Όταν η ιστορία γράφεται με αίμα, πολύ αίμα, τόσο που αυτό να σχηματίζει ρυάκι και από τον χώρο της εκτέλεσης στο παλιό στρατόπεδο της Καλαμάτας να σημαδεύει τους δρόμους της πόλης, τότε η διατήρηση της ιστορικής μνήμης και η απόδοση τιμής στους αδικοφονεμένους είναι η ελάχιστη υποχρέωση όλων.
Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, από τα τέλη του 1943 που είχε δυναμώσει ο ΕΛΑΣ, ήταν αναμενόμενα και τα χτυπήματα στον στρατό κατοχής. Οι ενέδρες ήταν ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος ουσιαστικής αντίστασης. Όπλο των κατακτητών ήταν τα «μέτρα εξιλασμού» (αντίποινα) με εκτελέσεις αμάχων και κάψιμο χωριών. Εκτελέσεις εκδίκησης σε αριθμούς πολλαπλάσιους των Γερμανών που είχαν χαθεί.
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1944, άρχισε να στήνεται μια ενέδρα από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στα υψώματα βόρεια αλλά και δυτικά του χωριού του Αγίου Φλώρου. Η επιλογή της θέσης της ενέδρας έγινε λόγω των πολλών στροφών στον δρόμο και της ευκολίας διαφυγής προς τα υψώματα στον βορρά. Επειδή όμως η θέση δεν ήταν οχυρή, το χτύπημα θα έπρεπε να ήταν ακαριαίο. Οι αντάρτες είχαν κρυφτεί. Περίμεναν και παραφύλαγαν. Είχαν γίνει ένα με το χώμα και τα βραχάκια της χαμηλής πλαγιάς. Μικρότερες ενέδρες, για προστασία, είχαν στηθεί στο Αριοχώρι και τον Άγιο Κωνσταντίνο. Ένα παρατηρητήριο στον Ανεμόμυλο, στη Σκάλα έλεγχε την περιοχή.
Επιτέλους, το απόγευμα του Σαββάτου 5 Φεβρουαρίου 1944, μια φάλαγγα δεκατεσσάρων γερμανικών φορτηγών, σκεπασμένων με μουσαμάδες, με κατεύθυνση από την Τσακώνα προς την Καλαμάτα, μπήκε στον χώρο της ενέδρας. Όλα τελείωσαν σε δέκα λεπτά. Σύμφωνα με τις γερμανικές πηγές, οι νεκροί Γερμανοί ήταν δέκα, ενώ υπήρχαν κι εννέα αγνοούμενοι. Από τους Έλληνες χάθηκε ένας. Από τα γερμανικά αυτοκίνητα διέφυγαν τρία. Οι αντάρτες πήγαν στου Μίλα.
Το ίδιο βράδυ έφτασαν στην περιοχή από την Καλαμάτα για αντίποινα, οι Γερμανοί. Έστησαν ένα κανόνι στις στροφές του Αγίου Φλώρου κι από εκεί άρχισαν να χτυπάνε τα γύρω υψώματα αλλά και τα σπίτια στον Άγιο Φλώρο, τα Χριστοφιλαίϊκα και τη Σκάλα. Εκτός από τις πυρπολήσεις και τις καταστροφές των σπιτιών, εκτέλεσαν και πέντε ανήμπορους κατοίκους. Ο ένας ήταν τυφλός.
Την επόμενη ημέρα, την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου, στην Καλαμάτα, οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους, συνεχίζοντας τα αντίποινα για την ενέδρα στον Άγιο Φλώρο, προχώρησαν σε ομαδικές συλλήψεις. Έκαναν μπλόκο στο κέντρο της πόλης, ανατολικά από τη λαχαναγορά, την Υπαπαντή και την παλαιά αγορά. Αρχικά, οι συλληφθέντες ήταν περίπου 1.800.
Μετά τις ομαδικές συλλήψεις στο μπλόκο, οι συνεργάτες των Γερμανών, που λίγες ημέρες αργότερα οργανώθηκαν σε «ταγματασφαλίτες», ξεδιάλεξαν περίπου 250 αιχμαλώτους και τους έστειλαν στο παλιό στρατόπεδο. Την επόμενη ημέρα, οι γερμανικές αρχές κατοχής, εκθειάζοντας το πνεύμα συνεργασίας των συνεργατών τους, παρότρυναν τους κατοίκους της Καλαμάτας να υποδείξουν, ανάμεσα στους αιχμάλωτους, τους κομμουνιστές.
