Παράλληλα με την πολιορκία του Νιόκαστρου στο Ναυαρίνο, η πολιορκία της Τριπολιτσάς έγινε συστηματική από τις 2 Ιουλίου 1821, μετά την άφιξη του Υψηλάντη στα Τρίκορφα. Ο Κολοκοτρώνης με τις ελληνικές δυνάμεις έσφιγγαν τον κλοιό γύρω από την πρωτεύουσα του Μοριά. Στις 6 Ιουλίου 1821 έφθασε στην πολιορκημένη πόλη επιστολή του Δημητρίου Υψηλάντη με «όρους παραδόσεως». Ακολούθησαν αψιμαχίες γύρω από την Τριπολιτσά για περίπου ένα μήνα.
Οι συγκεντρωμένοι γύρω από την Τριπολιτσά στο τέλος Ιουλίου ήταν περισσότεροι από επτά χιλιάδες ενώ στο τέλος Αυγούστου πάνω από δέκα.
Το τείχος της Τριπολιτσάς είχε επτά πύλες, οι οποίες οδηγούσαν σε γειτονικές πόλεις με αντίστοιχες ονομασίες. Αυτές ήταν η πύλη των Καλαβρύτων, του Σεραγιού, του Ναυπλίου, της Σπάρτης, του Λεονταρίου, της Καρύταινας και του Αγίου Αθανασίου. Σε κάθε πύλη υπήρχε και μία τάπια (προμαχώνας) σε σχήμα μισοφέγγαρου. Το ύψος τού τείχους ήταν πέντε μέτρα και το πάχος ήταν περίπου δύο μέτρα. Μέσα στην πόλη βρίσκονταν περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες άμαχοι μουσουλμάνοι, Εβραίοι και λίγοι χριστιανοί Από αυτούς περισσότεροι από δέκα χιλιάδες ήταν ένοπλοι, Τούρκοι και Αλβανοί.
Μετά τη μάχη στη γράνα, στις 10 Αυγούστου 1821, η κατάληψη της Τριπολιτσάς ήταν σχεδόν βέβαιη. Όταν η κατάσταση δυσκόλεψε από την έλλειψη τροφίμων αλλά και την επιδημία τύφου που ενέσκηψε στην αποκλεισμένη πόλη, έπεσε το ηθικό από τις περιφερικές ήττες και βασίλεψε η απελπισία. Κάποιοι από τους κατοίκους, με τη μεσολάβηση των Αλβανών της φρουράς, άρχισαν κρυφές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές για την ασφαλή έξοδό τους από την πολιορκημένη πόλη.
Στην πολιορκία οι Έλληνες έφθαναν περίπου τους δέκα χιλιάδες. Ο Υψηλάντης άρχισε να οργανώνει καλύτερα τα στρατόπεδα, αφού έβλεπε ότι επικρατούσε αναρχία:
«Πρέπει και εις τας κατά μέρος ενδείξεις και πράξεις του πολέμου μας να φερώμεθα ευτάκτως, να πολεμούμεν ανδρείως τους ενόπλους εχθρούς και εις την γην και εις την θάλασσαν, να μεταχειριζώμεθα δε φιλανθρώπως τούς αόπλους και όσοι παραδίδονται απλώς ή με συνθήκας. Ούτως απαιτεί και η δικαιοσύνη και το συμφέρον και η δόξα τού ελληνικού ονόματος. Όστις δε ήθελε φέρεσθαι με απανθρωπίαν ή παράβασιν συνθήκης προς τους παραδιδομένους πολεμίους, ο τοιούτος καταδικάζεται ως πολέμιος τού Γένους.»
Στις 11 Σεπτεμβρίου με έγγραφη συμφωνία μεταξύ των οπλαρχηγών που υπέγραψε και ο Δημήτριος Υψηλάντης, αποφάσισαν για τη διανομή των λαφύρων στην περίπτωση της κατάληψης της Τριπολιτσάς:
«….δια να μην αδικηθή κανείς στρατιώτης, ούτε η πατρίς, δια την οποίαν πολεμούμεν, έγινε με τον υψηλότατον Πρίγκιπα, με όλους τους άρχοντας και με όλους τους αρχηγούς των στρατευμάτων της πολιορκίας εξέτασις, και με κοινήν γνώμην εκρίθησαν εύλογα τα ακόλουθα, τα οποία προλέγομεν και εις τους στρατιώτας, δια να δώσουν την συγκατάθεσίν των και να κάμωσιν όρκον εις την ελευθερίαν της πατρίδος, ότι θέλουσι τα φυλάξη….»
