Παράλληλα, αναδεικνύει τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο θεατρικός οργανισμός, ενώ αναφέρεται και στον σχεδιασμό των χειμερινών παραγωγών.
Μιλώντας στην «Ε», με αφορμή τον οικονομικό απολογισμό των θεατρικών παραγωγών της χειμερινής και θερινής περιόδου 2025-2026, που ενέκρινε πρόσφατα το Διοικητικό Συμβούλιο της «Φάρις», ο Φίλιππος Σοφιανός θέλησε να τοποθετηθεί σχετικά με τον προβληματισμό που εκφράστηκε στη συνεδρίαση για την πορεία του ΔΗΠΕΘΕ και κυρίως για τα έσοδα από τα εισιτήρια. Ο ίδιος, σχολίασε όσα ακολούθησαν στον Τύπο, καταθέτοντας τη δική του οπτική για τον ρόλο και τις ανάγκες του θεάτρου.
«Προσωπικά δεν την καταλαβαίνω αυτή την προσέγγιση. Μου φαίνεται εντελώς ανιστόρητη και εντελώς φάλτσα. Ένα δημοτικό θέατρο, ένα κρατικό θέατρο, είναι υποχρεωμένο να προσφέρει ποιότητα και πολιτισμό. Δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει εισιτήρια. Ούτε να είναι κερδοφόρα επιχείρηση. Δεν είναι σούπερ μάρκετ. Δεν είναι εμπορική επιχείρηση για να επενδύει και να βγάζει κέρδη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως υποστήριξε, η διαρκής αναφορά στον αριθμό των εισιτηρίων καλλιεργεί στην τοπική κοινωνία την εντύπωση ότι το ΔΗΠΕΘΕ μαραζώνει και οδηγείται σε παρακμή, μόνο και μόνο επειδή οι παραστάσεις του δεν παρουσιάζουν υψηλή εισπρακτική απόδοση. Μάλιστα, σχολίασε σκωπτικά πως, με αυτή τη λογική, θα μπορούσε να σταματήσει το ΔΗΠΕΘΕ τις παραγωγές του και να παραμείνουν μόνο οι ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες, οι οποίες, όπως είπε, πραγματοποιούν «τα δεκαπλάσια εισιτήρια» και μάλιστα στην ίδια τιμή.
Ο ίδιος έφερε ως παράδειγμα το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διερωτώμενος αν όσοι ασκούν κριτική γνωρίζουν το κόστος και τις εισπράξεις των δικών τους παραγωγών.
«Έχει δει κανείς από αυτούς τους ανθρώπους να δημοσιεύεται πόσο κόστισε μία παράσταση του Εθνικού Θεάτρου και πόσα εισιτήρια έκανε; Πόσο κόστισε μία παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και πόσα εισιτήρια έκανε; Αν δημοσιεύονταν αυτά, θα έπρεπε να το είχαν κλείσει το Εθνικό με τη νοοτροπία που κυκλοφορεί», σημείωσε.
«Δεν παράγουμε προϊόν για κατανάλωση. Δεν είμαστε έμποροι. Είμαστε Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο», υπογράμμισε, εξηγώντας ότι πρώτιστος στόχος του θεσμού είναι να δημιουργήσει θεατρόφιλο κοινό, να κάνει το θέατρο αγαπητό στους κατοίκους της Καλαμάτας και να συμβάλει ουσιαστικά στην πολιτιστική ανάπτυξη της πόλης.
Ωστόσο, όπως επισήμανε, οι στόχοι αυτοί είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα.
«Δεν μπορεί να γίνονται παραστάσεις αναγκαστικά με δύο ηθοποιούς στη σκηνή του Μεγάρου Χορού. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Για τη σκηνή του Μεγάρου, θα πρέπει να ανεβάσουμε ένα κλασικό έργο με δεκαπέντε ηθοποιούς, για να πιάσει τόπο αυτή η σκηνή και να ανασάνει», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι μια τέτοια παραγωγή είναι αδύνατη με τους διαθέσιμους πόρους.
Στάθηκε ακόμη στην περιορισμένη οικονομική στήριξη από την Περιφέρεια, ύψους 15.000 ευρώ, λέγοντας ότι απαιτούνται ακόμη και οκτώ μήνες για να φτάσουν τα χρήματα στο ταμείο του ΔΗΠΕΘΕ.
Κάλεσε, παράλληλα, όλους να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη προσοχή το θέατρο της Καλαμάτας και την ιστορική του διαδρομή. «Ας είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί με το θέατρό μας, το θέατρο της πόλης μας, το οποίο έχει μια ιστορία από πίσω του», είπε, υπενθυμίζοντας ότι πρόκειται για έναν από τους πρώτους θεατρικούς οργανισμούς που συνέβαλαν στη διάδοση του πολιτισμού και των αξιών.
«Δεν έσπειραν εισιτήρια ούτε κέρδη. Τα κέρδη είναι ανυπολόγιστα από την ποιότητα της παράστασης. Αυτό παράγει κέρδος. Πολιτιστικό κέρδος και κέρδος ψυχής. Και όχι τα εισιτήρια με αντίτιμο 12 ευρώ», τόνισε.
ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΗΘΟΠΟΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ
Αναφορικά με τις επόμενες χειμερινές παραγωγές, ο Φίλιππος Σοφιανός γνωστοποίησε ότι βρίσκεται εδώ και περίπου έναν μήνα σε αγωνιώδη αναζήτηση ηθοποιών, προκειμένου να συγκροτηθεί καταρχήν ο θίασος της παιδικής σκηνής.
Όπως εξήγησε, το εγχείρημα δυσκολεύει σημαντικά λόγω της ανάγκης συμμετοχής ηθοποιών από την Αθήνα, καθώς δεν υπάρχει πρόβλεψη για τη φιλοξενία τους στην Καλαμάτα. «Με τα χρήματα που παίρνουν είναι αδύνατον να έρθουν οι άνθρωποι κάτω», επισήμανε, τονίζοντας ότι η έλλειψη σχετικής μέριμνας αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο στη συγκρότηση του θιάσου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, προτεραιότητα αποτελεί η δρομολόγηση της παιδικής σκηνής, ενώ θα ακολουθήσει ο σχεδιασμός της κεντρικής σκηνής, η παραγωγή της οποίας θα προσαρμοστεί αναγκαστικά στα οικονομικά πλαίσια που θα καθοριστούν για το 2027.