Λίγες ημέρες πριν είχαν γίνει κι άλλες ομαδικές συλλήψεις στην Καλαμάτα. Δύο άνδρες από το ένοπλο τάγμα του Βρεττάκου, στις 26 Ιανουαρίου 1944, είχαν δεχτεί επίθεση από αντάρτες, σε ένα κουρείο στην Καλαμάτα. Εκεί ο ένας σκοτώθηκε κι ο άλλος τραυματίστηκε. Σε αντίποινα, την επόμενη ημέρα οργανώθηκε από τους συμμορίτες, μπλόκο στη δυτική πλευρά της πόλης και ακολούθησαν αθρόες συλλήψεις. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο της πόλης κι από κει με καμιόνια μεταφέρθηκαν στη Μεγαλόπολη και πεζή στην Τρίπολη. Πολλοί από αυτούς εκτελέστηκαν λίγο αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου, στην Παλαιοχούνη.
Μετά το νέο μπλόκο, οι Γερμανοί κι οι συνεργάτες τους αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να εκτελέσουν αμέσως τους αιχμάλωτους. Συνήθως τα στρατεύματα κατοχής έκαναν τις εκτελέσεις στο παλιό στρατόπεδο ή στις όχθες του Νέδοντα, βόρεια της σημερινής δημοτικής αγοράς. Μόλις δυο ημέρες μετά τις συλλήψεις, στις 8 Φεβρουαρίου 1944, έγινε η θηριωδία. Κρυφά, χάθηκαν αθώοι. Χωρίς μια υποτυπώδη δίκη. Στο στρατόπεδο, τα χαράματα μέσα στο σκοτάδι, οι Γερμανοί ξεκίνησαν τις εκτελέσεις. Έβαλαν μπροστά τις μηχανές όλων των αυτοκινήτων, για να σκεπάζει ο θόρυβός τους, το κροτάλισμα των όπλων και τους σκότωσαν. Το πρωί τα φορτωμένα με πτώματα καμιόνια πηγαινοέρχονταν. Από τις καρότσες τους έσταζε το αίμα των εκτελεσμένων και άφηνε στο διάβα τους τα ίχνη της βραδινής θυσίας. Τα γεμάτα καμιόνια κατευθύνονταν στην περιοχή των παλιών Σφαγείων, στη Δυτική Παραλία της Καλαμάτας. Εκεί οι φρεσκοανοιγμένοι λάκκοι έγιναν ομαδικοί τάφοι. Τις εκτελέσεις και τις συνθήκες που επικράτησαν στο στρατόπεδο περιέγραψε ο Μίμης Γκουζουλής, που διέφυγε από τη γραμμή των μελλοθανάτων, έτρεξε θαρραλέα μέσα στο σκοτάδι και γλύτωσε από τους πυροβολισμούς και τις ριπές. Οι εκτελέσεις ήταν τόσο πολλές, που ποτέ δεν υπήρξε βεβαιότητα για τον ακριβή αριθμό των εκτελεσμένων. Όλοι οι νεκροί ενταφιάσθηκαν σε αυτούς τους ομαδικούς τάφους. Για τον κατευνασμό των πιθανών αντιδράσεων των οικογενειών και συγγενών των θυμάτων, οι Γερμανοί διέδωσαν ότι έστειλαν τους αιχμαλώτους, σε στρατόπεδα στη Γερμανία. Βέβαια το ρυάκι και οι στάμπες του αίματος, από το στρατόπεδο μέχρι την οδό Φαρών, σφράγιζε ανεξίτηλα την αλήθεια.
Η επιβεβαίωση της θυσίας ήρθε λίγο αργότερα. Τον Μάη του 1945, σκυλιά σκαλίζοντας κοντά στα Σφαγεία, έφεραν στην επιφάνεια ανθρώπινα υπολείμματα και οστά. Σύμφωνα με την έκθεση που συντάχθηκε τότε από τον Δήμο Καλαμάτας, βρέθηκαν εκεί οι σοροί ή τα υπολείμματα τουλάχιστον 153 νεκρών. Η τεκμηρίωση με τα ονόματα των εκτελεσμένων που ταυτοποιήθηκαν, συντέλεσαν στην ένταξη αργότερα του Δήμου Καλαμάτας στο δίκτυο μαρτυρικών πόλεων της περιόδου 1941 – 1945.
Για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης κάθε χρόνο διεξάγονται στο μνημείο που τοποθετήθηκε το 2019 στον χώρο της εκτέλεσης, στο παλαιό στρατόπεδο, εκδηλώσεις τιμής και μνήμης από τον Δήμο της Καλαμάτας, τις οργανώσεις Εθνικής Αντίστασης και τους συγγενείς των θυμάτων.
Αθάνατοι!
(Φωτογραφία: Το μνημείο των εκτελεσθέντων από τους ναζί, Καλαματιανών, τον Φεβρουάριο του 1944. Το μνημείο τοποθετήθηκε στον χώρο της εκτέλεσης, στο παλαιό στρατόπεδο της Καλαμάτας, στις 22 Δεκεμβρίου 2019. Έργο του γλύπτη Αντώνη Μυρωδιά)
