Πέμπτη, 21 Μαϊος 2026 14:46

Το ΔΗΠΕΘΕΚ συνεχίζει να πορεύεται χωρίς ταυτότητα

Γράφτηκε από την

Το ΔΗΠΕΘΕΚ συνεχίζει να πορεύεται χωρίς ταυτότητα

 

Γράφει η Μαρία Τομαρά, δημοσιογράφος

Ετοιμάζοντας το πρόγραμμα των παραστάσεων και των λοιπών εκδηλώσεων του καλοκαιριού…στη μικρή μας πόλη, διαβάζω σε ρεπορτάζ συναδέλφου:

«Η απροθυμία ή η αδιαφορία της Περιφέρειας Πελοποννήσου ακύρωσε τα σχέδια για τη σύμπραξη των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων Καλαμάτας και Σερρών προκειμένου να ανεβάσουν το καλοκαίρι τις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη και να την παρουσιάσουν σε φεστιβάλ και πολιτιστικά προγράμματα ανά την Ελλάδα. Μιας και εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα το Θέατρο θα ανεβάσει την κωμωδία “Art” της Γιασμίν Ρεζά. Τη σκηνοθεσία κάνει ο ίδιος ο Φίλιππος Σοφιανός, χωρίς αμοιβή και ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 64.000 ευρώ. Σε ό,τι αφορά την παραλίγο συμπαραγωγή, ο καλλιτεχνικός διευθυντής ανέφερε ότι το κάθε ένα από τα δύο ΔΗΠΕΘΕ θα έβαζε από 55.000 ευρώ, το υπουργείο Πολιτισμού 50.000 ευρώ, και οι δύο περιφέρειες, Κεντρικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου, από 20.000 ευρώ. Ωστόσο, ο Φίλιππος Σοφιανός είπε ότι η Περιφέρεια Πελοποννήσου δεν απάντησε στις επανειλημμένες αιτήσεις και τα μηνύματά του και, επειδή οι προθεσμίες για την υποβολή αιτήσεων σε Φεστιβάλ περνούσαν, το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών αποφάσισε να αποσυρθεί»

Μάλιστα. Ε, δεν είναι και κάτι που δεν γνωρίζαμε. Πάμε να δούμε λοιπόν τα γνωστά:

-Αδράνεια ή πολιτική αδιαφορία της Περιφέρειας Πελοποννήσου.

-Απώλεια μιας διαδημοτικής - διαπεριφερειακής συνεργασίας με πανελλαδική προοπτική.

-Οικονομική στενότητα και η υποχρηματοδότηση της προβολής.

-Απουσία στρατηγικής για το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας.

-Μετατόπιση από μια εξωστρεφή παραγωγή σε μια ασφαλέστερη επιλογή μικρού σχήματος.

-Το γεγονός ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής σκηνοθετεί αφιλοκερδώς, καταδεικνύει την εικόνα ενός θεσμού που λειτουργεί περισσότερο με προσωπικές υπερβάσεις παρά με οργανωμένο σχέδιο πολιτιστικής πολιτικής.

*Σ’ αυτό το σημείο βέβαια να διευκρινίσουμε ότι σύμφωνα με την προγραμματική σύμβαση ο καλλιτεχνικός διευθυντής (που αμείβεται μηνιαία εννοείται) έχει δικαίωμα να κάνει μια μόνο έξτρα δουλειά ως καλλιτέχνης μέσα στο έτος. Είτε να παίξει σε παράσταση αν είναι ηθοποιός, είτε να σκηνοθετήσει αν είναι και σκηνοθέτης. Ο Φίλιππος Σοφιανός είχε αμειφθεί ως ηθοποιός στην χειμερινή παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕΚ. Αρα για την σκηνοθεσία της καλοκαιρινής παραγωγής δεν είχε δικαίωμα να πληρωθεί και προφανώς δεν είχε (το θέατρο) την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει σκηνοθέτη.

Ετσι, από μια εξωστρεφή παραγωγή αρχαίου δράματος με πανελλαδική προοπτική (“Νεφέλες”) περνά σε μια «ασφαλή», μικρού ρίσκου, τριμελή παραγωγή.

Πιστεύω ότι η κατάρρευση της συμπαραγωγής των «Νεφελών» δεν ήταν μια ατυχία. Δεν ήταν μια «δύσκολη συγκυρία». Και σίγουρα δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν το απολύτως προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας διοίκησης που εδώ και χρόνια πορεύεται χωρίς πολιτιστική στρατηγική, χωρίς τόλμη και —κυρίως— χωρίς ουσιαστική γνώση του τι σημαίνει σύγχρονο Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο.

Το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας εδώ και χρόνια φυτοζωεί ανάμεσα στη διαχειριστική κόπωση και τη διοικητική μετριότητα. Με καθυστερήσεις, αμηχανία, αδράνεια και αλληλομεταβίβαση ευθυνών.

Και την ίδια στιγμή, η διοίκηση της Φάρις εμφανίζεται για ακόμη μία φορά να παρακολουθεί τις εξελίξεις σαν εξωτερικός παρατηρητής, χωρίς πολιτική πίεση, χωρίς δημόσια παρέμβαση, χωρίς σχέδιο διάσωσης της παραγωγής.

Ακριβώς όπως συνέβαινε και επί της προηγούμενης καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Τότε που η διοίκηση ενέκρινε σχεδόν μηχανικά κάθε πρόταση που έφτανε στο τραπέζι της, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς στρατηγική στόχευση και χωρίς καμία ουσιαστική λογοδοσία όταν οι παραγωγές αποτύγχαναν καλλιτεχνικά ή εμπορικά. Τότε που η αποτυχία αντιμετωπιζόταν ως φυσικό φαινόμενο και όχι ως αποτέλεσμα διοικητικής ανεπάρκειας.

