Σάββατο, 03 Ιανουαρίου 2026 08:32

O Φίλιππος Σοφιανός στην "Ε": “Το θέατρο πρέπει να ερεθίζει συνειδήσεις και να γεννά κουβέντες”

Γράφτηκε από τον

O Φίλιππος Σοφιανός στην "Ε": “Το θέατρο πρέπει να ερεθίζει συνειδήσεις και να γεννά κουβέντες”

Με τη σφραγίδα δύο κορυφαίων δημιουργών του νεοελληνικού θεάτρου και με οδηγό το υποδόριο χιούμορ και την ευαισθησία κάνει πρεμιέρα σήμερα στην Καλαμάτα η παράσταση «Μόνο δύο λόγοι» της Κεντρικής Σκηνής του ΔΗΠΕΘΕΚ.

Ο «πατέρας» και η «μάνα» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και η Λούλα Αναγνωστάκη “συναντιούνται” επί σκηνής μέσα από δύο εμβληματικούς μονολόγους της δεκαετίας του ’90, τον “Επικήδειο” και τον “Ουρανό Κατακόκκινο”. Στην κεντρική σκηνή του Μεγάρου Χορού η Ελένη Γερασιμίδου και ο Φίλιππος Σοφιανός σηκώνουν το βάρος των μονολόγων, σε σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη.

Από τη μία, ένας συγγραφέας που επιστρέφει από την κηδεία συναδέλφου του και παλεύει με τη ματαιοδοξία και την ανάγκη για αναγνώριση, ακόμη και μετά θάνατον. Από την άλλη, η Σοφία Αποστόλου, μια γυναίκα πληγωμένη, «πρώην καθηγήτρια» και «μητέρα φυλακισμένου», που κουβαλά πάνω της τα ρήγματα μιας διχασμένης κοινωνίας. Λίγο πριν την πρεμιέρα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕΚ Φίλιππος Σοφιανός υπογράμμισε στην “Ε” ότι τα δύο έργα ενώνονται από τη μοναξιά των ηρώων τους, σημειώνοντας πως πρόκειται για ένα θέατρο χρήσιμο, που δεν εξαντλείται στη διασκέδαση αλλά ερεθίζει σκέψεις και γεννά κουβέντες μετά την αυλαία.

Όπως τονίζει, στόχος του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας είναι ένα θέατρο λαϊκό, προσιτό, οικείο και βαθιά ελληνικό, που να μιλά καθαρά στον θεατή χωρίς να τον αφήνει αδιάφορο. Η παράσταση “Μόνο δύο λόγοι” κάνει πρεμιέρα σήμερα Σάββατο στις 8 μ.μ., και φιλοδοξεί να ανοίξει έναν διάλογο με το κοινό γύρω από ζητήματα που παραμένουν επίκαιρα και διαχρονικά, επιβεβαιώνοντας τη δύναμη της υπαινικτικής γραφής δύο σπουδαίων δημιουργών του ελληνικού θεάτρου. 

-Τι σας οδήγησε στην επιλογή δύο μονολόγων για τη φετινή χειμερινή παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας;

Ο βασικός άξονας μέσα από τον προγραμματισμό του ΔΗΠΕΘΕ για τα δύο πρώτα χρόνια τουλάχιστον, είναι το ελληνικό έργο, η ελληνική δραματουργία. Ετσι, ύστερα από τα έργα που προηγήθηκαν, πάμε σε άλλους δύο πυλώνες του ελληνικού θεάτρου που είναι ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και η Λούλα Αναγνωστάκη, όντας θεμελιώδεις συγγραφείς. Οι ουσιαστικοί λόγοι τώρα που οδήγησαν στην ύπαρξη των δύο μονολόγων είναι οικονομικοί. Η συνολική επιχορήγηση του θεάτρου από τον Δήμο, από την Πολιτεία, από το Υπ. Πολιτισμού και από την Περιφέρεια είναι πολύ ισχνή για να σηκώσει πολυπρόσωπα έργα.

