Κυριακή, 04 Ιουλίου 2021 07:58

Η Αλέκα Πλακονούρη στην «Ε»: «Είμαι ένα παιδί της χούντας που έγινε μια εξεγερμένη έφηβη»

Γράφτηκε από την
Η Αλέκα Πλακονούρη στην «Ε»: «Είμαι ένα παιδί της χούντας που έγινε μια εξεγερμένη έφηβη»

 

Συνέντευξη στη Γιούλα Σαρδέλη

Η πρώτη παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων της Μεσσήνιας επιμελήτριας βιβλίων Αλέκας Πλακονούρη, “Οι δαίμονες του Αρέτσο”, θα γίνουν από τις Εκδόσεις “Κέδρος” και το “Βιβλιόπολις” τη Δευτέρα 5 Ιουλίου και ώρα 8.30 μ.μ., στο “Καφέ Σινέ” στην Καλαμάτα. Στην εκδήλωση για το πρώτο της βιβλίο θα μιλήσουν οι: Αμαλία Μπεσμπέα φιλόλογος και Μιχάλης Μπορνόβας χειρουργός - οδοντίατρος. Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Μαρία Τομαρά. Αποσπάσματα θα διαβάσουν μέλη της θεατρικής ομάδας “Μέθεξις”.   

 

- Πώς αποφασίσατε να κάνετε το πρώτο σας βήμα στη συγγραφή; Ηταν κάτι που το σκεφτόσασταν χρόνια ‒δεδομένης και της επαγγελματικής σας ιδιότητας‒ και ίσως δεν είχατε τον χρόνο ή δεν σας άφηναν τα βιβλία που έπρεπε να επιμεληθείτε;

Το πρώτο μου βήμα στη συγγραφή το είχα κάνει ήδη παιδί. Σκάρωνα ιστορίες με ζωγραφιές πριν καν μάθω να γράφω. Θυμάμαι τον εαυτό μου πολύ μικρή, επειδή μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και ο μπαμπάς μου έγραφε, να παίρνω ένα χαρτί και να λέω ψευδά «θα γράψω γιήγημα». Μαθήτρια ακόμα του γυμνασίου και του λυκείου είχα πάρει 2 βραβεία σε πανελλήνιους μαθητικούς διαγωνισμούς και έγραφα συστηματικά. Ποτέ δεν σταμάτησα να γράφω μέσα στα χρόνια και αν και οι δύο σχολές που τελείωσα είχαν διαφορετικό αντικείμενο, πέρασα άνετα στην επιμέλεια βιβλίων, χωρίς καμιά ιδιαίτερη μαθητεία ή σεμινάρια, γιατί ήταν κάτι που το έκανα πολύ εύκολα, προφανώς λόγω κλίσης. Η επιμέλεια βιβλίων ως επάγγελμα και το διάβασμα βιβλίων ως απόλαυση, χωρίς να λειτουργούν καθόλου αντιθετικά μεταξύ τους, υπήρξαν πάντα ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου μου. Από τη συγγραφή ως την έκδοση υπήρξε μια απόσταση και ασφαλώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό, κάνοντας τη συγκεκριμένη δουλειά, το πόσο ψηλά έθετα για τον εαυτό μου τον πήχη. Μέχρι που αποφάσισα, με την έκδοση, να βάλω ένα τέλος σε αυτή τη ροπή μου προς την τελειομανία.

 

- Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες επιρροές σας, οι αγαπημένοι σας συγγραφείς μεγαλώνοντας; Πώς επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε το διήγημα ως μέσο έκφρασης;

