Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2026 20:46

Ο Αθανάσιος Σαγιάς

Γράφτηκε από τον

Ο Αθανάσιος Σαγιάς

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Ο Θάνος Κανακάρης, που γεννήθηκε στην Πάτρα το 1760, ήταν γιος του καθολικού Μπενιζέλου Ρούφου, που καταγόταν από παλιά αρχοντική, σικελική οικογένεια. Η μητέρα καταγόταν από την πλούσια πατρινή οικογένεια Κανακάρη.  Σε ηλικία δέκα ετών ο Θάνος υιοθετήθηκε από τον θείο του Ρόδη Κανακάρη και έγινε ο μοναδικός κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας και ασχολήθηκε, με ιδιαίτερη επιτυχία, με το διεθνές εμπόριο. Το 1785 εκλέχτηκε προεστός της επαρχίας της Πάτρας και έφτασε να είναι μέσα στους πέντε ισχυρότερους προεστούς του Μοριά. Αρκετά χρόνια ήταν βεκίλης, δηλαδή αντιπρόσωπος του Μοριά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί μπήκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την έναρξη του Αγώνα ακολούθησε τον Μαυροκορδάτο και ήταν αντίπαλος του Κολοκοτρώνη. Στις 22 Ιουλίου 1822, ο Κανακάρης πρόσφερε υπέρ του Αγώνα 20.000 γρόσια. Πέθανε στην Ερμιόνη στις 14 Ιανουαρίου 1823.

Γιός του Θάνου Κανακάρη ήταν ο Μπενιζέλος Ρούφος που γεννήθηκε στην Πάτρα, το 1795. Μητέρα του ήταν η Μαρία Κωστάκη, της ισχυρής εμπορικής οικογένειας της Πάτρας. Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και, όπως κι ο πατέρας του, είχε προσφέρει σημαντικά ποσά για την προετοιμασία της Επανάστασης. Λόγω της καταγωγής του από την οικογένεια Κανακάρη - Ρούφου αλλά και της οικονομικής άνεσης από την οικογένεια Κωστάκη, ο Μπενιζέλος Ρούφος ήταν πανίσχυρος παράγοντας της Πάτρας. Πήρε μέρος στην κήρυξη της Επανάστασης στην Πάτρα την 23η Μαρτίου 1821 και στη δημιουργία του Αχαϊκού Διευθυντηρίου. Αργότερα έγινε δήμαρχος στην Πάτρα, μέλος της αντιβασιλείας, υπουργός εσωτερικών  και τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Σε αυτή την οικογένεια προυχόντων είχε καταφέρει να μπεί, ως μέλος της φρουράς της, ο οπλαρχηγός Δημήτριος Νενέκος που καταγόταν από τα Ζουμπατοχώρια του Παναχαϊκού και εξελίχθηκε σε μεγάλο προδότη του Αγώνα. Προσκύνησε τον Ιμπραήμ και υποχρέωνε μεγάλες περιοχές της Ηλείας και της Αχαϊας να προσκυνήσουν. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» έσωσε την Επανάσταση. Ταυτόχρονα, διέταξε τον μικρό οπλαρχηγό της περιοχής Αθανάσιο Σαγιά, να τον εξοντώσει. Αυτός συμφώνησε αλλά στη συνέχεια υπαναχώρησε, ενδεχομένως λόγω μακρινής συγγένειας με τον  Νενέκο. Ο Κολοκοτρώνης του έδωσε εντολή και δεύτερη φορά. Ο Νενέκος όμως είχε μάθει ότι ο Σαγιάς θα τον σκότωνε και είχε αρχίσει να τον κυνηγάει ανελέητα. Σε μια ενέδρα που είχε στήσει για να σκοτώσει τον Σαγιά, σκοτώθηκε ο ίδιος.

Αργότερα, ο Σαγιάς έστειλε επιστολή στον Καποδίστρια, εξιστορώντας τα γεγονότα. Εκεί αφού αρχικά αναφέρεται στη δολοφονία από τον Νενέκο δύο συντρόφων του, του Λαμπρούλη και του Σπανοκυριάκου και τον ακρωτηριασμό του δεξιού χεριού του Σμυρνιώτη, αναφέρει ότι στη συνέχεια ο Νενέκος πήρε:

«…μια στάνην πρόβατα, του μαντά ονομαζομένου και δύο ανιψιούς μου αιγμαλώτους, αυτό όμως το έκαμε τεχνηκέντως δια να φονεύση εμένα».

