Στις 25 Απριλίου του 1832 στο Λονδίνο, οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, με διεθνή συνθήκη προσπάθησαν να δώσουν τέλος στην Ελληνική Επανάσταση εγκαθιδρύοντας καθεστώς Βασιλείας. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου, στο όνομα του Ελληνικού Έθνους και με τον ελληνικό λαό αμέτοχο θεατή, πρόσφεραν το στέμμα του κληρονομικού μονάρχη στον τότε δεκαεπτάχρονο Όθωνα, γιο του Βαυαρού βασιλιά Λουδοβίκου Α΄. Η ‘Ελληνική Πολιτεία’ της εποχής Καποδίστρια μετονομάσθηκε σε ‘Βασιλεία της Ελλάδος’.
Μέχρι την ενηλικίωση του νεαρού βασιλιά, που θα γινόταν την 20η Μαΐου 1835, τη βασιλική εξουσία θα ασκούσε μια τριμελής επιτροπή, η Αντιβασιλεία, που είχε διορίσει ο πατέρας του ανήλικου Όθωνα, Λουδοβίκος. Υπήρχε πρόβλεψη για την δημιουργία ελληνικού τακτικού στρατού κυρίως με Βαυαρούς αξιωματικούς, αλλά και υπόσχεση για σύναψη δανείων, με εγγύηση μάλιστα των τριών Δυνάμεων, για το νέο ελληνικό βασίλειο, μέχρι του ανώτατου ποσού των εξήντα εκατομμυρίων φράγκων.
«…η Ελλάς, υπό την εξουσία του πρίγκιπος Όθωνος της Βαυαρίας και με την εγγύηση των τριών Αυλών, θα αποτελέσει ένα μοναρχικό, ανεξάρτητο κράτος…»
από το άρθρο 4 της συνθήκης του Λονδίνου στις 25 Απριλίου του 1832
Έτσι ο λαός, ρημαγμένος από τη φτώχεια και τις κακουχίες τόσων χρόνων σκλαβιάς και αγώνα, ήταν υποχρεωμένος να «εξευρωπαϊστεί» και να μπει υπό την εξουσία των τριών Αυλών που ακολουθούσαν την αρχή του Niccolò Machiavelli «Διαίρει και βασίλευε». Τα ξενικά κόμματα, το «λεγόμενον Ρωσσικόν κόμμα», οι Ναπαίοι του Ανδρέα Μεταξά και του Κολοκοτρώνη, το «λεγόμενον Αγγλικόν κόμμα» του Μαυροκορδάτου και το «λεγόμενον Γαλλικόν κόμμα» του Κωλέττη, χώρισαν το λαό που μέχρι πριν λίγο καιρό πολεμούσε τον κοινό εχθρό. Ποια ανάγκη και σκοπιμότητα άλλωστε εξυπηρετούσαν τα κόμματα και οι φατρίες τη στιγμή που το κοινό καλό ήταν ξεκάθαρο και η Εθνική Ανεξαρτησία γενική απαίτηση; Μόνο τα ξένα συμφέροντα και οι ιδιοτέλεια μερικών πολιτικών, χώρισαν εκείνη τη στιγμή τον λαό και τον οδήγησαν στη Βασιλεία. Είναι χαρακτηριστικό για το κλίμα της εποχής το αντιευρωπαϊκό ξέσπασμα οργής του Μακρυγιάννη, στα απομνημονεύματά του:
«…Μια χούφτα απόγονοι εκείνων των παλαιών Ελλήνων χωρίς ντουφέκια και πολεμοφόδια και τ’ άλλα τ’ αναγκαία του πολέμου ξεσκεπάσαμεν την μάσκαρα του Γκραν Σινιόρε, του Σουλτάνου, οπούχε εις το πρόσωπόν του κ’ έσκιαζε εσέναν τον μεγάλον Ευρωπαίον. Και του πλέρωνες χαράτζι εσύ ο δυνατός, εσύ ο πλούσιος, εσύ ο φωτισμένος, και τον έλεγες Γκραν Σινιόρε, φοβώσουνε να τον ειπής Σουλτάνο. Όταν ο φτωχός ο Έλληνας τον καταπολέμησε ξυπόλητος και γυμνός και του σκότωσε περίτου από τετρακόσες χιλιάδες ανθρώπους, τότε πολέμαγε και μ’ εσένα τον χριστιανόν- με της αντενέργειές σου και τον δόλον σου και την απάτη σου κ’ εφοδίασμα της πρώτες χρονιές των κάστρων. Αν δεν τα’ φόδιαζες εσύ ο Ευρωπαίγος, ήξερες που θα πηγαίναμεν μ’ εκείνη την ορμή. Ύστερα μας γιομώσατε και φατρίες - ο Ντώκινς* μας θέλει Άγγλους, ο Ρουγάν* Γάλλους, ο Κατακάζης* Ρούσσους· και δεν αφήσετε κανέναν Έλληνα – πήρε ο καθείς σας το μερίδιον του· και μας καταντήσετε μπαλαρίνες σας· και μας λέτε ανάξιους της λευτεριάς μας, ότι δεν την αιστανόμαστε. Το παιδί όταν γεννιέται, δεν γεννιέται με γνώση· οι προκομμένοι άνθρωποι το αναστήνουν και το προκόβουν. Τέτοια ηθική είχετε εσείς και προκοπή, τέτοιους καταντήσετε κ’ εμάς τους δυστυχείς.