Οι επιρροές πάμπολλες και οι αγαπημένοι συγγραφείς ουκ έστιν αριθμός. Στα 13, ας πούμε, διάβασα τους “Αθλιους” του Ουγκό (ολόκληρο το έργο και όχι διασκευή για παιδιά) και τη “Νανά” και το “Ζερμινάλ” του Ζολά. Ηταν μια αποκαλυπτική εμπειρία για ένα παιδί της ηλικίας μου. Και ακολούθησαν μεγάλοι “σεισμοί” στην πεζογραφία, στην ποίηση και στο θέατρο, που πραγματικά είναι δύσκολο να απαριθμήσω. Ας πούμε, ενδεικτικά, Ντοστογιέφσκι, Φλομπέρ, Σταντάλ, Μποντλέρ, Καρυωτάκης, Τολστόι, Τσέχοφ, Γάλλοι σουρεαλιστές, Σεφέρης, Ρίτσος, Σαίξπηρ, Λόρκα, Μαγιακόφσκι, Μπρεχτ ‒κάθε μορφή του έργου του‒, Μάρκες, Νερούδα, Ελύτης. Η μικρή φόρμα, το διήγημα, με έλκυε πάντα. Είναι μια πρόκληση σε λίγες σελίδες να πεις μια ολόκληρη ιστορία, να καταδυθείς και να αναδείξεις ό,τι θεωρείς ακριβό και πολύτιμο. Χρειάζεται συγκέντρωση, ακρίβεια, οικονομία και άρτια εκφραστικά μέσα. Και δεν πιστεύω ότι οι διηγηματογράφοι είναι κάτι σαν τους μικρομηκάδες, όπως θεωρούν κάποιοι αναγνώστες, που ωριμάζοντας θα κάνουν και μια ταινία μεγάλου μήκους, δηλαδή θα γράψουν ένα μυθιστόρημα. Στο διήγημα είχα σπουδαίους δασκάλους όλα αυτά τα χρόνια, προεξάρχοντος του Τσέχοφ, που ήταν και είναι αγάπη μεγάλη. Επίσης λάτρεψα τους Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, Θεοτόκη, Βιζυηνό, Σκαρίμπα, Τσίρκα, Ιωάννου, Γονατά, Κάρβερ, Μονρό, Χεμινγουέι, Μπόρχες, Μπολάνιο. Θα αναφέρω και δύο σπουδαίους νέους Ελληνες διηγηματογράφους, που εκτιμώ πολύ, τον Χρήστο Οικονόμου και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο.     

 

- Στο βιβλίο βλέπουμε και εικόνες από τα Φιλιατρά, μιας λίγο παλιότερης εποχής. Τι ρόλο πιστεύετε πως έπαιξε η γενέτειρά σας και η Μεσσηνία γενικότερα, στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σας;

Οι ανεξάντλητες πηγές μας είναι η παιδική μας ηλικία. Ο πλούτος εκείνων των βιωμάτων είναι παρών σε ολόκληρη τη ζωή μας, και ακόμη και όταν νομίζουμε ότι μιλάμε ή γράφουμε για άλλα πράγματα, στην ουσία πάντα για τα ίδια μιλάμε, ίσως με διαφορετικό τρόπο και συχνά εν αγνοία μας. Μεγάλωσα σε ένα αρκετά παγανιστικό περιβάλλον στα Φιλιατρά, επί χούντας, όπου το ανορθολογικό και το πρωτόγονο παντρευόταν με την έλευση του καινούργιου, η ανερμάτιστη ελευθερία με τις απαγορεύσεις, η χαρά με την πίκρα κάποιων απωλειών. Είμαι ένα παιδί της χούντας που έγινε μια εξεγερμένη έφηβη. Δεν ξέρω, ίσως είναι απλώς ζήτημα φωτός το πώς αντιλαμβανόμαστε τον τόπο μας και το πώς αυτός τελικά μας χαρακτηρίζει. Οταν μεγαλώνεις σε ένα μέρος που έχει 340 μέρες τον χρόνο ηλιοφάνεια, αυτό κάπως λειτουργεί μέσα σου. Εξάλλου η εντοπιότητα είναι ποιοτικές διαβαθμίσεις βιωμάτων και συναισθημάτων, είναι ο λόγος που όταν διαβάζω τους στίχους του Μεσσήνιου Γιώργου Μαρκόπουλου «Ας κοιτάξουμε για μια στάλα αγάπη, όπως οι φτωχοί ψωνίζουν κουβέρτες στα πανηγύρια…», αυτό συνηχεί με ένα σωρό εικόνες που με πάνε πολύ πίσω, πολύ βαθιά μέσα μου”.

