Στην αποκομμένη γη της Θηρασιάς, ένας Γερμανός επιστήμονας και ο Ελληνας διερμηνέας του συναντούν μια γυναίκα που ισχυρίζεται πως την ξέχασε ο Χάρος. Ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας της δεν το ξέρει ούτε η ίδια, ή το ανακαλύπτει σιγά σιγά, ασκώντας μια παράξενη επιρροή στους ανθρώπους που τη γνωρίζουν.
Οι δύο επισκέπτες της θέλουν να μάθουν αν εκείνη είναι πράγματι ο γηραιότερος άνθρωπος στον πλανήτη. Αν και αυτό ίσως να μην έχει καμία σημασία τελικά. Μια ιστορία μαγικού ρεαλισμού για τη ζωή και τον θάνατο. Κάτι που μπορεί να διαρκέσει από ελάχιστα δευτερόλεπτα έως εκατόν είκοσι χρόνια ή ακόμα περισσότερο… Στο άπειρο. Το τελευταίο μυθιστόρημα της Κωνσταντίνα Μόσχου, "Δυτικά της Σαντορίνης", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Bell", μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Γιατί επιλέξατε να τοποθετήσετε την ιστορία στη Θηρασιά, ένα τόσο απομονωμένο νησί; Τι σημαίνει αυτός ο τόπος για εσάς;
Ο κάθε τόπος έχει τη δική του ιστορία, αφήνοντας ανεξίτηλα συγκεκριμένη ενέργεια και συναισθήματα στον χώρο. Στην περίπτωση της Θηρασιάς, είναι ένα κομβικό σημείο που καθορίστηκε από την έκρηξη του ηφαιστείου και με αυτόν τον τρόπο διαχωρίστηκε το νησί από την πολύβουη Σαντορίνη. Η ιδέα λοιπόν να γράψω ένα μυθιστόρημα με αυτό το ζωντανό σκηνικό ήταν αρκετά ελκυστική. Είναι ο τόπος της απομόνωσης της ηρωίδας μου και, ταυτόχρονα, η αφορμή για να βρει το νόημα της ζωής και της ύπαρξης.
Η Αθανασία Ζάννου είναι μια γυναίκα με σπάνιο χάρισμα και μια μοναδική στάση ζωής. Το όνομα Αθανασία, τόσο κυριολεκτικά όσο και συμβολικά, χρησιμοποιήθηκε συνειδητά ως προοικονομία της πλοκής;
Πράγματι, το όνομα επιλέχτηκε για να δείξει το πεπερασμένο της ανθρώπινης οντότητας και αποτελεί προοικονομία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κάθε κεφάλαιο τελειώνει με τη λέξη αθανασία, με κεφαλαίο ή με μικρό αρχίγραμμα, γιατί είναι το μόνο που μας απασχολεί ασυνείδητα, ίσως η τελευταία σκέψη κάθε ανθρώπου που «αναχωρεί». Κοιτάζοντας κατάματα την αλήθεια, ίσως αντιληφθούμε όσα και η Αθανασία –Φρασουά– Ζάννου, για τον ισορροπημένο τρόπο αντιμετώπισης των φόβων μας, αντλώντας δύναμη από την κάθε στιγμή της γλυκιάς ζωής που για τον καθένα έρχεται μονάχα μία φορά.
Ο Ντάνιελ και ο Νίκος αλλάζουν μέσα από τη γνωριμία τους με τη Φρασουά. Ποιο ήταν το βασικό βιωματικό μήνυμα που θέλατε να περάσετε μέσα από αυτούς τους δύο άντρες;
Οι δύο άντρες έρχονται ανυποψίαστοι στο νησί, δεν ξέρουν τι τους περιμένει. Οι αντιθέσεις στους χαρακτήρες τους είναι ξεκάθαρες από την αρχή στον αναγνώστη: Ο ένας λειτουργεί με το μυαλό, ο άλλος με το συναίσθημα. Αυτός ο «πόλεμος» μεταξύ τους είναι ταυτόχρονα και η μάχη που γίνεται μέσα μας. Η Φρασουά στο βιβλίο μοιάζει με βαρίδι που μπαίνει πάνω στη ζυγαριά και μας δίνει την ώθηση να σκεφτούμε πάνω σε αυτό.