Κάναμε λοιπόν μία προσπάθεια να κρατήσουμε το επίπεδο της Παιδικής Σκηνής ψηλά με ένα έργο του Γεωργίου Βιζυηνού που παίζεται πρώτη φορά και διασκευάζεται για θέατρο. Θεωρώ πως η Παιδική Σκηνή πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο στο ΔΗΠΕΘΕ, κάνοντας παραστάσεις ποιότητας και ουσίας. Κατά συνέπεια έπρεπε να “συμμαζευτούμε” στην παραγωγή της Κεντρικής Σκηνής. Ως προς την παράσταση που κάνει πρεμιέρα, πρόκειται για δύο πολύ σημαντικά κείμενα από δύο ηθοποιούς οι οποίοι μπορούν να σηκώσουν το βάρος ενός μονολόγου.

Ένας μονόλογος δεν είναι τόσο απλή ιστορία. Ενας άνθρωπος σε μία σκηνή επί 35-40 λεπτά που είναι μόνος του και μονολογεί, θέλει μία άλλη παιδεία για να μπορεί να το κάνει αυτό, άλλο έρμα, άλλο υπόβαθρο. Γι' αυτό επιλέχτηκε η κα Γερασιμίδου η οποία είναι μία εξαιρετική ηθοποιός με τεράστιο λαϊκό έρεισμα, ώστε να φέρει εις πέρας το πιο δύσκολο ίσως κείμενο της Λούλας Αναγνωστάκη, το οποίο μιλάει ουσιαστικά για μία Ελλάδα διχασμένη. Επίσης ακουμπάει και το γεγονός της αλλοίωσης του δημογραφικού μας σε σχέση με την οικονομική μετανάστευση που έχει αρχίσει εδώ και 20 χρόνια. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θίγονται θέματα τα οποία αποτελούν τροφή για σκέψη. Από την άλλη μεριά έχουμε έναν Ιάκωβο Καμπανέλλη που είναι μια ελεγεία στη ματαιοδοξία των ανθρώπων, κωμικής χροιάς. Δεν είναι δραματικός μονόλογος, μπορεί το κοινό να γελάσει αρκετά... Αλλά το γέλιο ανήκει στο “χωράφι” του black χιούμορ. 

-Ποια κοινά νήματα εντοπίζετε ανάμεσα στα δύο έργα, ώστε να παρουσιαστούν ως μία ενιαία παράσταση;

Είναι η μοναξιά των ανθρώπων που τους ενώνει. Παρόλο που είναι σε εντελώς διαφορετικούς κόσμους με εντελώς διαφορετικά προβλήματα ο καθένας. Ο κοινός παρανομαστής είναι η μοναξιά των δύο αυτών ανθρώπων. Δύο άνθρωποι έχουν μείνει μόνοι, είναι προς τη δύση της ζωής τους και έρχονται να αντιμετωπίσουν υπαρξιακά ζητήματα, πρώτης γραμμής. 

-Πώς διαμορφώθηκε η συνεργασία με τον σκηνοθέτη Μάνο Καρατζογιάννη; Με την Ελένη Γερασιμίδου παίζεται για πρώτη φορά;

O Μάνος Καρατζογιάννης έχει εντρυφήσει, έχει ασχοληθεί πάρα πολύ με το ελληνικό έργο. Οι επιλογές του είναι σχεδόν πάντα ελληνοκεντρικές και είναι μια συνεργασία που έμεινε από τις "Δάφνες και Πικροδάφνες", η οποία ήταν πολύ γόνιμη και θέλησα να την επαναλάβω. Θεωρώ ότι ο Καρατζογιάννης είναι ο ιδανικός σκηνοθέτης για αυτά τα δύο συγκεκριμένα έργα. Οσο για τη συνεργασία μου με την Ελένη, ναι, παίζουμε για πρώτη φορά.

