Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2026 18:30

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης

Γράφτηκε από τον

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης γεννήθηκε το 1780 στα Λαγκάδια και ήταν το τέταρτο από τα έντεκα παιδιά του πρόκριτου των Λαγκαδιών, Γιάννη Παπαγιαννόπουλου-Δεληγιάννη, μοραγιάννη για πολλά χρόνια και βεκίλη του Μοριά στην Κωνσταντινούπολη για μια τριετία.
Μετά τη δολοφονία του πατέρα του από τους Τούρκους, στις 7 Φεβρουαρίου του 1816, ο Κανέλλος Δεληγιάννης ανέλαβε την ηγεσία της οικογένειας, συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, εδραιώνοντας τη θέση του μεταξύ των ισχυρών προκρίτων του Μοριά.    Το 1819 πήγαν μαζί με τον αδελφό του Αναγνώστη στην Κωνσταντινούπολη, για ενάμισι χρόνο. Εκεί μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Σέκερη ή τον Παναγιώτη Αβδάλη όπως αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο της Εταιρείας. Στη συνέχεια, αφού γύρισε στα Λαγκάδια, μύησε και τα αδέλφια του, Δημητράκη και Κωνσταντάκη. Στην προετοιμασία και την έναρξη της Επανάστασης στον Μοριά, ο Κανέλλος Δεληγιάννης είχε σημαντική συμβολή τόσο οικονομικά όσο και οργανωτικά.   
Στο ξέσπασμα του Αγώνα, ταυτόχρονα με την παράδοση της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821, μαζί με τους Πλαπουταίους και άλλους συντοπίτες του, κήρυξαν την έναρξη της Επανάστασης στη Γορτυνία. Αμέσως μετά, ο Κανέλλος Δεληγιάννης ανέλαβε την πολιορκία της Καρύταινας. Φυσικά υπήρξαν αντιδράσεις από αντίπαλες τοπικές οικογένειες προκρίτων αλλά και από τους Τούρκους, αλλά η Επανάσταση εδραιώθηκε. Βέβαια οι συνθήκες που επικράτησαν εκείνη τη στιγμή ήταν πολύ σκληρές και έκρυβαν μεγάλη αγριότητα και ωμότητες. Την 1η Απριλίου 1821, αποφασίστηκε η εξόντωση των σαράντα τουρκικών οικογενειών της περιοχής αλλά και η πυρπόληση του τοπικού τεμένους. Η διαταγή της σφαγής δόθηκε στις 7 Απριλίου από τον Κανέλλο Δεληγιάννη. Τριακόσιοι άοπλοι άμαχοι σφαγιάστηκαν. Η απάνθρωπη αυτή ενέργεια είχε ως στόχο της τη συμπαράταξη των φοβισμένων Ελλήνων κατοίκων της περιοχής που δίσταζαν να συστρατευθούν στην αντιμετώπιση των Τούρκων. Οι Δεληγιανναίοι μπήκαν μπροστά και συγκρότησαν ένα ιδιόμορφο πολεμικό σώμα τρισήμιση χιλιάδων, κυρίως μισθοφόρων. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης όρισε επικεφαλής τους τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.     
Τον Φεβρουάριο του 1821, υπό το βάρος της φημολογίας για την επερχόμενη έναρξη της Επανάστασης και σε μια κίνηση για την εξαπάτηση των Τούρκων, ώστε να καθυστερήσει την αντίδραση τους πριν τη σχεδιαζόμενη έναρξη    της Επανάστασης , ο Θεοδωράκης Παπαγιαννόπουλος-Δεληγιάννης, εκπροσωπώντας την ισχυρή οικογένεια των προκρίτων των Λαγκαδιών, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και μαζί με άλλους δέκα πέντε πρόκριτους και οκτώ αρχιερείς πήγαν ως όμηροι στην Τριπολιτσά. Οι όμηροι, κατά τη διάρκεια της πολύμηνης πολιορκίας της πόλης, κλείστηκαν σε μια φυλακή κάτω από το σαράι και ζούσαν εκεί σε άθλιες συνθήκες. Κι ενώ ο αδελφός του Κανέλλος Δελληγιάννης πρωτοστατούσε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, ο Θεοδωράκης Δεληγιάννης, πέντε ημέρες πριν από την άλωση που ακολούθησε, στις 23 Σεπτέμβρη 1821, υπέκυψε στις κακουχίες της φυλακής.