Πόσο σημαντικός είναι για εσάς ο ρόλος του προλόγου, που διαβάζεται διαφορετικά στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου;
Ο πρόλογος γράφεται από τον ορθολογιστή Ντάνιελ και μάλιστα αρκετά χρόνια μετά τη γνωριμία του με τη Φρασουά. Θα μπορούσε λοιπόν να μπει και στο τέλος του βιβλίου, ώστε να υπάρχει χρονική συνέπεια. Για κάποιο λόγο, μου ταίριαξε καλύτερα να μπει στην αρχή, θέλοντας να δείξω ποιος είναι πραγματικά ο χαρακτήρας του. Ξαναδιαβάζοντάς το αφού τελειώσει το βιβλίο ο αναγνώστης, θα καταλάβει αν και γιατί τον άλλαξε αυτή η ιστορία.
Στο έργο φαίνεται πως η κοινωνικότητα, η συντροφικότητα και οι απλές στιγμές είναι κλειδιά μακροζωίας. Συμφωνείτε ότι η χαρά είναι στάση ζωής;
Χωρίς αμφιβολία, οι άνθρωποι που υιοθετούν τη θετική στάση έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν καλύτερα και περισσότερο. Θα έχετε παρατηρήσει πως όταν βουλιάζεις μέσα στις άσχημες στιγμές σου, οι ώρες περνούν αργά και βασανιστικά, και αυτό σε γερνά, σε καταβάλλει. Αντιθέτως, τα όμορφα περνούν γρήγορα, κι όμως αυτό μας κάνει να ακτινοβολούμε από καλή διάθεση για μεγαλύτερο διάστημα από όσο θα περίμενε κανείς. Συμφωνώ απόλυτα πως η χαρά είναι στάση ζωής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εστιάζουμε στον εγωκεντρισμό και στον ευδαιμονισμό, αλλά σε κάτι πλατύτερο: στην αισιοδοξία που μπορεί να προσφέρει χαρά και στους γύρω μας, στο νοιάξιμο, στην αγάπη, ανόθευτα, χωρίς τσιγκουνιές.
Το παρελθόν και οι αναμνήσεις εμφανίζονται ως βαριά φορτία, αλλά και πηγές μάθησης. Πώς βλέπετε τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο και τις εμπειρίες του;
Μαθαίνουμε από το παρελθόν μας, το πρόβλημα είναι όταν το κουβαλάμε σαν κάτι δυσάρεστο. Είναι αυτό που ανέφερα προηγουμένως, πως δηλαδή ο χρόνος είναι σχετικός: άλλοτε γοργοπόδαρος, άλλοτε κολλημένος στη λάσπη. Εσύ είσαι εκείνος που θα διαλέξεις πότε θα πας παραπέρα, έτσι ώστε οι εμπειρίες σου να σε πλουταίνουν και να μην είναι αντιστρόφως ανάλογες του χρόνου σου.
Το υπερφυσικό στοιχείο είναι διακριτικό και συνδέεται με τον χαρακτήρα της Αθανασίας. Ποιο ρόλο θέλατε να παίξει στην ιστορία;
Βασική προϋπόθεση για να γράψω αυτό το βιβλίο ήταν να μην υπερτερεί το παράδοξο στη μυθοπλασία. Η φυσικότητα, ο ρους της ιστορίας δεν θα ήθελα να διακόπτεται από κάτι ανοίκειο για τον αναγνώστη, δεν ήταν σκοπός μου να σοκάρω, αν και θα ήταν πολύ πιο εμπορικό εάν προτιμούσα αυτόν τον δρόμο. Ο ρόλος του ανεξήγητου ήταν ανεπαίσθητος, όπως το θρόισμα κάποιου που φεύγει από τη ζωή, τόσο απλά.
