Τετάρτη, 07 Ιανουαρίου 2026 13:24

Οταν η πόλη είχε κηπάρια…

Γράφτηκε από τον

Οταν η πόλη είχε κηπάρια…

Του Ηλία Μπιτσάνη

Γιορταστικές οι ημέρες, τα καλά της έχει φορέσει η πλατεία που κάποιες στιγμές εμφανίζει καταστάσεις κυκλοφοριακής… συμφόρησης των πεζών, και  είπα να πάμε σε αυτή και και τη διαμόρφωσή της σε μια εποχή που απαθανατίζεται εντυπωσιακά στις καρτ ποστάλ. Οταν κυριάρχησε η αντίληψη των “κηπαρίων” που αποτυπώθηκε στον άξονα Bορρά - Nότου της πόλης. Τελευταίο “υπόλειμμα” εκείνης της εποχής είναι το πάρκο βορείως του Τελωνείου, αλλά κακοποιημένο σε σχέση με την αρχική του μορφή.

Αρχίζοντας από την ίδια την έκταση της κεντρικής πλατείας θα πρέπει αρχικά να επισημάνουμε πως διαμορφώθηκε μέσα από χίλιες δυσκολίες και “σώθηκε” στο παρά πέντε την εποχή του Mεσοπολέμου. Η έκταση την οποία καταλαμβάνει ήταν κάποτε μέρος της κοίτης του Νέδοντα, ο οποίος κάπου εκεί στο ύψος του “Τριανόν” σχημάτιζε μια διχάλα και διακλαδιζόταν αφήνοντας έναν ενδιάμεσο χώρο που έμεινε ως “Νησάκι”. Παρότι κοίτη, υπήρχαν ιδιοκτησίες και ιδιωτών καθώς με το νόμο του 1837 “περί διακρίσεως κτημάτων”, όταν εγκαταλειπόταν ήταν ιδιοκτησία των παρόχθιων και όχι του Δημοσίου αν ο ποταμός δεν ήταν πλωτός. Με το σχέδιο του 1905 ορίστηκε μια περιοχή ως πλατεία στην οποία υπήρχαν για το λόγο που προαναφέρθηκε και ιδιοκτησίες ιδιωτών. Το 1919 συναντάμε δημοσίευμα στο “Θάρρος” που αναφέρει ότι “εξ ονόματος των κληρονόμων Ηλ. Σταμπολτζή και Δ. Παυλίκου ετέθησαν υπό δικαστικού κλητήρος τα ορόσημα των οικοπέδων των ευρισκομένων εντός της περιφερείαςτης πλατείας Κωνσταντίνου του Διαδόχου. Διά των οροσήμων ούτω αποκλείεται η πλατεία αύτη, καθ’ όσον επί της Δημαρχίας του κ. Κουτσομητοπούλου οπότε εχησιμοποιήθη το μέρος τούτο ως πλατεία δεν εγένοντο αι αναγκαίαι απαλλοτριώσεις”. Το σχέδιο κυρώθηκε επί δημαρχίας Γ. Κουτσομητόπουλου (1903-1907) οπότε και προσδιορίστηκε ο χώρος της πλατείας, αλλά στη συνέχεια εγέρθηκαν αξιώσεις από τουςι διοκτήτες.