Όμως του κάκου κοπιάζετε. Αν δεν υπάρχη σ’ εσάς αρετή, υπάρχει η δικαιοσύνη του μεγάλου Θεού, του αληθινού βασιλέα…»
*πρόκειται για τους αντιπρέσβεις Edward Dawkins (Βρετανική Αυτοκρατορία), Achille de Rouen (Ιουλιανή Μοναρχία,Γαλλία) και τον Φαναριώτη διπλωμάτη Γαβριήλ Κατακάζη, απεσταλμένο πρέσβη της Ρωσίας επί του Βασιλιά της Ελλάδας.
Στρατηγού Μακρυγιάννη: ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ εκδ. ΜΠΑΫΡΟΝ σελ 339.
Το καλοκαίρι του εμφυλιοπολεμικού 1832, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης που είχε απομακρυνθεί από την Κυβερνητική Επιτροπή, επηρέαζε μεγάλο αριθμό τοπικών παραγόντων και παλιών οπλαρχηγών του Μοριά και ετοιμαζόταν να ανατρέψει την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη που θεωρούσε αντιπατριωτική. Στο πλαίσιο της κινητοποίησης των δυνάμεων που ήταν πιστές σ’ αυτόν έστειλε επιστολή στον Αναστάση Τζαμαλή, οπλαρχηγό στο χωριό Ασλάναγα (σημερινό Άρις) της Μεσσηνίας, για την προετοιμασία μιας εξέγερσης:
…« Αδελφέ Αναστάση Τζαμαλή και λοιποί προκριτοδημογέροντες και κάτοικοι του χωρίου Ασλάναγα και πέριξ χωρίων…
Ήλθεν λοιπόν η στιγμή καθ’ ήν πρέπει να δείξετε και σεις εμπράκτως τα γενναία και πατριωτικά φρονήματά σας δια να καταστρέψωμεν την παρανομίαν και να επαναγάγωμεν εις την πατρίδα μας την παρ’ όλων ποθητήν ησυχίαν και ευνομίαν, συνιστώντες Κυβέρνησιν νόμιμον μέχρι της ελεύσεως του σεβαστού ηγεμόνος »…
Το συνωμοτικό ύφος και η ατμόσφαιρα της εμφύλιας σύρραξης φαίνονται καθαρά σε μια ανάλογη επιστολή του Νικηταρά προς τους πρόκριτους και τους δημογέροντες του Ασλάναγα:
…« να ακολουθήσετε τον καπετάν Τζαμαλή, όστις θέλει σας είπει δια ποίαν αιτίαν κινείται »…
Τα δυο κείμενα βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, Αρχείο Χειρογράφων
(Μ8, 236, φακ. Δουκάκη).
Από τα Μεσσηνιακά 69-70, του Μίμη Φερέτου.