Υπάρχει στο βιβλίο μια στοχαστική διάσταση για τη ζωή και τον θάνατο. Τι θέλατε να προβληματίσει τον αναγνώστη;
Ο αναγνώστης είναι ήδη υποψιασμένος και βεβαίως έχει σκεφτεί αρκετές φορές, χωρίς τη βοήθεια της λογοτεχνίας, τις δυο αντίθετες όψεις του νομίσματος, ζωής και θανάτου. Με πρόσχημα το ευ ζην, το βιβλίο διαβάζεται και από τις δύο όψεις. Θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ένα feelgood μυθιστόρημα, αν δεν υπήρχε ο θάνατος. Και αυτός όμως αντιμετωπίζεται δίχως φόβο, έτσι όπως θα έπρεπε για κάθε άνθρωπο που σέβεται την ύπαρξή του. Θεωρώ ότι ένα από τα δυνατά του σημεία είναι ότι δεν ζητά να προβληματίσει ευθέως, αλλά να ταξιδέψει τον αναγνώστη μέσα από εικόνες και διαφορετικές οπτικές διαφορετικών ανθρώπων για την ουσία της ζωής.
Η ανατροπή στο τέλος επανατοποθετεί τα πάντα. Γνωρίζατε το τέλος από την αρχή ή προέκυψε στην πορεία της γραφής;
Είναι γεγονός πως αρκετές ιστορίες στη λογοτεχνία ανατρέπονται την τελευταία στιγμή, με κάτι άλλο από αυτό που είχε σκεφτεί αρχικά ο συγγραφέας. Εδώ διατήρησα την αρχική ιδέα, που με τυράννησε όμως για το τέλος, γιατί ήθελα να το γράψω έτσι ώστε το απροσδόκητο να μη φανεί εξωφρενικό. Πάντως, στο βιβλίο, εκτός από τη λογική εξήγηση της τελικής ανατροπής, υπάρχουν κάποια σημεία που δεν έχουν απαντηθεί, γιατί ο άνθρωπος είναι πολύ μικρός.
Αν η Φρασουά είχε τη δυνατότητα να πει μόνο μία φράση σε όσους τη διαβάζουν, ποια πιστεύετε ότι θα ήταν;
Πιστεύω ότι θα ξεκινούσε με το χαρακτηριστικό της γέλιο, εκείνο που μοιάζει με ενός νεαρού κοριτσιού, και θα μας έλεγε: «Οι καημοί, οι σκέψεις, οι φοβίες, οι πίκρες, αυτά είναι οι εφιάλτες μας, αυτά μας χαλούν τη ζωή· τα απομέσα, κι όχι τα απέξω, καρδιά μου!»
Η Κωνσταντίνα Μόσχου γεννήθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε στον έντυπο ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Με αγάπη στη λογοτεχνία, προωθεί τη φιλαναγνωσία με προτάσεις της και πολιτιστικές δράσεις. Το 2008 εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το πρώτο της έργο και ακολούθησαν ατομικά μυθιστορήματα, συμμετοχές σε συλλογές διηγημάτων και δύο συνεργατικά μυθιστορήματα, διηγήματα και κριτικές βιβλίων σε εφημερίδες, περιοδικά και διαδικτυακά μέσα. Γράφει συστηματικά ακολουθώντας διαφορετικές φόρμες στα περισσότερα λογοτεχνικά είδη (παιδικό, ιστορικό, μυστηρίου, κοινωνικό, ποίηση, δοκίμιο, θέατρο). Σε ατομικό επίπεδο έχουν εκδοθεί τα βιβλία της: Ο θησαυρός του Ποσειδώνα, Η πόλη της Υδράηρας, Όσο υπάρχει ανατολή, Λέμον πάι, Σταχτόνερο, Οι κυρίες με τα τιρκουάζ, Γεράκια στο κλουβί, Ραντεβού στου Μπο, Μέρσι.