Ηθελα να παίξουμε μαζί γιατί τη θεωρώ μια πολύ σπουδαία ηθοποιό. Ενώ ψάξαμε να βρούμε έργα να παίξουμε μαζί, ένα έργο για δύο, η πρόταση προέκυψε τελικά από τον Μάνο Καρατζογιάννη. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν τέτοιου είδους έργα για τέτοιες ηλικίες. Υπάρχουν ίσως ένα - δύο, αλλά είναι λίγο ακραία και δεν έχει νόημα να πάμε στα ακραία. 

-Τί θέλετε να κρατάει ο θεατής φεύγοντας από μια παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ;

Η παράσταση κινείται στο είδος του θεάτρου που υπηρετώ, χωρίς να θεωρείται απλά διασκέδαση. Θέλω να ερεθίζει συνειδήσεις, να τσιγκλάει σκέψεις, ώστε να προκύπτουν κουβέντες μετά την παράσταση. Δηλαδή όχι πάμε στο θέατρο, λέμε “Α, καλό ήταν, πάμε να πιούμε ένα ποτό τώρα”. Πιστεύω σ' αυτό το θέατρο, στο χρήσιμο θέατρο. Το θέατρο θέλω να είναι λαϊκό. Θέλω να πηγαίνει ο καθένας, να μην έχει σκοτάδια και να λέει “τί είδαμε τώρα;”.

Πιστεύω σε ένα θέατρο το οποίο να είναι προσιτό, να είναι κατανοητό, να είναι οικείο και να είναι βαθιά ελληνικό. Τουλάχιστον για τα δύο πρώτα χρόνια της θητείας μου ήθελα να ξεκινήσω από αυτή τη βάση. Η ουσία δηλαδή είναι το ελληνικό έργο και τα ελληνικά γράμματα. Για παράδειγμα η παράσταση του καλοκαιριού "Δάφνες και Πικροδάφνες" πήρε πρώτο βραβείο καλύτερης παράστασης ΔΗΠΕΘΕ. Ήταν μια μεγάλη τιμή, αν και θεωρώ πως η είδηση πέρασε λίγο στα... ψιλά. Η ουσία πάντως παραμένει. Ο δρόμος προς το ελληνικό έργο έχει ζουμί. 

-Σε πρόσφατη συνεδρίαση της Φάρις αναφερθήκατε στις κλειστές πόρτες που βρίσκει το θέατρο για χορηγίες, κάνοντας λόγο για “φτωχοσυγγενή”. Πώς μπορεί να αλλάξει το κλίμα κατά τη γνώμη σας;

Καταρχήν το θέατρο πρέπει να αποκτήσει την αγάπη που είχε από το κοινό της Καλαμάτας. Πρέπει να αγκαλιαστεί από το κοινό της πόλης. Αυτό σιγά – σιγά, απ’ ότι λένε και τα νούμερα, γίνεται. Είχαμε μια υπερτετραπλάσια αύξηση εισιτηρίων από τις προηγούμενες χρονιές ανά παράσταση, κάνοντας ένα μεγάλο βήμα. Ελπίζω ότι θα κάνουμε άλλο ένα φέτος. Από εκεί και πέρα, εγώ θα ευχόμουν οι παραγωγικές τάξεις της πόλης, δηλαδή οι έχοντες και οι κατέχοντες, οι οποίοι εν δυνάμει θα μπορούσαν να είναι χορηγοί του θεάτρου, να μην αναλώνονται μονάχα στο Φεστιβάλ Χορού.

Προφανώς είναι ένας διεθνής θεσμός, αλλά ας μείνει και κάτι στο θέατρο, ας δημιουργηθούν πέντε προϋποθέσεις. Υπάρχουν πάρα πολλά αρνητικά πράγματα που δεν επιτρέπουν στο ΔΗΠΕΘΕ να ανοιχτεί. Δεν έχουμε θεσμό φιλοξενίας, δεν μπορούμε να φιλοξενήσουμε ανθρώπους. Αν θέλουμε να κάνουμε μία μετάκληση μιας πολύ σπουδαίας παράστασης, αν θέλουμε να κάνουμε ένα Φεστιβάλ Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων πώς θα το κάνουμε; Το θέατρο είναι ένα μικρό κομματάκι της Φάρις, δεν είναι ένας αυτόνομος οργανισμός. Δεν έχει αυτοδιοικητικότητα, ούτε δικό της συμβούλιο. Η Κοινωφελής Επιχείρηση έχει 500.000 πράγματα στο κεφάλι της.