Η μεγάλη διαμάχη όμως του δήμου ήταν με τους κληρονόμους Γρ. Λογοθέτη που κράτησε 6 χρόνια, από το 1924 μέχριτο 1930, όταν τελικά τους αναγνωρίστηκε οριστικό δικαίωμα και υποχρεώθηκε ο δήμος να πληρώσει (μαζί με τους ωφελούμενους περιοίκους). Επρόκειτο για το βορειοανατολικό τμήμα της πλατείας, στο οποίο οι ιδιοκτήτες άνοιξαν ορύγματα και έχτισαν μάντρες όσο διαρκούσε η δικαστική διένεξη. Η οριστική διαμόρφωση της πλατείας άρχισε να γίνεται λίγα χρόνια αργότερα όταν ήταν δήμαρχος ο Χρήστος Κουμάντος, λίγους μήνες πριν απομακρυνθεί από τη δικτατορία Μεταξά. Οι αποζημιωθέντες κωλυσιεργούσαν να εισπράξουν τα χρήματα, δόθηκε προθεσμία να το κάνουν και ξεκίνησαν τα έργα με βάση τη μελέτη που ήταν έτοιμη από καιρό, καθώς διαβάζουμε στη “Σημαία” στις 5/6/1937: “Με γοργότητα αληθώς ασυνήθη ήρχισαν και συνεχίζονται αι εργασίαι διά τον εξωραϊσμόν της πλατείας Τζανή. Από διημέρου ήρχισεν η πυρετώδης προπαρασκευή διά την εκκαθάρισιν του χώρου. Εργάται κόπτουν τα υπάρχοντα εις τον χώρον εκείνον δένδρα και άλλοι εργάται ασχολούνται με την εκκαθάρισιν και ισοπέδωσιν της πλατείας. Ηδη ο χώρος εκείνος έχει απαλλαγεί από την σκυθρωπήν εμφάνισιν και η πλατεία εντός ολίγου θα έχει λάβει την οριστικήν της διαμόρφωσιν. Κατά τους ειδικούς εις τον χώρον εκείνον, ο οποίος μέχρι τούδε απετέλει αληθή ασχήμιαν και παρίστανε την καρδίαν της πόλεως ως πάσχουσαν από... ατροφίαν, θα γίνουν σημαντικά πράγματα. Θα γίνη δηλαδή ό,τι χρειάζεται διά να αλλάξη εντελώς όψιν το σημείον εκείνον της πόλεως, που αποτελεί πράγματι μίαν από τας σπουδαιοτέρας προσόψειςτης. Θα γίνη εν πρώτοις διαρρύθμισις εις τμήματα, εις έκαστον των οποίων θα γίνη και ξεχωριστή καλλιέργεια και φύτευσις της αναλόγου χλωρίδος. Φυτά, άνθη και πρασιαί εις τους ελκυστικώτερους συνδυασμούς, η οποία δεν θα είναι πλέον πλατεία, αλλά ένας χαριτωμένος δημοτικός κήπος. Αληθινός πνεύμων θα είναι διά τας Καλάμας η μέλλουσα πλατεία Τζανή. Και γίνεται πυρετώδης η εργασία διά την συντομωτέραν τελείωσίν του. Ο Δήμαρχος κ. Κουμάντος προσθέτειειςτο ενεργητικόν του μίαν ακόμη θετικήν υπηρεσίαν υπέρ της πόλεως. Υπηρεσίαν η οποία θα είναι σωστόν ποίημα και θα ομιλή ευγλώττως περί του Δημάρχου που το συνέγραψεν. Οι κάτοικοι της πόλεως θα δύνανται μετά πάροδον ολίγων μηνών να παίρνουν μέχρις εκεί τον περίπατόν των. Το βλέμμα των θα αναπαύεται επάνω εις τους ωραιότερους συνδυασμούς της χλωρίδας που θα καλύπτη το σημερινόν “αίσχος” και η όσφρησίς των θα συλλαμβάνει τα ελκυστικώτερα αρώματα που αναδίδωνται από τας πλουσίας φυτείας των ποικίλων ανθέων, αντί των σημερινών υπόπτων οσμών, που εκπορεύονται από τους γύρω εκεί μανδροτοίχους. Ισως δε ο πολίτης που θα επισκεφθή αύριον την... τέως πλατείαν Τζανή να έχη την ευχαρίστησιν να καμαρώνη μέσα εις το άνθινον περίγραμμά της και τον ανδριάντα ενός Μεσσηνίου ήρωος ή ενός Μεσσηνίου ποιητού που θα έχη εγερθή ειςτον ποιητικόν εκείνον χώρον εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης”.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου η δικτατορία απομάκρυνε τον Χρ. Κουμάντο, αλλά είχε ήδη δρομολογηθεί η παρέμβαση και ο δήμος παίρνει απόφαση να επεκτείνει την πλατεία σε μια “μύτη” που υπολειπόταν όπως διαβάζουμε στη “Σημαία” (28/4/1938): “Λαμπρά η πρωτοβουλία του Δήμου Καλαμών όπως προεκτείνη την πλατείαν Γεωργίου του Β’ (πρώην Τζανή) προς νότον μέχρι της οικίας Παναγοπούλου, μεταρρυθμίζων και εξωραΐζων όλον τον προ του ξενοδοχείου “Ακταίον” (τα “Γαλάξια” που προλάβαμε οι μεγαλύτεροι) και του κέντρου “Τριανόν” χώρον. Θα σχηματισθούν εκεί κηπάρια με άνθη και άλλα εξωραϊστικά έργα, θα επιτελεσθούν εις τρόπον ώστε ένα από τα κεντρικώτερα σημεία της πόλεως θα αποβή αληθινή βιτρίνα την οποία θα θαυμάζουν και θα χαίρονται οι ξένοι επισκέπται των Καλαμών”. Ουσιαστικά η επέκταση αφορούσε το τρίγωνο που σχηματιζόταν μεταξύ του ξενοδοχείου “Ακταίον” και του κινηματογράφου “Τριανόν”, καθώς η σιδηροδρομικού σταθμού (που προϋπήρχε της πλατείας) συνέχιζε ευθεία μέχρι την Αριστομένους την οποία συναντούσε μπροστά από τη Λαϊκή Σχολή. Ενώ η Γιατράκου συνέχιζε ανατολικά από τη σημερινή της θέση και έφθανε επίσης μέχρι την Αριστομένους. Η διάταξη αυτή των δρόμων καταργήθηκε με την ανάπλαση του δημάρχου Κώστα Κουτουμάνου το 1973 και πήρε τη σημερινή της μορφή.