Στις 20 Ιανουαρίου 1833 έφθασαν στο Ναύπλιο τα πλοία των τριών Δυνάμεων που έφερναν τον Όθωνα, τους αντιβασιλείς, τα βαυαρικά στρατεύματα και εγκατέστησαν τη Βασιλεία στην Ελλάδα. Στις 25 Ιανουαρίου έγινε η επίσημη υποδοχή του Όθωνα στο Ναύπλιο και έτσι, έστω και προσωρινά έπαυσαν οι εμφύλιες εχθροπραξίες, που χαρακτήρισαν την εποχή ως «τρομοκρατία» ή «αναρχία». Οι Έλληνες υποδέχτηκαν τον δεκαεπτάχρονο Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδας ως σωτήρα και εγγυητή της ανεξαρτησίας τους. Σχεδόν αμέσως όμως διαπίστωσαν ότι δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις για συνταγματική διακυβέρνηση αντέδρασαν με κάθε τρόπο απέναντι στο καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας που τους επιβλήθηκε από τις Δυνάμεις. Η αντίδραση ήταν δικαιολογημένη. Η Αντιβασιλεία, που απαρτιζόταν από τον κόμη Joseph Ludwig von Armansperg, τον στρατηγό Karl Wilhelm von Heideck και τον καθηγητή Georg Ludwig von Maurer, έπρεπε να επιβάλει τη Βαυαροκρατία. Οι παλιοί αγωνιστές, μαθημένοι στον πόλεμο και τη ζωή των ατάκτων, έπρεπε να εκγερμανιστούν και μόνο μερικοί απ’ αυτούς να καταφέρουν να καταταγούν στον νεοσύστατο ελληνικό στρατό και οι πιο τυχεροί στη χωροφυλακή. Η σκληρή στάση των Βαυαρών απέναντι στους παλιούς αγωνιστές δημιούργησε έντονο κλίμα δυσαρέσκειας και φτώχειας. Μοναδική διέξοδος για την επιβίωσή τους ήταν πια η ληστεία.
Στο πλαίσιο του κατευνασμού των προβλημάτων η Αντιβασιλεία προχώρησε με ετήσια διατάγματα επιείκειας και ανούσια γυαλιστερά μετάλλια, με αφορμή τα βασιλικά γενέθλια στις 20 Μαΐου 1833. Αυτά βέβαια δεν ικανοποιούσαν τους παλιούς αγωνιστές και η δυσαρέσκεια ήταν φανερή. Ο παραγκωνισμός του Κολοκοτρώνη με τη μη αναγνώριση της αρχιστρατηγίας του και ο αποκλεισμός από την κυβέρνηση του «Ρωσσικού» κόμματος των Ναπαίων, απλά όξυνε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά το καλοκαίρι του 1833, ήρθαν στο φως οι «δυο συνωμοσίες».
Από την άφιξη στο Ναύπλιο στις 20 Ιανουαρίου 1833, μέχρι την επίσημη αποβίβαση του Όθωνα και της ακολουθίας του στις 25 Ιανουαρίου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, φιλοξενούμενος στη ρωσική ναυαρχίδα, που είχε και αυτή αγκυροβολήσει στο Ναύπλιο, έστειλε μια επιστολή στον υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσίας όπου διατύπωνε τις ανησυχίες του για την εκκλησιαστική πολιτική που επρόκειτο να ακολουθήσουν οι Βαυαροί της Αντιβασιλείας. Η απάντηση του κόμη Νέσελροδ, ήρθε στο τέλος Ιουνίου του ίδιου χρόνου με συμβουλές και νουθεσίες για συσπείρωση των Ελλήνων γύρω από τον θρόνο. Την επιστολή παρέδωσε στον Κολοκοτρώνη ο πρεσβευτής της Ρωσίας Γαβριήλ Κατακάζης. Το κακό όμως είναι ότι αυτή η επιστολή κυκλοφόρησε σε αρκετά αντίτυπα και έπεσε σε πολλά χέρια. Την ίδια εποχή, το παραγκωνισμένο από την Αντιβασιλεία «Ρωσσικόν» κόμμα των Ναπαίων κυκλοφόρησε ένα κείμενο που απευθυνόταν στον τσάρο, με συλλογή υπογραφών για την ανάκληση της Αντιβασιλείας και την άμεση ανάληψη της εξουσίας από τον Όθωνα. Αυτή ήταν και η «κύρια συνομωσία».