Οι όροι της συμφωνίας είχαν ως εξής:
• Αν η Τριπολιτσά παραδινόταν με συνθήκη, οι στρατιώτες θα έπαιρναν τα δυο τρίτα της λείας και το υπόλοιπο θα δινόταν στην πατρίδα «δια τα έξοδα του πολέμου και των άλλων αναγκών». Τα κανόνια και ο οπλισμός μετά από την καταγραφή τους θα αποδίδονταν στο «κοινό», δηλαδή στην πατρίδα.
• Αν κυρίευαν την Τριπολιτσά με έφοδο, τότε «από όλα τα λάφυρά της τα τρία μερίδια να είναι των στρατιωτών και το εν της πατρίδος». Στη μοιρασιά δεν υπολογίζονταν τα όπλα και τα πυρομαχικά, τα οποία θα περιέρχονταν στην πατρίδα.
• Αν οι Τούρκοι κατάφερναν να διασπάσουν την πολιορκία και να φύγουν, τότε ανεξάρτητα από την αποστολή του καθενός η λεία θα μοιραζόταν όπως στην προηγούμενη περίπτωση. Εδώ όμως υπήρχαν και ξεχωριστές αμοιβές για τους επικηρυγμένους Τούρκους αξιωματούχους.
• Όσοι στρατιώτες βρίσκονταν σε άλλες αποστολές μακριά από την Τριπολιτσά θα έπαιρναν τα ίδια μερίδια με όσους έμεναν στην πολιορκία.
Αυτά όλα φυσικά θα εφαρμόζονταν παρουσία του αρχιστράτηγου Δημητρίου Υψηλάντη.
Όμως για τους Έλληνες οπλαρχηγούς, που είχαν «γλυκαθεί» από τη λεία τους στη Μονεμβασιά και το Νιόκαστρο, η παρουσία του αρχιστράτηγου του ελληνικού στρατού, Δημητρίου Υψηλάντη, τους χάλαγε τα σχέδια. Ο πρίγκιπας Δημήτριος Υψηλάντης, με την ακεραιότητα και την ανιδιοτέλειά του, δεν θα επέτρεπε ποτέ την αχαλίνωτη λαφυραγώγηση και το πλιάτσικο μετά την πτώση της πολιορκημένης πόλης. Έτσι οι μεγάλοι οπλαρχηγοί αποφάσισαν να τον απομακρύνουν από την πολιορκία. Τον έστειλαν μαζί με τους γιούς του Κολοκοτρώνη, τον Πάνο και τον Γενναίο, και χίλιους άντρες και πολλούς ξένους αξιωματικούς που είχαν φθάσει για βοήθεια στην Ελλάδα, στον Κορινθιακό για να εμποδίσουν την απόβαση τουρκικών ενισχύσεων που θα έφταναν εκεί με τον τουρκικό στόλο. Στα Καλάβρυτα προστέθηκαν ακόμα χίλιοι άνδρες υπό τον Σωτήρη Χαραλάμπη. Η επικράτηση της Επανάστασης στον Μοριά στηριζόταν και στον αποκλεισμό του ανεφοδιασμού των Τούρκων. Ο ελληνικός στόλος συνεπικουρούμενος από χερσαία τμήματα, εμπόδιζε με επιτυχία την προσέγγιση στα παράλια του Μοριά του στόλου του Καρά-Αλή. Μετά την εσπευσμένη αποχώρηση του Υψηλάντη στις 13 Σεπτεμβρίου, αρχιστράτηγος στην πολιορκία ανέλαβε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.
Στις 15 Σεπτεμβρίου, το συμβούλιο των οπλαρχηγών αποφάσισε το αντίτιμο των πολεμικών αποζημιώσεων, σε περίπτωση συνθηκολόγησης των Τούρκων. Δέκα εκατομμύρια γρόσια για τις ζημιές στις Παλαιές Πάτρες, τέσσερα για τη Βοστίτσα, οκτώ για το Άργος, έξι για την Κόρινθο, δέκα έξι για την Τριπολιτσά και οκτώ για τα έξοδα του πολέμου. Συνολικά πενήντα δύο εκατομμύρια γρόσια και όλα τα όπλα! Το ποσό ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί και οι Τούρκοι, μετά τα γεγονότα στη Μονεμβασιά και το Νιόκαστρο, δεν θα μπορούσαν να παραδώσουν τα όπλα τους.