 

- Εχετε σπουδάσει και νομικά, αλλά είστε και θεατρολόγος. Η ενασχόληση με το θέατρο ή η γραφή νιώθετε πως σας εκφράζει περισσότερο;

Σπούδασα θεατρολογία και ήταν κάτι που με σημάδεψε και με βοήθησε να εξελιχθώ. Ημασταν οι πρώτοι σπουδαστές στην πρώτη σχολή θεατρικών σπουδών στην Ελλάδα, με εξαίρετους καθηγητές, που τους χρωστάω πάρα πολλά. Ας πούμε, μιας και μιλάμε για λογοτεχνία, ιστορία και θεωρία της λογοτεχνίας μάς δίδασκε ο Νάσος Βαγενάς. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος πάντα, με κέρδισε η γραφή, γράφω εξάλλου και θέατρο. Γενικότερα οι θεατρολογικές σπουδές μου νομίζω πως μου έδωσαν κάποιες επιπλέον δυνατότητες όταν γράφω. Ξέρω, για παράδειγμα, πως όσο αποσπασματικά και αν μιλήσω για κάποιον χαρακτήρα, αυτός πρέπει να υπάρχει απολύτως ολοκληρωμένος μέσα στο κεφάλι μου, με σάρκα και οστά. Θεωρώ επίσης πως έχω μια άνεση με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με τους εσωτερικούς μονολόγους, ακριβώς λόγω του θεάτρου.

 

- Πόσο αυστηρή γίνατε με τον εαυτό σας όσον αφορά την τελική επιμέλεια των “Δαιμόνων του Αρέτσο”;

Α, δεν χρειάστηκε, γιατί είμαι πολύ πολύ αυστηρή όταν γράφω. Μια λέξη μπορεί να φέρνει για ώρα βόλτες μέσα σε μια παράγραφο, μέχρι να βρει τη θέση της τελικά. Κάθε διήγημα είναι γραμμένο πάρα πολλές φορές, λέξη λέξη, πόντο πόντο ‒ να μην υπάρχουν συνηχήσεις, να μην υπάρχουν επαναλήψεις, να υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός κτλ. Δηλαδή είναι μια διαδικασία ας πούμε στα όρια του γλωσσικού και εκφραστικού ψυχαναγκασμού, που ενίοτε καταντάει ακραία, αλλά αυτός είναι ο τρόπος μου.

 

- Ξεκινώντας την ανάγνωση, βλέπουμε ότι το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε εκείνους που με τις ιστορίες τους στοίχειωσαν τη μνήμη σας και έγιναν, χωρίς να το ξέρουν, οι πρωταγωνιστές των ιστοριών σας. Πρόκειται για πραγματικά πρόσωπα;

Ναι, κάποια είναι πραγματικά πρόσωπα, που τα κουβαλάω με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο μέσα μου. Ας πούμε, ο ήρωας του «Πουτάνα πατρίδα» είναι ο προπάππος μου Χρίστος Πλακονούρης, που στις αρχές του 20ού αιώνα είχε πάει μετανάστης στην Αμερική. Βρήκα συγκλονιστικά στοιχεία γι’ αυτόν στα αρχεία του Ellis Island, όπου καταγράφονταν κατά την άφιξή τους οι μετανάστες. Ο φωτογράφος στο διήγημα «Φωτογραφίες» είναι, όπως φαίνεται και από την αφιέρωση, ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος, ο φωτογράφος των παιδικών μου χρόνων στα Φιλιατρά, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, που ίσως έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να εκτιμήσουμε την αξία του έργου του. Νομίζω πως του οφείλω ένα μέρος της ιδιαίτερης σχέσης που έχω με τη φωτογραφία και ιδιαίτερα με τις παλιές φωτογραφίες. Ασφαλώς πραγματικότατος είναι και ο Γιάννης Σκαρίμπας, όπως τον περιγράφω στο διήγημα «Τρελά νερά», ανασύροντας την ανάμνηση της συνάντησής μας όταν ήμουν πιτσιρίκα στη Χαλκίδα. Πραγματική και «Η άλλη Ελένη» και η παιδική μου σύντροφος στο παιχνίδι που την ξανασυναντώ άρρωστη στο «Μαύρο λουλούδι».

