Οι θρησκευτικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις που είχαν επικρατήσει στον ελληνικό χώρο μετά την εποχή των Κομνηνών (1081 – 1185), αλλά και η διεύρυνση της κοινωνικής διαφοράς μεταξύ των ισχυρών στρατιωτικών «προνοιαρίων» και του απλού λαού φαίνεται ότι οδήγησαν τη βυζαντινή αυτοκρατορία στην καταστροφή. Σε αυτή βέβαια έπαιξαν σημαντικό ρόλο και άλλοι εξωγενείς παράγοντες, όπως η προέλαση των τουρκικών φύλων στη Μικρά Ασία και λίγο αργότερα, η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους της 4ης σταυροφορίας.
Μετά τη μάχη στο Manzikert (τουρκ. Malazgirt), ένα μικρό χωριό της Αρμενίας στα νοτιοανατολικά του Erzurum, το 1071, οι Σελτζούκοι Τούρκοι του AlpArslan μπήκαν σχεδόν ανεμπόδιστοι από τον στρατό του Ρωμανού Δ΄, στα βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας. Τότε άρχισε να διαφαίνεται η παρακμή της αυτοκρατορίας. Η κατάληψη της δυτικής Μικράς Ασίας και ο διωγμός από εκεί του βυζαντινού πληθυσμού από τους Τούρκους νομάδες, τους Γιουρούκους, οδήγησε στη συρρίκνωση και τον οικονομικό μαρασμό της περιοχής. Τότε, με την άδεια του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου Alaeddin, στην ερημωμένη περιοχή νοτιοανατολικά της Προύσας, εγκαταστάθηκε μια μικρή ομάδα νεοφερμένων πολεμιστών Τούρκων υπό τον Ertogrul. Ο γιος του Ertogrul, ο Osman, ανέδειξε με τους φανατικούς και σκληρούς πολεμιστές του αυτό το τουρκικό φύλο, που άρχισε να απορροφά μεγάλες μάζες μουσουλμάνων αλλά και χριστιανών. Με τον ιερό πόλεμο, την djihad, οι Οθωμανοί πια (από το όνομα το αρχηγού τους Osman), κατόρθωσαν να επιβάλλουν μια νέα δύναμη που λίγο αργότερα εξελίχθηκε στην πανίσχυρη οθωμανική αυτοκρατορία.
Η διοίκηση των Τούρκων έμοιαζε τότε με τον δυτικό φεουδαλισμό αφού τα εδάφη που κυρίευαν τα παραχωρούσαν ως φέουδα στους πολεμιστές τους, με μια βασική διαφορά: τη δυνατότητα της ανάκλησης του φέουδου από τον Οθωμανό ηγέτη. Έτσι η τυφλή υπακοή και ο φόβος της απώλειας των φέουδων γέννησαν τον φανατισμό και τη βία. Τότε οι καταδιωκόμενοι ελληνικοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν τις εστίες τους και άρχισαν να περνούν στην ασφαλέστερη ευρωπαϊκή ακτή. Όμως και πάλι οι φυγάδες δεν ήταν ασφαλείς.
Μετά την παρακμή που έφερε η άλωση και η κατοχή για 57 χρόνια της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους σταυροφόρους, οι Οθωμανοί το 1354 μετά από έναν μεγάλο σεισμό που έριξε τα τείχη της, κατέλαβαν την Καλλίπολη κι έβαλαν πόδι στην ευρωπαϊκή ακτή. Ακολούθησε μεγάλη φυγή και πληθυσμιακή αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου με ταυτόχρονη εξάπλωση των Οθωμανών στη χερσόνησο του Αίμου.
Μετά και από την κατάκτηση της Αδριανούπολης από τον MuratI το 1362 η κατακτητική μανία των Οθωμανών οδήγησε τα βαλκανικά κράτη αλλά και το Βυζάντιο στην υποτέλεια στους Οθωμανούς. Ο MuratI θέσπισε το παιδομάζωμα και έτσι γεννήθηκαν τα γενιτσαρικά τάγματα. Τότε μοναδικό προπύργιο άμυνας στις επεκτατικές βλέψεις των Τούρκων ήταν η Θεσσαλονίκη που διοικούσε ο Μανουήλ Β΄, γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου. Στην Πελοπόννησο το δεσποτάτο εξαρτιόταν από το βυζαντινό κράτος. Το κράτος της Θεσσαλονίκης, που φαίνεται ανεξαρτητοποιημένο από την κεντρική εξουσία, αμύνεται στις Σέρρες και τη Βέροια. Το 1391 όμως, ο σουλτάνος BayezitI κυρίευσε τη Θεσσαλονίκη και προχώρησε στον ελληνικό νότο.