Το πετυχημένο σχέδιο διαμόρφωσης κηπαρίων συνεχίστηκε και μετά την απομάκρυνση του Χρ. Κουμάντου. Την επόμενη χρονιά είχαν ολοκληρωθεί τα κηπάρια της Σιδηροδρομικού Σταθμού που είχαν ξεκινήσει να κατασκευάζονται το 1936, ενώ στον ομώνυμο δρόμο είχαν φυτευτεί πρασιές, είχε διαμορφωθεί πλατεία και στη νότια πλευρά της σημερινής όπου προγραμματιζόταν να δημιουργηθεί σιντριβάνι, ενώ ήδη το Λιμενικό Ταμείο είχε διαμορφώσει σε κηπάριο το τμήμα βορείως του Τελωνείου. Και έγραφε στη “Σημαία” ο σπουδαίος Μεσσήνιος δημοσιογράφος Γ. Αποστολόπουλος στις 4/7/1939: “Τα αισθητικά αυτά επιτεύγματα είναι τα δύο λαμπρά κηπάρια με τους ισαρίθμους φανοστάτας που ιδρύθησαν εις την διαρρυθμισθείσαν και ασφαλτοστρωθείσαν πλατείαν του σιδηροδρομικού σταθμού, η οποία μέχρι πρότινος απετέλει την αθλιεστέραν βιτρίναν της πόλεως. Είναι ακόμη η δημιουργία πρασιών εκατέρωθεν της ωραίας λεωφόρου του σιδηροδρομικού σταθμού, η δημιουργία των θαυμάσιων δημοτικών κήπων ομού με την τοποθέτησιν φανοστατών εις το ήμισυ τηςεσχάτως διαρρυθμισθείσης πλατείας Γεωργίου του Β’ [...] Σπουδαίον εξωραϊστικόν έργον είναι επίσης το συντελούμενον ήδη εις το δεύτερον ήμισυ της δημιουργηθείσης εσχάτως μεγάλης πλατείας Γεωργίου του Β’. Εις την πλατείαν αυτήν θα ιδρυθούν σιντριβάνια με φανοστάτας, θα δημιουργηθούν εις τα κράσπεδά της πρασιαί, εις μίαν δε γωνίαν θα διαρρυθμισθή καταλλήλως χώρος με παιδιάς, ο οποίος θα αποτελέση είδος παιδικού κήπου. Παράλληλος προς την προσπάθειαν αυτήν του Δήμου είναι και εκείνη του Λιμενικού Ταμείου, το οποίον φροντίζει με ζήλον διά τον εξωραϊσμόν της Παραλίας η οποία ως γνωστόν αποτελεί μίαν νέαν ωραίαν Καλαμάτα, με τας ωραίας λεωφόρους της, τας μοντέρνας οικοδομάς της και τας υπερόχους δενδροστοιχίας της. Εις την παραλίαν αυτήν το Λιμενικόν Ταμείον εδημιούργησε προσφάτως εις έναν εκτεταμένον χώρον όπισθεν του Τελωνείου, έναν θαυμάσιον κήπον γεμάτον από άνθη και πρασιάς, εις του οποίου το κράσπεδον θα αναπτυχθούν ωραίαι δενδροστοιχίαι”. Το συντριβάνι, τα γνωστά “Ψαράκια” ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1940, αλλά η υποδοχή δεν ήταν η… αναμενόμενη: Γρήγορα έγινε σκουπιδότοπος ενώ κάποιοι… ψάρευαν τα ψάρια που είχαν ρίξει εκεί οι σχεδιαστές του έργου (“Σημαία” 3/3/1940).

