των παρατάξεων στη διοίκηση είναι αυτονόητη, με τον δήμαρχο Γενεύης να αλλάζει σχεδόν κάθε χρόνο και τα ποσοστά των παρατάξεων να δίνουν την αναλογία στη διοίκηση, κάτι που στην Ελλάδα φαντάζει ουτοπικό, με τα γνωστά αποτελέσματα της πόλωσης μεταξύ των παρατάξεων στα συμβούλια, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα για το μέλλον της πόλης.
Ακόμη και στην προεκλογική περίοδο σε όλη την Ευρώπη, οι υποψήφιοι σύμβουλοι τοποθετούν τις αφίσες τους σε δρόμους, στάσεις λεωφορείων, καταστήματα και πάνω σε αυτοκίνητα, ενώ αυτό στη χώρα μας καθίσταται απαγορευτικό από τον εκλογικό νόμο, εμποδίζοντας έτσι να γνωρίσει ο κόσμος τους νέους υποψηφίους και να έχουν ισότιμη μεταχείριση με τους ήδη γνωστούς.
Η Ελλάδα αποτελεί ουραγός στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και απέχει αρκετά για να γίνει ευρωπαϊκή, σύγχρονη και καινοτόμα, που θα προσελκύει τους νέους ανθρώπους, όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη.