Από το καρναβάλι μέχρι το Φεστιβάλ Χορού και το Ωδείο. Εκ των πραγμάτων υπάρχει αυτή η παθογένεια. Οπότε το θέατρο, επειδή είναι ένας ιδιαίτερος χώρος και έχει πολύ ειδικές ανάγκες, θα έπρεπε να έχει μια αυτονομία, μια απεξάρτηση από το λεγόμενο δημοσιονομικό, το οποίο μας δένει τα χέρια και δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε. Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο δύσκολο είναι να πραγματοποιηθεί μια παραγωγή υπό όρους δημοσίου. Αν θέλουμε εμείς να αγοράσουμε ένα μπλουζάκι ή μια κουβαρίστρα, θα πρέπει να κάνουμε την ίδια διαδικασία που θα κάνει κάποιος για να χτίσει... τη Γέφυρα της Τσακώνας. Δεν μπορεί όμως να δουλεύει έτσι στο θέατρο. Στο χώρο αυτό παρουσιάζονται ανάγκες στο παραπέντε.

Στη γενική δοκιμή θα παρουσιαστεί κάτι. Πρέπει να το διορθώσεις, πρέπει να το φτιάξεις. Αν έχεις δεμένα τα χέρια, δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά που πρέπει. Άρα εκεί υπάρχει ένα θέμα το οποίο πρέπει να λυθεί κεντρικά. Κάποια στιγμή θα πρέπει να πάρει απόφαση η πολιτεία και να δώσει στα ΔΗΠΕΘΕ τα εργαλεία που χρειάζονται για να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Μιλάμε άλλωστε και για Περιφερειακά θέατρα, έχοντας χρέος απέναντι σε μια Περιφέρεια, η οποία ωστόσο επιχορηγεί το θέατρο με 15.000 το χρόνο. Είναι σαν να κοροϊδευόμαστε… Αυτά τα χρήματα δεν φτάνουν ούτε για να πληρώσεις έναν τεχνικό για μια σεζόν. Αυτές οι παθογένειες είναι ανασταλτικές, φρενάρουν το θέατρο και δεν το αφήνουν να ανοιχτεί. 

-Ως προς την εξωστρέφεια του ΔΗΠΕΘΕ, πως θα την σχολιάζατε στον ένα χρόνο παρουσίας σας στο τιμόνι του;

Πρόκειται για άλλο ένα θέμα του θεάτρου. Νομίζω πως κανονικά θα έπρεπε να είχε ένα δικό του γραφείο τύπου. Δεν μπορεί να είμαστε στο σύνολο των εκδηλώσεων της Φάρις, η οποία σχεδόν κάθε μέρα έχει μια εκδήλωση. Για παράδειγμα δεν είναι δυνατόν εν έτει 2026 να στηριζόμαστε σε ένα μπάνερ στην κεντρική πλατεία για μια παράσταση. Δεν είναι υποχρεωμένος ο πολίτης να κάθεται να ψάχνει για να βρει πού θα πάει. Εμείς πρέπει να πάμε στον πολίτη. Ακόμα, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να εκμεταλλευτούμε και τα social media, να κάνουμε μια καμπάνια εκεί, να μάθει ο κόσμος, να ξέρει ότι παίζεται αυτό το έργο με αυτούς τους συντελεστές και αυτό το περιεχόμενο.

Είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι για το οποίο δεν υπάρχει το ανάλογο μπάτζετ για να γίνει. Αν αναρωτιόμαστε “πώς γίνεται ρε παιδιά και έρχεται ας πούμε, ένας θίασος το καλοκαίρι και γεμίζει το Ανοιχτό Θέατρο που είναι δύο χιλιάδες θέσεις”, η απάντηση είναι μια. Για να φτάσει να γεμίσει το θέατρο για οποιαδήποτε παράσταση, αυτή η παραγωγή έχει δώσει εκατονταπλάσια χρήματα από όσα δίνει το ΔΗΠΕΘΕΚ για την προβολή του.