 

- Ο παππούς στο «Σωματείο» δείχνει ένα αρκετά ισχυρό, σκληρό πρόσωπο στα μάτια της εγγονής του. Στην πραγματικότητα όμως είναι έτσι ή είναι σαν ένα μεγάλο παιδί που δεν πρόλαβε να παίξει; Σας γοητεύουν περισσότερο οι σκοτεινοί χαρακτήρες;

Ολοι οι άντρες του «Σωματείου» ήταν παιδιά που η ζωή και οι ανάγκες τα μεγάλωσαν πρόωρα. Και σε αυτό το διήγημα μιλάω επίσης για πραγματικά πρόσωπα, τον παππού μου και τους συντρόφους του στο σωματείο φορτοεκφορτωτών στα Φιλιατρά, ένα παράδειγμα άψογης συνεταιριστικής οργάνωσης και διαχείρισης της εργατικής τους δύναμης. Κι όταν λέω εργατική δύναμη, εννοώ τον εαυτό τους με την πιο κυριολεκτική έννοια, τα κουρασμένα τους χέρια, την τσακισμένη τους μέση, τους ώμους τους που είχαν σηκώσει κυριολεκτικά βουνά ολόκληρα από φορτία, μια ζωή εργάτες στο χαμηλότερο σκαλί της ταξικής πυραμίδας. Το διήγημα αυτό είναι ας πούμε μια κατάθεση στη μνήμη τους, κάτι που ένιωθα πως τους χρωστάω. Τι σημαίνει άραγε σκοτεινός χαρακτήρας; Πέρα από κάποιες ακραίες περιπτώσεις, όλοι οι άνθρωποι έχουμε το σκοτάδι μας και το φως μας. Μπορεί να κυριαρχήσει το ένα ή το άλλο. Είμαστε ικανοί να κάνουμε το κακό έχοντας τις καλύτερες προθέσεις ή μπορούμε να γίνουμε καλοί μέσα στην κακότητά μας. Ας πούμε, ο πιο σκοτεινός χαρακτήρας αυτής της συλλογής διηγημάτων είναι ο ματατζής στο «Εγώ είμαι μηχανή». Κι όμως θέλω να πιστεύω ότι τον προσέγγισα με τρόπο ώστε να τον φωτίσω.

 

- Στο «Ενα απόγευμα του Antonius L», πώς αποφασίσατε να συνδέσετε αυτούς τους δύο κόσμους, τον ψυχρό κόσμο της τεχνολογίας με τον ονειρικό κόσμο του υποσυνείδητου;

Κάθε πράγμα περιέχει ή έλκει με κάποιο τρόπο το αντίθετό του. Σε αυτό τον τεχνοκρατικό κόσμο των υπολογιστών, ένα μαγικό “κλικ” χρειάζεται, για να ξεπηδήσουν κόσμοι παγανιστικοί, ήπειροι συναισθημάτων και μυστικών γνώσεων, αλλά και φόβων και πόθων και αυτοσυνείδησης που μας χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο είδος. Είμαστε πιο κοντά σ’ αυτά τα αρχετυπικά στοιχεία μας απ’ όσο νομίζουμε.

    

 - Τα όσα έζησε ο πρώτος ήρωάς σας, ο Χρίστος Π., πάνω στο καράβι τραβώντας για την ξενιτιά, θυμίζουν εικόνες από ταινίες ή ντοκιμαντέρ. Αποτελεί έμπνευση για σας η έβδομη τέχνη;

Και για ποιον δεν αποτελεί έμπνευση η έβδομη τέχνη; Πέρυσι βλέποντας μια παλιά ταινία του Γκοντάρ σκεφτόμουν πόσο επαναστατικό και καθοριστικό συγχρόνως ήταν αυτό που είχε πει κάποτε: «Μια ταινία μπορεί να έχει αρχή, μέση, τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά». Αυτό δεν ήταν μια επανάσταση μόνο για τον κινηματογράφο, αλλά και για την πεζογραφία, που ήδη είχε υιοθετήσει τις κινηματογραφικές τεχνικές. Σήμερα θεωρούμε δεδομένες τεχνικές στην πεζογραφία το φλας μπακ, το μοντάζ, ακόμη και το μονοπλάνο που απομακρύνεται από το περιγραφόμενο θέμα και χωράει κι άλλα κι άλλα κομμάτια της πραγματικότητας. Ολα αυτά όμως είναι τεράστιες επαναστάσεις απέναντι στην κληρονομιά της γραμμικής αφήγησης, που πέρασαν από τη μια τέχνη στην άλλη. Αν με την ερώτησή σας αναφέρεστε περισσότερο στην εικονοποιία του συγκεκριμένου διηγήματος, ναι, δεν είχα διαφορετικό τρόπο να μιλήσω για όλα αυτά από το να μπω στο καράβι μαζί τους. Είχα κάνει μεγάλη έρευνα για να το γράψω, για τους λόγους μετανάστευσης στις αρχές του 20ού αιώνα, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ταξίδευαν (είχα βρει στο διαδίκτυο ένα διδακτορικό σχετικό, που το μελέτησα) κτλ. Εξάλλου η εικονοποιία είναι ένας προσφιλής μου τρόπος.