Ταυτόχρονα η τουρκική πειρατεία αποδυνάμωσε τα νησιά του Αρχιπελάγους και τα παράλια του Μοριά. Η ήττα των Τούρκων στην Άγκυρα, το 1402 από μια εισβολή Μογγόλων, έφερε μια πρόσκαιρη ανακούφιση στους ελληνικούς πληθυσμούς. Ο Μανουήλ Β΄, αυτοκράτορας πια, ξαναπαίρνει τη Θεσσαλονίκη συμμετέχοντας όμως στους αγώνες διαδοχής των γιων του BayezitI. Μετά από μια σχετικά ήρεμη εικοσαετία, οMuratIΙ το 1430 ξανακυριεύει τη Θεσσαλονίκη, παίρνει και τα Ιωάννινα που παραδόθηκαν και ουσιαστικά περιόρισε την πάλαι ποτέ κραταιά «ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία» στην πρωτεύουσά της και σε λίγες πόλεις του Πόντου. Μόνο μόνο ο AntonioI Acciaiuoli της Αθήνας παρέμενε ουδέτερος αφού είχε αναπτύξει συμμαχίες με τους Τούρκους αλλά ταυτόχρονα και με τους Βενετούς, τους Γενουάτες και τους Φλωρεντίνους. Μοναδική ελληνική νησίδα απέμενε το μακρινό δεσποτάτο στον Μοριά, που όμως κι αυτό μαζί με τους Βενετούς, είχε δηλώσει υποτέλεια στον BayazetI από το 1397.
Όμως, ο AntonioI Acciaiuoli, μετά από τη βασιλεία του στο δουκάτο της Αθήνας για τριάντα δύο χρόνια, πέθανε το 1435 από εγκεφαλικό επεισόδιο. Διάδοχός του και επόμενος δούκας της Αθήνας ανακηρύχτηκε ο Nerio II Acciaiuoli. Η εκλογή του έγινε δεκτή από τους Τούρκους αφού έγινε και φόρου υποτελής σε αυτούς. Ο Nerio II τον προηγούμενο χρόνο, είχε παντρευτεί την Chiara Giorgio από τημαρκιωνία της Βοδονίτσας, στη σημερινή Μενδενίτσα της Φθιώτιδας. Μετά τέσσερα χρόνια, το 1439, ο Nerio II ανατράπηκε από σκευωρία του αδελφού του AntonioII Acciaiuoli και κατέφυγε στη Φλωρεντία. Το 1441 όμως, ο AntonioII πέθανε, και ο Nerio II ξαναγύρισε στην Αθήνα στο παλάτι του στην Ακρόπολη. Έμεινε εκεί ως το θάνατό του το 1451.Την ίδια περίοδο επισκέφτηκε την Ελλάδα και τη Μεσσηνία, ο Κυριάκος ο Αγκωνίτης. Αυτός άφησε πολύτιμες περιγραφές των αρχαίων μνημείων και μεταγραφές πολλών επιγραφών από την Ηπειρο ως την Πύλο.
Σχεδόν παράλληλα το 1443, στο δεσποτάτο, ο Θεόδωρος Παλαιολόγος παραχώρησε τις κτήσεις του στον Μοριά στον αδελφό του Κωνσταντίνο παίρνοντας ως αντάλλαγμα την πόλη της Σηλυβρίας στον Μαρμαρά. Εκεί ο Θεόδωρος Παλαιολόγος πέθανε από λοιμό το 1448. Ο Κωνσταντίνος, αφού ήταν πια κυρίαρχος στο μεγαλύτερο μέρος του Μοριά, εισέβαλε στη Βοιωτία και αφού κατέλαβε το 1444 τη Θήβα, προχώρησε στη Λαμία και αναγκάζοντας τον αδύναμο Nerio II σε υποταγή με υποτέλεια φόρου. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κατέλαβε και τη Βιτρινίτσα (τη σημερινή Τολοφώνα Φωκίδας), το Λιδορίκι και το Γαλαξίδι στη Δυτική Λοκρίδα.
