Κατά την κλασική αρχαιότητα κυριαρχούσαν στη νότια Ελλάδα δύο πόλεις-κράτη. Η Αθήνα και Σπάρτη. Σήμερα στην Αθήνα, το παρελθόν της πόλης είναι εμφανές. Παρά τις καταστροφές από τους κατά καιρούς επιδρομείς, η Ακρόπολη, ο λόφος των νυμφών, το Θησείο, το Ολυμπιείο και η πύλη του Αδριανού, το Παναθηναϊκό στάδιο είναι αναπόσπαστα κομμάτια της σύγχρονης πόλης. Φθάνοντας στη νότια Πελοπόννησο, στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου και τις όχθες του ποταμού Ευρώτα, συναντάς τη Σπάρτη την πρωτεύουσα της Λακωνίας. Μια επαρχιακή πόλη, χωρίς το αρχαίο κλέος και τη δόξα της. Το παρελθόν μοιάζει χαμένο στο πέρασμα των αιώνων. Και υπάρχουν εξηγήσεις γι αυτό.
Τον έβδομο αιώνα π.Χ., η πόλη της Σπάρτης οργανώθηκε από τον νομοθέτη Λυκούργο. Ο Πλούταρχος και ο Παυσανίας αναφέρουν ότι εκεί ο Λυκούργος λατρευόταν ως θεός. Αυτός οργάνωσε το πολίτευμα της Σπάρτης, γνωστό ως «Μεγάλη Ρήτρα» που προέβλεπε μεταξύ άλλων και τη διακυβέρνηση της πόλης από τη Γερουσία, τους πέντε Εφόρους και την Απέλλα, ενώ θέσπισε και τον θεσμό των δύο βασιλιάδων που κατάγονταν από τα γένη των Αγιδών και των Ευρυποντιδών. Με αυτή τη νομοθεσία, μοίρασε ίσους κλήρους στους ελεύθερους πολίτες της πόλης και «έκοψε» δύσχρηστα, βαριά νομίσματα για να αποτρέψει τη συγκέντρωση πλούτου και οικονομικής δύναμης. Η ανατροφή των παιδιών γινόταν με ευθύνη της πόλης.
Ιδιαίτερο ρόλο στην κοινωνία της Σπάρτης έπαιζαν οι γυναίκες. Προετοίμαζαν τα παιδιά τους ώστε αυτά να γίνουν μέλη της «αγέλης» από πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα υποδεχόταν τα παιδιά της όταν γύριζαν από κάποια μάχη και τα επιβράβευε ή τα λοιδορούσε ανάλογα με την έκβαση της μάχης. Είναι άλλωστε γνωστή η φράση «Ή τάν ή επί τάς» με την οποία κάθε Σπαρτιάτισσα ξεπροβόδιζε τον γιο της, προτρέποντάς τον να επιστρέψει είτε με την ασπίδα του, ζωντανός, είτε πάνω σε αυτή, νεκρός και τιμημένος. Η αυστηρή στρατιωτική δομή της κοινωνίας της Σπάρτης έβγαζε σοβαρούς και λιγομίλητους πολίτες που τους αποδίδεται η έκφραση «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν». Η διατροφή τους ήταν λιτή αφού τρέφονταν με τον μέλανα ζωμό.
Η αυστηρή νομοθεσία του Λυκούργου είχε ως αποτέλεσμα τη σκληρή αγωγή των Σπαρτιατών. Ετσι οργανώθηκε μια ισχυρή πόλη-κράτος με σαφώς στρατιωτική δομή που γνώρισε αιώνες δόξας.
Στους Περσικούς πολέμους, η Σπάρτη αναδείχθηκε ηγέτιδα δύναμη στη νότια Ελλάδα. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωνίδας με τους τριακόσιους πολεμιστές του, στήθηκε στα στενά των Θερμοπυλών το 480 π. Χ. για να εμποδίσει τους Πέρσες εισβολείς. Η απάντηση στους κήρυκες του βασιλιά των Περσών Ξέρξη, με τη φράση «Μολών Λαβέ», έμεινε στην παγκόσμια ιστορία, ως πρότυπο γενναιότητας και φιλοπατρίας. Την επόμενη χρονιά, οι δυο μεγάλες πόλεις-κράτη, επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων, κατάφεραν στη μάχη των Πλαταιών να κατανικήσουν τους Πέρσες και να τερματίσουν την περσική απειλή.
Η συνέχεια όμως ήταν διαφορετική αφού οι δύο πόλεις μπήκαν στον «Πελοποννησιακό Πόλεμο» που ξεκίνησε το 431 π.Χ., με την εισβολή των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους στην Αττική και έληξε το 404 π.Χ με την νίκη των Σπαρτιατών. Μετά το τέλος του πολέμου, ήρθε η Σπαρτιατική ηγεμονία στην ελληνική επικράτεια. Η ηγεμονία τερματίστηκε όμως με την ήττα των Σπαρτιατών από τους Θηβαίους το 371 π.Χ. στα Λεύκτρα της Βοιωτίας. Σε όλες τις εναλλαγές εξουσίας στην Ελλάδα, κυρίαρχο ρόλο έπαιζε το περσικό χρυσάφι. Οι Μακεδόνες και αργότερα οι Ρωμαίοι υποδούλωσαν τη Σπάρτη.
Αν και ατείχιστη η Σπάρτη είχε πολλά δημόσια κτήρια και ναούς που όμως σήμερα τα ερείπιά τους δεν αποτελούν σημαντικά στοιχεία της πόλης. Σε αυτή την εξαφάνιση συνέβαλλαν πολλοί. Και πρώτος και χειρότερος ο Γάλλος αββάς Fourmont. Αυτός μαζί με τον ανιψιό του, αφού περιηγήθηκαν τις αρχαίες ελληνικές πόλεις έφτασαν και στην αρχαία Σπάρτη. Σε επιστολή του, ειδικά για τη Σπάρτη, καυχιέται:
«[….επί περισσότερο από τριάντα ημέρες, τριάντα, σαράντα ή και εξήντα εργάτες ξεθεμελιώνουν, καταστρέφουν και εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου μένουν ακόμα μόνον τέσσερις πύργοι για να καταστρέψω]… … […Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε τι χαρά δοκιμάζω] … [Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι;]...[… η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κατέσκαψα. Δεν θέλω να αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από του να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ανακαλύψεις τα ονόματα των εφόρων, των γυμνασιαρχών, αγορανόμων, φιλοσόφων, γιατρών, ποιητών, ρητόρων, διάσημων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τους νόμους του Λυκούργου. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν]…[…Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά…]».
Η δικαιολογία του είναι απίστευτα κυνική:
«Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη. Κακός λαός και είμαι ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω, για να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έχτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου».
Μετά την απελευθέρωση, το 1834, θεμελιώθηκε η σύγχρονη Σπάρτη κυρίως με οικοδομικό υλικό από τα ερείπια που άφησε πίσω του ο Fourmont
(Στη φωτογραφία το θέατρο της Αρχαίας Σπάρτης)