Κάπως έτσι διαμορφώθηκε ένα αρχιτεκτονικό στυλ διαρρύθμισης του δημόσιου χώρου με παρτέρια από πρασιές, χαμηλή και περίτεχνη περίφραξη, θάμνους σε γεωμετρικά σχήματα και τριανταφυλλιές. Με όλα τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης “γαλλικής σχολής”, δείγματα της οποίας υπήρχαν σε πολλές από τις πόλεις της χώρας, ακόμη και στο… Συνταγμα. Και όλα αυτά παράλληλα με δενδροστοιχίες. Η διάταξη αυτή απλώθηκε από την πλατεία 23ης Μαρτίου μέχρι την Παραλία, με τη φύτευση και πρασιών που σε ορισμένες περιπτώσεις όπως αυτή της Αριστομένους, λειτούργησαν ως οπτικός φράχτης ή ηχοπέτασμα. Για λόγους ιστορικούς θα πρέπει να αναφέρουμε πως η αρχική σκέψη του αρθρογράφου της “Σημαίας” για τοποθέτηση ανδριάντων υλοποιήθηκε με την τοποθέτηση αντικριστά των προτομών Αναγνωσταρά και Παπαφλέσσα στη βόρεια πλευρά της πλατείας, των οποίων τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 25 Μαρτίου 1940. Αυτή η αρχιτεκτονική οπτική του δημόσιου χώρου άρχισε να ξηλώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1970 όταν έγινε η ανάπλαση της κεντρικής πλατείας με πρωτοβουλία του τότε δημάρχου Κ. Κουτουμάνου. Και συνεχίστηκε με παρεμβάσεις σε όλους τους ελεύθερους χώρουςτης πόλης. Παρέμεινε μόνο το τμήμα βορείως του Τελωνείου, που χρειάζεται πολύ περισσότερη φροντίδα και προσοχή στη διατήρησή του ως ξεχωριστού δείγματος αρχιτεκτονικής αντίληψης για το “κηπάριο” στο δημόσιο χώρο.

Ως επίλογος για τους συντελεστές της πανέμορφης όψης που πήρε για δεκαετίες ο δημόσιος χώρος στην Καλαμάτα. Πρόσωπο – κλειδί για τη διαμόρφωση αυτή ο κηποτέχνης του δήμου. Μετά από μεγάλη αναζήτηση βρήκα ότι αυτός ήταν ο Πότης Οικονομάκης του Αλέξη γεννημένος το 1909 με καταγωγή από την Αλαγονία. Υπάλληλος του Δήμου Καλαμάτας εντάχθηκε στο ΕΑΜ και έδινε πληροφορίες από τις συναναστροφές με τους Ιταλούς. Στους οποίου πήγαινε στην καραμπινιερία φρούτα και ειδικότερα μπανάνες, καθώς φαίνεται πως είχε ιδιαίτερη σχέση και γνώση με τις καινούργιες γνώσεις στην καλλιέργεια. Κάποιος ντόπιος για λόγους που δεν γνωρίζουμε, τον κατέδωσε και τον συνέλαβαν. Την εποχή της δεύτερης γερμανικής κατοχής μεταφέρθηκε κρατούμενος στις φυλακές της Τρίπολης. Εκτελέστηκε στο ρέμα του Αι Νικόλα στην Τρίπολη στις 23 Φεβρουαρίου 1944 μαζί με άλλους 49 πατριώτες σε αντίποινα για την εκτέλεση συνεργάτη των Γερμανών. Τα μεταπολεμικά χρόνια ο κηποτέχνης που φρόντιζε για την οργάνωση των κηπαρίων ήταν ο Κώστας Ορφανός τον οποίο θυμήθηκαν πολλοί καλαματιανοί από τους μεγαλύτερους. Την ίδια ημέρα στο ίδιο σημείο με τον Οικονομάκη εκτελέστηκε μια προσωπικότητα της αντίστασης και του τεχνικού κόσμου, που είχε και τη γενικότερη επίβλεψη των έργων δήμων και κοινοτήτων Μεσσηνίας ως νομομηχανικός: ο Νικήτας Σούμπλης με σπουδές στην Ατλάντα και το Παρίσι και ως εκ τούτου άμεση γνώση της γαλλικής σχολής κηποτεχνίας. Ο Νικήτας Σούμπλης ήταν κορυφαίο στέλεχος του ΕΑΜ, συνελήφθη από τους Γερμανούς και εκτελέστηκε, αφού προηγουμένως οι κατακτητές είχαν κρεμάσει τον αδερφό του Θανάση Σούμπλη στην Τρίπολη, όταν προσπαθούσε να τον σώσει. Στο Δήμο Καλαμάτας υπήρχε και μηχανικός εκείνη την εποχή, ήταν ο Νίκος Αγαγιώτης ο οποίος παραιτήθηκε (“Σημαία” 24/11/1937) και τη θέση του πήρε ο Δ. Κυβέλος (Πρόεδρος του Συλλόγου Επιστημόνων Μηχανικών Μεσσηνίας τη δεκαετία 1950-1960). Ο Αγαγιώτης ήταν μέλος της προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ το 1950 και της εκλεγμένης το 1951. Υπεύθυνος για τη κηπάρια εκείνη την εποχή που ξεκίνησαν οι κατασκευές ήταν ο δημοτικός σύμβουλος Ανάργυρος Δαμηλάτης.