Οι Τούρκοι, που είχαν επιτεθεί και στα βόρεια της Θεσσαλονίκης, με τη μεγάλη νίκη τους στη Βάρνα το 1444 ενάντια στους Ούγγρους και τους Σλάβους είχαν γίνει και πάλι μεγάλη υπολογίσιμη δύναμη. Ο Nerio II δήλωσε αμέσως υποταγή στους Τούρκους, εξοργίζοντας δικαιολογημένα τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο που αποφάσισε να βαδίσει εναντίον του.
Ο Murat II εισέβαλε με ισχυρό στρατό στην Ελλάδα το 1446 και συγκρούστηκε αρχικά με τους υπερασπιστές στο τείχος του Ισθμού και στο Εξαμίλι, όπου έτρεψε τον στρατό του Κωνσταντίνου σε άτακτη φυγή προς τα νότια. Ο σουλτάνος ανενόχλητος πια κατέλαβε όλη τη βόρεια Πελοπόννησο ως την Πάτρα και στράφηκε νότια προς τη Γλαρέντζα. Ο στρατηγός του, ο Τουραχάν, συνθηκολόγησε με τους αδελφούς δεσπότες Κωνσταντίνο και Θωμά και γύρισε στη Θήβα. Ολες οι κτήσεις του Κωνσταντίνου στην ηπειρωτική Ελλάδα πέρασαν στα χέρια των Τούρκων.
Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιωάννη το 1448, ο Κωνσταντίνος τον διαδέχτηκε και στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά και τον επόμενο χρόνο αναχώρησε για την Πόλη, αφού τ’ αδέλφια του ορκίστηκαν ειρήνη μεταξύ τους. Παρά τους όρκους όμως, οι δεσπότες Θωμάς και Δημήτριος συνέχισαν τις διαμάχες τους, καλώντας συχνά τους Τούρκους σε βοήθεια και επιταχύνοντας έτσι το τέλος της ελληνικής κυριαρχίας. Ο Mehmet II, που διαδέχτηκε το 1451 τον σουλτάνο πατέρα του Murat II, διέταξε τον στρατηγό Τουραχάν να βοηθήσει τον Δημήτριο και να καταστρέψει οριστικά ό,τι είχε απομείνει από το τείχος στο Εξαμίλι του Ισθμού. Τότε τα δυο αδέλφια προχώρησαν σε συμφιλίωση, προς μεγάλη ικανοποίηση του Γεώργιου-Πλήθωνα Γεμιστού που παρακολουθούσε με αγωνία τα γεγονότα από τον Μυστρά. Ο Θωμάς παραχώρησε τότε στον αδελφό του την Καλαμάτα, κρατώντας ο ίδιος το φρούριο των Σκορτών στην Αρκαδία.
Τον Οκτώβρη του 1452, ο Mehmet II έστειλε και πάλι τον Τουραχάν και άλλους δυο γιους του για αντιπερισπασμό στον Μοριά. Ο ίδιος σκόπευε να επιτεθεί με ισχυρές δυνάμεις στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Τουραχάν πέρασε τον Ισθμό και αφού πέρασε και από την Ιθώμη, εκπόρθησε το Νιόκαστρο. Ένας αδελφός του όμως συνελήφθη στα Δερβενάκια από τον Δημήτριο. Ακολούθησε, το 1453, η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Mehmet II και ο θάνατος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Θωμάς και ο Δημήτριος έγιναν υποτελείς στον σουλτάνο, πληρώνοντας ετήσιο φόρο 10-12.000 δουκάτα. Ταυτόχρονα τότε επαναστάτησαν περίπου τριάντα χιλιάδες Αλβανοί, παρακινημένοι από τον αρχηγό τους Πέτρο Μπούα Σκλέπα (χωλό) καθώς και ο Μανουήλ Καντακουζηνός στη Μάνη. Και οι δυο ζήτησαν τη βοήθεια της Βενετίας και των Τούρκων. Ο Τουραχάν νίκησε τους Αλβανούς και εξασφάλισε και την απελευθέρωση του αδελφού του, από τον Δημήτριο.