Τον ίδιο καιρό ο καθηγητής Frantz, διερμηνέας της Αντιβασιλείας, προσπαθούσε παρασκηνιακά να μείνει μόνος αντιβασιλέας ο κόμης Joseph Armansperg. Με επιστολή του ζήτησε από τον Λουδοβίκο να ανακαλέσει τους Georg Maurer και Karl Heideck από την τριμελή Αντιβασιλεία. Παρά τον διαφορετικό τελικό σκοπό αυτές οι δυο κινήσεις συνδυάστηκαν σε βάρος μάλιστα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αγωνιστών. Τώρα η στοιχειοθέτηση κατηγορίας για τον έτσι και αλλιώς, αντίπαλο της Αντιβασιλείας, ήταν πια εύκολη υπόθεση και ακολούθησαν μυστικές συλλήψεις, χωρίς μάλιστα την ενημέρωση του υπουργικού συμβουλίου:
…« Εγύρισα οπίσω εις το Ανάπλι· επήγα εχαιρέτησα τον βασιλέα, την αντιβασιλεία, τους είδα μουδιασμένους, πλην δεν εκατάλαβα τίποτας· έμεινα εις το περιβόλι μου. Εκεί ήλθον την νύχτα εις τας επτά Σεπτεμβρίου και με επήρε ο Κλεόπας μοίραρχος με 40 χωροφύλακας και μ’ επήγε εις το Ίτς Καλέ και μ’ επαρέδωσε εις τον φρούραρχον και μ’ έβαλαν 6 μήναις μυστική φυλακή, χωρίς να ίδω άνθρωπο, εκτός του δεσμοφύλακα· δεν ήξευρα τι γίνεται δια έξη μήναις, ούτε ποιος ζει, ούτε ποιος απέθανε, ούτε ποιόν έχουν εις την φυλακήν· δια τρεις ημέραις δεν ήξευρα πως υπάρχω, μου εφαίνετο όνειρο, ερωτούσα τον εαυτόν μου αν ήμουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανείς· δεν εκαταλάβαινα διατί με έχουν κλεισμένο »…
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ κεφ. ΙΕ΄, σελ. 97. εκδ. Μέρμηγκα
Κρατήθηκαν στις φυλακές του Παλαμηδιού για έξι μήνες μέχρι την έναρξη της δίκης τους στις 30 Απριλίου 1834. Πρόεδρος του Δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και δικαστές οι Γεώργιος Τερτσέτης, Δημήτριος Σούτσος, Δημήτριος Βούλγαρης και Φωκάς Φραγκούλης. Εισαγγελέας ήταν ο Σκωτσέζος φιλέλληνας και πρώτος Εισαγγελέας του Ελληνικού Κράτους, Edward Masson. Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης για να υποστηρίξει τους κατηγορουμένους.
Το κατηγορητήριο ήταν βαρύ. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας κατηγορήθηκαν για συνωμοσία με σκοπό τη διασάλευση της δημόσιας τάξης, παρότρυνση του λαού σε ληστείες και εμφύλιες διαμάχες και προσπάθεια ανατροπής του καθεστώτος. Επίσης για δυο αιτήσεις τους προς τις ξένες δυνάμεις. Όλα αυτά χαρακτηρίζονταν ως «εσχάτη προδοσία» και η πρόταση του κατηγόρου ήταν η θανατική ποινή. Οι πολιτικές συγκυρίες εκείνης της στιγμής επέβαλαν τις καταδίκες. Αν και ο Κολοκοτρώνης ήταν μαζί με τον Ανδρέα Μεταξά επικεφαλής του «Ρωσσικού» κόμματος, κατά τον πρεσβευτή της Ρωσίας Γαβριήλ Κατακάζη, η καταδίκη του Κολοκοτρώνη ήταν «πολιτική αναγκαιότητα και έπρεπε να επιτευχθεί με οποιοδήποτε τρόπο». Το δικαστήριο, μετά από τέσσερις ώρες με τρεις ψήφους υπέρ και δύο κατά, αφού μειοψήφησαν οι Πολυζωίδης και Τερτσέτης, αποφάσισε την καταδίκη σε θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Πλαπούτα.