Ταυτόχρονα με αυτές τις διαπραγματεύσεις, είχαν αρχίσει οι διαδικασίες για μια ξεχωριστή συνθηκολόγηση με τους Αλβανούς της φρουράς. Όσο διαρκούσαν οι συνεννοήσεις με τον αρχηγό των Αλβανών Ελμάς μπέη, οι πλουσιότερες τουρκικές οικογένειες προσέγγιζαν με διάφορους μεσάζοντες, τους γνωστότερους μεγάλους Έλληνες οπλαρχηγούς και με το κατάλληλο αντίτιμο εξαγόραζαν την προστασία τους για να φύγουν από την Τριπολιτσά, με τα κινητά υπάρχοντά τους. Η προσδοκία αμύθητης λείας από την καταρρέουσα πρωτεύουσα του Μοριά, προσέλκυσε στο ελληνικό στρατόπεδο πλήθη ατάκτων αλλά ενόπλων χωρικών.
Η παράδοση της Τριπολιτσάς καθυστερούσε, αφού οι μεγάλοι οπλαρχηγοί προσδοκούσαν να έχουν ανταλλάγματα μόνο για τον εαυτό τους από τους Τούρκους που θα φυγάδευαν. Με μεμονωμένες συμφωνίες δεν ήταν υποχρεωμένοι να μοιραστούν τη λεία τους με το εθνικό ταμείο και τους απλούς στρατιώτες. Δεν δίσταζαν μάλιστα να κάνουν εμπόριο τροφίμων σε υπερβολικές τιμές, με τους πεινασμένους πολιορκημένους Τούρκους, στα ριζά των τειχών.
Οι απλοί στρατιώτες και οι μικροί καπετάνιοι έβλεπαν αυτό το παράδοξο αλισβερίσι και άρχισαν να φοβούνται ότι δεν θα μείνει τίποτα γι’ αυτούς μετά την παράδοση της πόλης. Με ξεχωριστή συμφωνία «μπέσας» οι Αλβανοί της φρουράς συνθηκολόγησαν για να φύγουν για την Ήπειρο, προστατευμένοι από τον Κολοκοτρώνη παρά τις αντιδράσεις του Ανδρέα Λόντου. Ημέρα αναχώρησης των Αλβανών ορίστηκε η 23η Σεπτεμβρίου. Περιμένοντας την άλωση της πόλης οι Έλληνες έθεσαν ξανά κανόνες για το μοίρασμα των λαφύρων. Έτσι σε γενικές γραμμές, ανεξάρτητα από τον πρώτο ή τελευταίο, τα τρία τέταρτα της λείας θα τα μοιράζονταν οι αγωνιστές, ενώ το άλλο τέταρτο θα πήγαινε στο Εθνικό θησαυροφυλάκιο. Θεσπίστηκαν ακόμα αμοιβές για κάθε νεκρό ή αιχμάλωτο Τούρκο. Επειδή οι μεγάλοι οπλαρχηγοί σκόπευαν να παρατείνουν την πολιορκία ακόμα και έξι μήνες, ζήτησαν από τους απλούς στρατιώτες να μείνουν απλήρωτοι αφού θα ακολουθούσε μεγάλη λαφυραγώγηση.
Στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου έγινε απόπειρα μεγάλης εξόδου περίπου τεσσάρων χιλιάδων πεινασμένων και διψασμένων γυναικόπαιδων. Οι γυναίκες και τα παιδιά βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο πυρά. Από τη μια οι Έλληνες πολιορκητές προσπαθούσαν να τις αναχαιτίσουν και από την άλλη οι Τούρκοι από τα τείχη πυροβολούσαν για να τις αναγκάσουν να ολοκληρώσουν την έξοδο. Γράφει ο Φιλήμων στηριζόμενος στη γραπτή μαρτυρία του παρόντος και αυτόπτη μεγάλου Φιλικού, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου:
«….Σύζυγοι κατά συζύγων, πατέρες κατά τέκνων, τέκνα κατά πατέρων και μητέρων, αδελφοί κατά αδελφών και ομόπιστοι κατά ομοπίστων τον θάνατον εξεσφενδόνιζον λόγω σκληράς ανάγκης και επ’ ελπίδι ατομικής σωτηρίας. Ο ουρανός επληρώθη των γοερωτέρων οιμωγών των θυμάτων αυτών, επικαλουμένων εν ονόματι του θεού το έλεος (αμάν, Αλλάχ ιστούν). Εις τα κακά της ημέρας ταύτης ουδεμία ευαίσθητος καρδία αντείχε…».
Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήνα 1861, σ. 218, 219
Γι’ αυτό το περιστατικό συνεχίζει ο φιλέλληνας Γάλλος συνταγματάρχης Olivier Voutier (Ολιβιέ Βουτιέ) περιγράφοντας την τύχη των γυναικόπαιδων της εξόδου:
«…είχαν βγει από τα τείχη και ήταν «ωχροί και σκελετωμένοι» και «…ενέπνευσαν σ’ όλους τον οίκτο και τους έστειλαν σ’ ένα γειτονικό χωριό…».
Colonel Voutier: Απομνημονεύματα
Τα χαράματα της 23ης Σεπτεμβρίου οι Αλβανοί ετοιμάζονταν να φύγουν ενώ οι Τούρκοι έκαναν συνέλευση αφού ετοιμάζονταν να ζητήσουν νέες διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες. Τότε όμως οι μικροί καπετάνιοι και οι στρατιώτες τους αντέδρασαν αιφνιδιαστικά.
Ένας μικρός καπετάνιος ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό, γνώριζε έναν Τούρκο που υπηρετούσε στην τάπια του Ναυπλίου και αντάλλασσαν τρόφιμα με όπλα. Στις 23 Σεπτεμβρίου κατάφερε, μαζί με άλλους δύο συντρόφους του, να εξουδετερώσει τους φρουρούς και να καταλάβει την τάπια. Ο ιστοριογράφος του Αγώνα Νικόλαος Σπηλιάδης, που έζησε τα γεγονότα γράφει στα «Απομνημονεύματά» του:
«O Μανώλης Δούνιας από τον Πραστόν… ‘Ήταν ημέρα Παρασκευή, εικοστή τρίτη του Σεπτεμβρίου 1821… και ο Δούνιας ανεβαίνει το τείχος επί σκοπώ να εξαγάγει τον Τούρκον… Κατόπιν τούτου έδραμον άλλοι και ανεβαίνουσιν ωσαύτως. Κατόπι δε τούτων και άλλοι, ό,τε αδελφός του Κεφάλα και ο Διονύσιος Βασιλείου, και όρμησαν τινές εν ριπή οφθαλμού εις το επί της πύλης (του Ναυπλίου) πυροβολοστάσιον, στρέφωσι τα πυροβόλα προς την πόλιν…».
Οι κοντινοί πολιορκητές εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία. Πενήντα άνδρες με «ρεσάλτο», πατώντας ο ένας πάνω στους ώμους του προηγούμενου, κατόρθωσαν να μπουν στο φρούριο και να υψώσουν το μπαϊράκι τους. Μετά τον Δούνια, στους πρώτους που πάτησαν στην Τριπολιτσά αναφέρεται και ο Παναγιώτης Κεφάλας. Από εκεί άρχισε το πυρ κατά της πόλης και του σαραγιού. Όσοι Αλβανοί δεν είχαν προλάβει να φύγουν, συγκεντρώθηκαν στο σαράι και παρέμειναν αμέτοχοι αλλά σαφώς αμυνόμενοι στην ορμή των ατάκτων. Οι επιτιθέμενοι Έλληνες τους έπεισαν όμως να αποχωρήσουν και να συναντήσουν τον Κολοκοτρώνη στο στρατόπεδό του στα Τρίκορφα. Ο Κολοκοτρώνης τηρώντας τη «μπέσα» φρόντισε για την ασφαλή αναχώρησή τους μαζί με τον Πλαπούτα που πήγε μαζί τους ως όμηρος-εγγυητής της ασφάλειάς τους. Η στάση του Κολοκοτρώνη στη φυγάδευση των Αλβανών αποδοκιμάστηκε από τον Δεληγιάννη και ήταν η αιτία της κατοπινής εχθρότητας στις σχέσεις τους.