 

- Η «θεία Ελένη», παρότι είναι μια γυναίκα από μια λίγο παλιότερη εποχή, πιστεύετε πως έχει κοινά με ταλαιπωρημένες (από άλλα ζητήματα) γυναίκες του σήμερα;

Ναι, υπάρχουν πολλά κοινά σημεία με τις σημερινές γυναίκες. Η «θεία Ελένη» μπορεί να είναι καταπιεσμένη από μια συντηρητική ανδροκρατούμενη κοινωνία, αλλά και η «Φωτεινή» (από το διήγημα «Αύριο») και η «Αννέζα» και η «Σοφία» (από το «Ανθρωποι») ‒σύγχρονα πρόσωπα αυτές‒ είναι επίσης θύματα μιας κοινωνικής και οικονομικής τάξης πραγμάτων που τις θέλει περιθωριοποιημένες. Ο Τζον Λένον το έχει πει με τον καλύτερο τρόπο: «Η γυναίκα είναι ο νέγρος του κόσμου». Και από τότε που το είπε μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει τίποτα απολύτως.

 

- Η συγγραφή ή η ανάγνωση πιστεύετε ότι επιφέρει κάποιες στιγμές παροδικής λύτρωσης για βιώματα όπως αυτό του «Νεκρού αδελφού»;

«Ο νεκρός αδελφός» μιλάει για μια απώλεια. Και παρόλο που δεν είναι κάτι το οποίο έχει βιώσει η ίδια η γυναίκα που μιλάει γι’ αυτό, αποτελεί ένα μεγάλο, σκοτεινό κομμάτι του οικογενειακού της σύμπαντος, των παιδικών της χρόνων, ακόμη και της ενήλικης ζωής της. Είναι ένα τραύμα βαθιά μέσα της, ένα φάντασμα που τη στοιχειώνει αυτός ο νεκρός αδελφός. Ναι, νομίζω πως η συγγραφή επιφέρει λύτρωση, και μάλιστα όχι παροδική, αλλά ένα είδος ίασης, μια διαφορετική θέαση των πραγμάτων. Εξάλλου πολύ συχνά πυρήνας της συγγραφικής προσπάθειας είναι ένα κάποιου είδους τραύμα.

 

- Υπάρχουν άλλα έργα σας στο συρτάρι; Τι θα δούμε από εσάς το επόμενο διάστημα;

Η καραντίνα υπήρξε ένα πολύ γόνιμο διάστημα για μένα και είναι σχεδόν έτοιμη μια συλλογή διηγημάτων που αποτελείται από μικρά διηγήματα (το μεγαλύτερο φτάνει τις 800-900 λέξεις). Ηταν για μένα μια άσκηση ακρίβειας, λιτότητας και βάθους. Ελπίζω να απογαλακτιστούν και να πάρουν τον δρόμο τους. Επίσης έχω γράψει έναν θεατρικό μονόλογο, που συζητώ για το ανέβασμά του και ελπίζω να γίνει σύντομα παράσταση. Τους επόμενους μήνες περιμένω να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις «Κίχλη» ένας τόμος με διηγήματα, αυτά που είχαν διακριθεί στον διαγωνισμό τον οποίο είχε διοργανώσει η «Κίχλη» και το βιβλιοπωλείο «Επίκεντρο», με θέμα «Πεζογραφία δωματίου ‒ Ημέρες εγκλεισμού», όπου περιλαμβάνεται το διήγημά μου «Το τζάμι».   


NEWSLETTER