Οι θανατικές καταδίκες μετατράπηκαν σε φυλακίσεις για τους κατηγορουμένους, χάρη στην επέμβαση του νεαρού βασιλιά και παρά τις διαμαρτυρίες του Κωλέττη. Η οργή και η συγκίνηση του λαού για την άδικη και σκηνοθετημένη δίκη φαίνεται στην πίκρα του τραγουδιού:
«…Δεν κλαίτε χώρες και χωριά και σεις κεφαλοχώρια,
Δεν κλαίτε για τους αρχηγούς, τους δυο καπεταναίους,
Δεν κλαίτε τον Κολιόπουλο και τον Κολοκοτρώνη.
Δώδεκα χρόνους πολεμάν με το Σουλτάν Μαχμούτη
Και τώρα πούρθ’ ο βασιλιάς, τώρα που εγίνη νόμος,
τώρα τους φυλακίσανε για να τους θανατώσουν.
Όλοι οι κριτές υπόγραψαν να τους καταδικάσουν,
Μον’ ο Τερτσέτης στάθηκε για να μην υπογράψει.
Το χέρι να του κόψουνε υπογραφή δε βάνει…»
Έξι μήνες πριν τη δίκη, η Αντιβασιλεία θεώρησε σκόπιμη και την επέμβασή της στην ιδιόμορφη περιοχή της Μάνης. Στον στόχο των Βαυαρών μπήκαν οι περίπου οκτακόσιοι οπλισμένοι πύργοι της. Μέχρι τη δίκη ο Βαυαρός συνταγματάρχης Maximilian Feder, με στρατό και χρήματα για δωροδοκίες, είχε καταφέρει να ελέγχει την κατάσταση. Στη διάρκεια της δίκης και αμέσως μετά, η κατάσταση στη Μάνη έγινε έκρυθμη για τους Βαυαρούς. Δυο παλιοί αγωνιστές και οπαδοί του Κολοκοτρώνη, ο Μητροπέτροβας και ο γαμπρός του Γιαννάκης Γκρίτζαλης ήταν ανάμεσα στους αντάρτες της Μάνης. Σε αυτούς αποδίδεται κατά κύριο λόγο και η εξέγερση της Μάνης. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, περίφημος κλεφταρματωλός, το 1823 έγινε χιλίαρχος. Το 1824 στον διχασμό, ως στενός και πιστός φίλος του Κολοκοτρώνη καταδικάστηκε σε θάνατο και φυλακίστηκε μαζί του στην Ύδρα. Μετά την Απελευθέρωση, επί Καποδίστρια, του δόθηκε και πάλι ο στρατιωτικός βαθμός του πεντακοσίαρχου.
Η Αντιβασιλεία ακλόνητη στις αρχικές της θέσεις για τον αφοπλισμό της Μάνης, έστειλε ενισχύσεις από δυόμισι χιλιάδες Βαυαρούς, με επικεφαλής τους τον στρατηγό Christian von Schmaltz. Αυτοί, στο ορεινό και σκληρό έδαφος της Μάνης, υπέστησαν σημαντικές ήττες. Όμως κάποιες από τις ισχυρές οικογένειες της Μάνης αποδέχθηκαν τις κυβερνητικές προτάσεις και υποσχέσεις για διορισμούς όσων επιθυμούσαν στην Χωροφυλακή και σε ειδικό στρατιωτικό τάγμα και συνεργάστηκαν με την Αντιβασιλεία. Μετά από αψιμαχίες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις επήλθε ειρήνη στη Μάνη.
Η Αντιβασιλεία, προσπάθησε να εκτονώσει και τις υπόλοιπες αντιδράσεις και ακολουθώντας τις συμβουλές του Κωλέττη και του υπουργικού συμβουλίου του, απελευθέρωσε τους υπόδικους «συνενόχους» του Κολοκοτρώνη. Η απελευθέρωση του Κίτσου Τζαβέλα, του Θεοδωράκη Γρίβα, του Μαμούρη, του Καρατάσου Ρούκη κ.ά. λειτούργησε κατευναστικά. Φυσικά δεν απελευθερώθηκαν οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας αλλά ούτε και ο γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Γενναίος.
[Στη φωτογραφία: Η Είσοδος του Βασιλιά Οθωνα της Ελλάδος στο Ναύπλιο
Λάδι σε μουσαμά - 1935 - Peter Bon Hess]