Τότε και άλλοι Έλληνες που ήταν εκεί κοντά σκαρφάλωσαν με σχοινί στα τείχη και άνοιξαν όλες τις καστρόπορτες. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να αμυνθούν και οι μάχες σώμα με σώμα γενικεύτηκαν στους δρόμους της πόλης. Οι επαναστάτες όμως ήσαν πλέον ασυγκράτητοι και παθιασμένοι και κατάφεραν γρήγορα να εξουδετερώσουν κάθε αντίσταση. Μετά τη φυγή των Αλβανών του Ελμάς μπέη, στην Τριπολιτσά ακολούθησε τρομακτική σφαγή.
Πολλοί Τούρκοι οχυρώθηκαν στα σπίτια τους. Οι επαναστάτες όμως έκαιγαν τα πάντα. Τελικά έπεσε και τελευταίο σημείο αντίστασης των Τούρκων, η μεγάλη Τάπια. Επακολούθησε ανηλεής σφαγή των Τούρκων, στρατιωτών και αμάχων, από τους διψασμένους για εκδίκηση Έλληνες – παρά τις προσπάθειες αρκετών οπλαρχηγών να διασώσουν τους αιχμαλώτους-, και η Τριπολιτσά παραδόθηκε στις φλόγες. Οργή πολλών δεκαετιών ξέσπασε πάνω στους αμάχους Τούρκους και Εβραίους. Για τρεις ημέρες το αίμα έτρεχε ποτάμι στα σοκάκια της πόλης. Ημέρες καταστροφής, πυρκαγιάς, δηώσεων και βιασμών, λεηλασίας και αίματος. Οι δρόμοι στρώθηκαν με πτώματα.Όλεθρος. Ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του περιγράφει ότι μπαίνοντας στην κυριευμένη πόλη:
«…το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη…».
Ο Maxime Raybaud περιγράφει με λεπτομέρειες στιγμιότυπα από τη φρίκη της τριήμερης σφαγής:
«…σ’ ένα μόνο νόμο υπάκουαν, σ’ αυτόν της καταστροφής, σ’ ένα σύνθημα, της σφαγής».
Οι νεκροί Τούρκοι αλλά και Εβραίοι, υπολογίζονται σε δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες. Το χαρέμι του Χουρσίτ γλύτωσε, όπως και κάποιοι πλούσιοι Τούρκοι που έδωσαν λύτρα. Οι ελληνικές απώλειες ήταν από εκατό μέχρι επτακόσιοι. Τα αποτελέσματα της κατάληψης της Τριπολιτσάς ήταν καταλυτικά για τη συνέχιση του αγώνα. Οι αγωνιστές εφοδιάστηκαν με έντεκα χιλιάδες όπλα, εμψυχώθηκαν και η Επανάσταση έκανε αίσθηση στο εξωτερικό. Ο Δαυίδ νίκησε τον Γολιάθ. Οι πανίσχυροι Τούρκοι του Μοριά νικήθηκαν και σχεδόν όλη η Πελοπόννησος, εκτός λίγων φρουρίων, περιήλθε στους Έλληνες. Σύμφωνα με τον Φιλήμονα:
«τα αποτελέσματα της αλώσεως της Τριπόλεως επήλθον μέγιστα ως προς τους Έλληνας».
Εννέα ημέρες μετά την άλωση, ο Δημήτριος Υψηλάντης επέστρεψε άπρακτος στην Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι δεν προχώρησαν σε απόβαση στη βόρεια ακτή του Μοριά. Ο Καρά-Αλή μπήκε στο Γαλαξίδι, αιχμαλώτισε τριάντα τέσσερα καράβια και έβαλε ξανά πλώρη για το Αιγαίο και την Κωνσταντινούπολη. Οι στρατιώτες του Υψηλάντη δυσφορούσαν αφού έχασαν την ευκαιρία να λαφυραγωγήσουν κι αυτοί. Και δεν έφτανε αυτό. Το κύρος του Υψηλάντη καταρρακώθηκε, αφού δεν ηγήθηκε αυτός στη μέχρι τότε μεγαλύτερη επιτυχία των επαναστατημένων Ελλήνων.
Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, που έγινε ενώ ο Υψηλάντης βρισκόταν στον Κορινθιακό και παρά τις διαδιδόμενες συκοφαντίες εναντίον του από τους πολιτικούς που είχαν μαζευτεί στο Άργος, ο Υψηλάντης ξεκίνησε τις διαδικασίες για τη συγκρότηση εθνικής Συνέλευσης.