Τότε στο προσκήνιο φάνηκε ο αυτοαποκαλούμενος «ηγεμόνας της Αχαΐας» Κεντυρίων και ο γιος του Τζιοβάνι Ασάνης, οι οποίοι από το 1446 βρίσκονταν αιχμάλωτοι στο Χλεμούτσι. Αφού διέφυγαν μπήκαν επικεφαλής των ξεσηκωμένων εναντίον των δεσποτών Παλαιολόγων και κατέλαβαν την Ιθώμη. Οι Παλαιολόγοι κάλεσαν και πάλι για βοήθεια τον Τουραχάν. Ο Κεντυρίων Ασάνης κατέφυγε στη Μεθώνη και αργότερα πήγε στη Ρώμη, όπου και πέθανε το 1469 ως ο τελευταίος που έφερε τον τίτλο του ηγεμόνα της Αχαΐας. Ο Μανουήλ Καντακουζηνός ξαναγύρισε στη Μάνη.
Οι αδελφοί Παλαιολόγοι συνέχισαν τις έριδές τους και δεν απέδιδαν τον φόρο υποτέλειας στον σουλτάνο. Έτσι την άνοιξη του 1458 ο Mehmet II εισέβαλε με μεγάλο στρατό και ιππικό στην Ελλάδα για να εισπράξει τα καθυστερούμενα. Στρατοπέδευσε στις Πλαταιές, όπου ο Θωμάς του έστειλε ένα μέρος του χρέους του, ζητώντας συνθηκολόγηση, χωρίς αποτέλεσμα αφού ο σουλτάνος συνέχισε την επέλασή του στον Μοριά. Οι Παλαιολόγοι δέχτηκαν όλους τους όρους του και του παρέδωσαν τον Μοριά. Ο Mehmet II ξεκίνησε το 1458 για την Αθήνα που είχε ήδη πέσει στα χέρια των Τούρκων.
Οι δύο δεσπότες Παλαιολόγοι συνέχισαν τις προστριβές μεταξύ τους, στηριζόμενοι στη βοήθεια των Τούρκων και στην ενίσχυση της Bianca Maria Visconti, συζύγου του δούκα του Μιλάνου, Francesco Alessandro Sforza. Έχασαν όμως τις περισσότερες οχυρές θέσεις τους στον Μοριά. Πρώτα ο Δημήτριος και κατόπιν ο Θωμάς που ξεκίνησε αγώνα εναντίον των Τούρκων με την υποστήριξη του πάπα Πίου Β΄ (1458-1464). Τον βοήθησαν και οι Αλβανοί υπό τον Θωμά Ράλλη αλλά και και οι Ελληνες του βόρειου Μοριά. Τον Μάρτιο του 1460, ο Θωμάς ζητώντας συνθηκολόγηση άνευ όρων, αποσύρθηκε φεύγοντας από τη νότια Μεσσηνία για τη Ρώμη.
Την επόμενη χρονιά, ακολούθησε η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Μόνο οι βενετικές αποικίες άντεχαν στην κάθοδο των οθωμανών. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από το σουλτάνο Mehmet II τον πορθητή σφράγισε την κατάρρευση της αυτοκρατορίας και την ολοκληρωτική επικράτηση των Οθωμανών στα Βαλκάνια. Τα προνόμια που παραχώρησε αλλά και η βαριά φορολογία που επέβαλε τότε ο Mehmet II στους Έλληνες που απέμειναν, εκτός των άλλων εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του οθωμανικού κράτους για τη συντήρηση τη του στρατού του. Με την αναγνώριση και την οργάνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου συγκρατήθηκαν εργατικά χέρια και φορολογούμενοι στην ερημωμένη πόλη. Ο τότε αιχμάλωτος στην Αδριανούπολη Γεννάδιος έγινε ο νέος πατριάρχης.
Στα κύρια αίτια της βυζαντινής παρακμής καταγράφεται η έλλειψη ομόνοιας και φιλαλληλίας μεταξύ των Ελλήνων. Το 1437, δηλαδή 16 χρόνια πριν από την άλωση, ο 26χρονος Ισπανός ευγενής PedroTafur, περιηγητής από την Κόρδοβα, σημείωνε περνώντας από τη Θράκη ότι σε κανένα μέρος του κόσμου οι ευγενείς δεν ήταν τόσο βάναυσοι απέναντι στους χωρικούς και τους δουλοπάροικους όσο εκεί. Και οι Τούρκοι βέβαια εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση απέδιδαν τις νίκες τους στην κακή κοινωνική οργάνωση των βυζαντινών. Ο φθόνος και το μίσος μεταξύ των Ελλήνων έφερε και την τελική πτώση.