Αρχικά ο Σαγιάς και οι δικοί του πίστεψαν ότι την κλοπή των προβάτων και την αιχμαλωσία των ανιψιών του την είχαν κάνει Τούρκοι και βγήκαν για να τους καταδιώξουν. Ο Νενέκος όμως τους είχε στήσει ενέδρα στην οποία σκοτώθηκε ο αδελφός του Σαγιά. Εκεί όμως και ο Σαγιάς κατάφερε να σκοτώσει τον Νενέκο. Ετσι τελείωσε η υπόθεση του «προσκυνήματος» στον Ιμπραήμ. Κι ενώ θα περίμενε κανείς να τιμηθεί ο Αθανάσιος Σαγιάς για το κατόρθωμά του, αφού απάλλαξε τον τόπο από τον προδότη, αυτός κατηγορήθηκε και ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα. Ο Μπενιζέλος Ρούφος, θέλοντας να εκδικηθεί τον θάνατο του Νενέκου, καταδίωξε τον Αθανάσιο Σαγιά.

Αργότερα, μετά την Απελευθέρωση, ο Σαγιάς έστειλε στον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια δυο επιστολές. Στην πρώτη, που στάλθηκε από την Καρύταινα την 1η Ιουνίου 1829, ο Σαγιάς ζητάει από τον Κυβερνήτη να τον διορίσει στον στρατό, με όσους στρατιώτες εκείνος θέλει. Του εξηγεί ότι έχει δωδεκαμελή οικογένεια που αδυνατεί να θρέψει. Για τον διωγμό του από την Αχαΐα ο Σαγιάς αναφέρει:

«… ο δε κύριος μπενιζέλος εσύναξε τους προσκυνημένους και μου τους έρριψε επάνω μου με αιχμαλώτισαν τα παιδία μου ελαφυραγώγησαν τα ρούχα μου, τα ενδύματά μου και όλην μου την ύπαρξιν εθανάτωσαν, και τους δύο συντρόφους μου επειδή τα απαρατήσαμε δια να σώσωμεν την ζωήν μας, ύστερον έστειλε εις το χορίον μου και εχάλασε ένδεκα φαμιλίαις συγγενείς μου και συμπολίτας μου αναίτιους εξόχως άπαντα όλους, εθανάτωσε και μία λεχώνα με δύο βρέφη, τα οποία δεν έπραξαν ούτε οι τούρκοι τοιούτα πράγματα…».

Και κλείνει την επιστολή του ζητώντας να του δοθεί έγγραφη άδεια για να ξαναγυρίσει ελεύθερα στην πατρίδα του και να εγκατασταθεί σ’ ένα χωριό μακριά απ’ όλους τους εχθρούς του.

Είναι τουλάχιστον περίεργο το γιατί ο Μπενιζέλος Ρούφος θύμωσε τόσο πολύ για τον φόνο του προσκυνημένου Νενέκου και καταδίωξε ανελέητα τον Αθανάσιο Σαγιά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Μπενιζέλος Ρούφος συνεργάστηκε γι αυτή την καταδίωξη του Σαγιά με πολλούς προσκυνημένους και φίλους του Νενέκου. Το γιατί είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί. 

Η πρώτη επιστολή του Σαγιά προς τον Καποδίστρια δεν απαντήθηκε. Κι αυτός, στις 20 Ιουλίου 1829, ξαναστέλνει από το Άργος μια δεύτερη που ξαναζητά να εκδοθεί διαταγή προς τον προσωρινό Διοικητή της Πάτρας για να τον προστατεύει από τους εχθρούς του και να μπορέσει να επιστρέψει ελεύθερα στο χωριό του. Προσφέρθηκε μάλιστα να απολογηθεί για τον φόνο του Νενέκου.

Τελικά κανείς δεν προστάτεψε τον Αθανάσιο Σαγιά, που περιφερόταν με την οικογένειά του μακριά από το χωριό του. Μια νύχτα, στο φρούριο της Πάτρας, δεν απάντησε σε εντολή Γάλλου στρατιώτη κι αυτός τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Ο Σαγιάς δεν γνώριζε τη γαλλική γλώσσα.

Ο Αθανάσιος Σαγιάς, όχι μόνο δεν τιμήθηκε αλλά καταδιώχθηκε άγρια και αναίτια, από τον πανίσχυρο Μπενιζέλο Ρούφο.

[Στη φωτογραφία: Ο Αθανάσιος Κανακάρης καταλαμβάνει την Πάτρα - Έργο του Πέτερ φον Χες]