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης, εκτός από την πολιορκία της Καρύταινας και την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς, είχε πάρει μέρος σε πολλές άλλες μάχες του Αγώνα. Ήταν παρών και στην πολιορκία του Μεσολογγίου αλλά και στη μάχη του Πέτα. Το 1823, κατά τη διάρκεια του πρώτου εμφύλιου πολέμου, ο Κανέλλος Δεληγιάννης υποστήριξε την παράταξη των προκρίτων του Μοριά και των Υδραίων καραβοκύρηδων. Τότε συντάχθηκε μαζί του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Για να επισφραγίσουν τη συμμαχία τους αρραβώνιασαν τον δεκατριάχρονο γιο του Κολοκοτρώνη Κολλίνο (Κωνσταντίνο) με την εξάχρονη κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη, Μαρία. Ήταν ένας «πολιτικός αρραβώνας» που είχε ως στόχο του τη γεφύρωση του χάσματος που υπήρχε μεταξύ των δυο μεγάλων οικογενειών του Μοριά, των Δεληγιανναίων της παράταξης των «κοτζαμπάσηδων» και των Κολοκοτρωναίων που ακολουθούσαν τους «στρατιωτικούς». Βέβαια δεν ακολούθησε γάμος, αφού γρήγορα ανατράπηκαν οι ισορροπίες και οι δυο οικογένειες βρέθηκαν και πάλι σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Στον δεύτερο εμφύλιο, μετά από εντολή της κυβέρνησης του Γεώργιου Κουντουριώτη,    ο Κανέλλος Δεληγιάννης συνελήφθη και φυλακίστηκε μαζί με τον Κολοκοτρώνη και άλλους αγωνιστές αλλά και προκρίτους. Κρατήθηκαν στη Μονή του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα, απ' όπου και απελευθερώθηκαν μερικούς μήνες αργότερα, λίγο πριν τη θυσία του Παπαφλέσσα και των ανδρών του στο Μανιάκι. Η απελευθέρωσή τους αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση την απειλή του Ιμπραήμ στην εκστρατεία του στον Μοριά.
Μετά την Απελευθέρωση, τα προνόμια της οικογένειας των Δεληγιανναίων καταργήθηκαν λόγω της «φιλοτουρκικής στάσης» του πατέρα τους, Γιάννη Παπαγιαννόπουλου-Δεληγιάννη. Όμως οι υπηρεσίες και η προσφορά του Κανέλου Δεληγιάννη αναγνωρίστηκαν και του απονεμήθηκε σύνταξη αντιστράτηγου. Στην περίοδο της βασιλείας του Όθωνα του είχε απονεμηθεί τιμητικά ο βαθμός του συνταγματάρχη ενώ τότε υπηρέτησε και ως νομοεπιθεωρητής Μεσσηνίας. Από το 1844 μέχρι το 1845 ήταν ο πρόεδρος της Βουλής.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης, όπως και άλλοι πολλοί αγωνιστές, από το 1853 μέχρι το 1856 έγραψε τα απομνημονεύματά του που αποτελούν μια σοβαρή ιστορική πηγή. Τα «Απομνημονεύματα» ο Κανέλλος Δεληγιάννης    άρχισε να τα γράφει σε ηλικία 74 χρονών, το 1854. Τα χειρόγραφά του έμειναν ανέκδοτα μέχρι το 1957, όταν και πρωτοεκδόθηκαν σε τρεις τόμους. Εκεί αρχικά φαίνεται να απολογείται για την στάση και την πολιτεία του πατέρα του, Γιάννη Παπαγιαννόπουλου-Δεληγιάννη, προσπαθώντας να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειάς του αλλά στη συνέχεια τοποθετείται απέναντι στα γεγονότα, όχι ως υπερασπιστής των κοτζαμπάσηδων, αλλά ως αγωνιστής που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρεται στον Αγώνα με ιδιαίτερα καυστικό λόγο κατά των στρατιωτικών και κυρίως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αλλά και των «ξένων» πολιτικών που επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν τη μετεπαναστατική Ελλάδα.   
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης πέθανε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτέμβρη του 1862, φτωχός, σε πλήρη ένδεια, σε ηλικία ογδόντα δύο ετών. Όλη η οικογενειακή περιουσία των Δεληγιανναίων είχε δαπανηθεί για τις ανάγκες του απελευθερωτικού Αγώνα.

[Στη φωτογραφία: Ο Κανέλλος Δεληγιάννης λίγο πριν πεθάνει, το 1862]