Πολλοί Βενετοί κατοικούσαν και σε άλλες «φραγκοκρατούμενες» περιοχές, όπως στην Ανδρούσα ή στην Καλαμάτα. Επίσης στην ίδια μελέτη εντοπίζεται δραστηριότητα των μοναχών Ospedalieri στην περιοχή του λιμανιού της Μεθώνης. Ακόμη υπάρχουν πολλές συναλλαγές μεταξύ των Βενετών ή και Ελλήνων της Μεθώνης και της Κορώνης με πόλεις της βενετοκρατούμενης Κρήτης και κυρίως τα Χανιά και το Χάνδακα (Ηράκλειο). Όμως σ’ αυτή τη λαμπρή εποχή της δόξας για την Α΄ βενετοκρατία, βλέπουμε από τα ίδια έγγραφα των νοταρίων να ανθεί επίσημα η δουλεία και να γίνονται έγγραφες αγοροπωλησίες σκλάβων Ελληνίδων, Τατάρων, Ρωσίδων, Αρμενισσών κ.ά. Εποχή δόξας που όμως στηρίχτηκε πάνω στην εκμετάλλευση και στον ανθρώπινο πόνο.
Η ανησυχία που εκφράζει ο περιηγητής Felix Faber το 1480 για μια ενδεχόμενη κάθοδο των Τούρκων στη Μεθώνη ήταν διάχυτη στην περιοχή και βέβαια στους διοικούντες. Τα οχυρωματικά έργα του Bembo, δηλαδή ο προμαχώνας στα δεξιά της κύριας εισόδου αλλά και η διπλή τάφρος στο βόρειο τμήμα του δεν στάθηκαν αρκετά για να αντέξουν στην πολιορκία των Τούρκων. Η εκπόρθηση του κάστρου χρειάστηκε την παρουσία του σουλτάνου Bayezit II. Κι ενώ φαινόταν ότι η πολιορκία έχει αποτύχει, αφού το κάστρο της Μεθώνης φάνταζε άπαρτο στα μάτια των αντιμαχομένων, οι πολιορκημένοι κάτοικοι και στρατιώτες μετά την άφιξη ενισχύσεων με πλοία, εγκατέλειψαν ενθουσιασμένοι τις θέσεις τους και πήγαν να υποδεχθούν τις ενισχύσεις στη θάλασσα. Ο πρώτος γενίτσαρος που πρωτοπάτησε τα τείχη ονομάστηκε από τον Bayezit II, σαντζάκ-μπεης δηλαδή διοικητής της νέας επαρχίας. Η πόλη πυρπολήθηκε, ο καθολικός επίσκοπος σκοτώθηκε και όλοι οι άνδρες πάνω από δέκα χρόνων αποκεφαλίστηκαν. Οι γυναίκες και τα παιδιά γέμισαν τα σκλαβοπάζαρα της ανατολής. Τα κομμένα κεφάλια έγιναν, με λίγο ασβέστη, δυο πύργοι στο λιμάνι της Μεθώνης για να θυμίζουν τη θηριωδία. Την πρώτη Παρασκευή μετά την άλωση και αφού η φωτιά είχε σβήσει οι βέβηλοι έκαναν δεήσεις στον Αλλάχ ευχαριστώντας τον για την ανέλπιστη νίκη τους. Η έρημη πόλη της Μεθώνης έπρεπε όμως να ξανακατοικηθεί. Έτσι ο Bayezit II διέταξε να σταλούν από κάθε χωριό του Μοριά οικογένειες που θα αποτελούσαν τον νέο πληθυσμό της μαρτυρικής καστροπολιτείας.
Μετά την πτώση των βενετικών αποικιών στη Μεσσηνία, έληξε η περίοδος της α΄ βενετοκρατίας. Το ανατολίτικο σκοτάδι είχε μόλις αρχίσει.
(Φωτογραφία: Ο Οσμάν Α΄, ο επιλεγόμενος Γαζής , (1258-1324), ιδρυτής και πρώτος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας)