Έχει γίνει πολύ μεγάλος ντόρος πολύ καιρό πριν να ανεβεί η παράσταση, με την ηλεκτρονική προπώληση να είναι ανοιχτή πολύ νωρίτερα. Για το 2026 ας πούμε οι άνθρωποι αγοράζουν από τώρα εισιτήρια για το Μάρτιο. Εμείς με την ψυχή στο στόμα, καταφέραμε να μπούμε στην ticketservices λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα. Είναι πολύ απλοϊκά τα ζητήματα. Η λύση είναι προφανής, όμως η εκτέλεση είναι δύσκολη. 

-Η απουσία της βασικής στέγης συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά το ΔΗΠΕΘΕΚ;

Παίζουμε σε ένα χώρο που είναι αντιθεατρικός. Αναγκαζόμαστε εκ των πραγμάτων να φοράμε χειλόφωνα, τα οποία δόξα τον Θεό είναι σε καλή ποιότητα και δεν βγάζουν ηλεκτρικό ήχο τόσο πολύ. Αλλά όταν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στον ηθοποιό και στον θεατή, 30 - 40 μέτρων, δεν γίνεται θέατρο. Θέλει μια αγκαλιά, μια ζεστασιά για να αποδώσει. Αν είχαμε το χώρο μας θα εξασφαλίζαμε καλύτερη απόδοση. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι διαφορετική. Το θέατρο ενώ έπρεπε να έχει παραδοθεί -καθυστερεί, μέσω της γνωστής ιστορίας με τα δημόσια έργα. 

-Με την ολοκλήρωση των χειμερινών παραγωγών, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Φέτος μπορούμε να πούμε ότι είναι η χρονιά των μονολόγων, δεδομένου ότι προσπαθώ να κάνουμε και μια συμπαραγωγή με το Θέατρο Σταθμός και να δούμε και έναν άλλο μονόλογο, όχι ελληνικό αυτή τη φορά, ενός Γερμανού συγγραφέα, ο οποίος ουσιαστικά μιλάει για τη διαχείριση της θλίψης του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. Είναι κάτι που το αντιμετωπίζουμε όλοι μας ως κοινωνία, μιας και πολύς κόσμος χάνεται τώρα τελευταία.

Οι άνθρωποι έτσι δεν είναι απλό να διαχειριστούν τη θλίψη τους τόσο άνετα και υποφέρουν πραγματικά, πόσο μάλλον όταν η απώλεια έχει να κάνει με μικρά παιδιά. Εκεί βγαίνει ένα δεκάχρονο παιδί και μιλάει για το θάνατο του αδερφού του. Είναι ένας συγκλονιστικός μονόλογος… Θα έλεγα πως είναι ένα τεράστιο βοήθημα για την κοινωνία της Καλαμάτας, και τεράστιο βοήθημα για όλους μας, μιας και θέλουμε - δεν θέλουμε, θα έρθουμε σε επαφή με το γεγονός αυτό κάποτε. Το προσπαθώ να το κάνουμε ως συμπαραγωγή για να μην έχει τεράστιο κόστος, με το πλάνο να αφορά το ανέβασμα της παράστασης μέσα στον Μάρτιο.

Είναι κάτι που επιδιώκω, ωστόσο θα πρέπει πρώτα να εγκριθεί από το Συμβούλιο της Φάρις. Παράλληλα, κάνοντας οικονομία δυνάμεων για το καλοκαίρι, προσβλέπω πάλι σε μια συμπαραγωγή με ένα άλλο ΔΗΠΕΘΕ για να κάνουμε μια μεγάλη παράσταση, με την προϋπόθεση να βοηθήσουν οι δύο Περιφέρειες.