Και το χειρότερο; Δεν έμαθαν τίποτα και το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας συνεχίζει να θυμίζει περισσότερο οργανισμό επιβίωσης παρά ζωντανό πολιτιστικό κύτταρο. Με διαφημιστικά κονδύλια επιπέδου σχολικής γιορτής, με πτώση εισιτηρίων που επιχειρείται να υποβαθμιστεί επικοινωνιακά, με σκηνοθεσίες «αφιλοκερδώς» για να κλείνουν οι τρύπες του προϋπολογισμού.

 

 

Αυτό ακριβώς είναι σήμερα το ΔΗΠΕΘΕΚ: ένας σκελετωμένος θεσμός που συντηρείται με ασκήσεις ισορροπίας, επικοινωνιακά τεχνάσματα και χαμηλές προσδοκίες.

Και η διοίκηση της Φάρις εξακολουθεί να λειτουργεί σαν να μην έχει καμία ευθύνη γι’ αυτή την εικόνα. Σαν να μην είναι δική της δουλειά να χαράξει πολιτιστική πολιτική. Σαν να αρκεί κάθε χρόνο η έγκριση μιας παραγωγής και λίγες δημόσιες ευχές για «καλή επιτυχία».

Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποια παράσταση θα ανέβει φέτος το καλοκαίρι. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν δείχνει να γνωρίζει τι ακριβώς πρέπει να είναι το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας τα επόμενα χρόνια.

Γιατί το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας χάνει διαρκώς δυναμική; Γιατί μειώνεται το ενδιαφέρον του κοινού; Γιατί κάθε χρόνο η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πώς «θα βγει» η επόμενη παραγωγή αντί για το πώς θα ξαναχτιστεί ένας σοβαρός πολιτιστικός οργανισμός; Η διοίκηση έχει επιδείξει επανειλημμένα ατολμία και άγνοια. Πότε θα ξεκινήσει επιτέλους μια ευρεία ανοιχτή συζήτηση για όλα αυτά;

Αντί να υπάρξει μια ρηξικέλευθη επανεκκίνηση, μια γενναία επανατοποθέτηση του θεσμού, μια επιθετική πολιτική εξωστρέφειας, νέων συνεργασιών, νέας ταυτότητας και ουσιαστικής επανασύνδεσης με το κοινό, το ΔΗΠΕΘΕ συνεχίζει να λειτουργεί με λογικές διαχείρισης φθοράς.

Και εδώ οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τη διοίκηση αλλά και την καλλιτεχνική διεύθυνση.

Γιατί σε περιόδους κρίσης οι καλλιτεχνικοί διευθυντές κρίνονται από την πυγμή, τη φαντασία και την ικανότητά τους να συγκρούονται με τη μετριότητα. Όχι από το αν μπορούν να διαχειριστούν αξιοπρεπώς μια κατάσταση παρακμής. Το να επιλέγεται τελικά ένα έργο επειδή έχει «λίγους ρόλους», «λιτή σκηνογραφία» και «ευελιξία παραγωγής» δεν συνιστά πολιτιστική πρόταση. Συνιστά προσαρμογή στη συρρίκνωση.

Το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας μοιάζει πλέον να έχει αποδεχθεί τη μικρότερη εκδοχή του εαυτού του.

Με ελάχιστη προβολή, με πτώση εισιτηρίων, με παραγωγές που σχεδιάζονται πρωτίστως με οικονομικά και όχι καλλιτεχνικά κριτήρια, με διοικητικές εισηγήσεις πρόχειρες ακόμη και στα βασικά τους σημεία, το θέατρο συνεχίζει να εκπέμπει εικόνα θεσμού που δεν έχει αφήγημα για το μέλλον του.

Κανείς μέσα στη διοίκηση δεν δείχνει πραγματικά διατεθειμένος να αναμετρηθεί με αυτή την αλήθεια.

Έτσι, το ΔΗΠΕΘΕΚ παραμένει ένας μίζερος και εν πολλοίς ανυπόληπτος οργανισμός που εξακολουθεί να κάνει ασκήσεις επιβίωσης, την ώρα που η πόλη θα έπρεπε να απαιτεί ένα πραγματικό πολιτιστικό όραμα.

Δεν ήταν λοιπόν οι «Νεφέλες» που θα έσωζαν το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Και καλό είναι να σταματήσει αυτή η βολική μυθολογία.

Το πραγματικό ζήτημα είναι άλλο: ότι το ΔΗΠΕΘΕΚ συνεχίζει να πορεύεται χωρίς ταυτότητα, χωρίς τόλμη και χωρίς ουσιαστική στρατηγική επανεκκίνησης.

Και αυτό βαραίνει πρώτα τη διοίκηση της Φάρις, η οποία εδώ και χρόνια αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων. Μια διοίκηση που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το θέατρο σαν λογιστικό βάρος και όχι σαν ζωντανό οργανισμό πολιτισμό και δεν δείχνει ούτε τώρα διατεθειμένη να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα.

Γιατί η πραγματικότητα είναι σκληρή: το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας έχει χάσει κύρος, δυναμική και αξιοπιστία.

Και οι ευθύνες δεν σταματούν στη διοίκηση.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής όταν ανέλαβε, είχε μιλήσει για επαναπατρισμό καλλιτεχνών. Ήταν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δεσμεύσεις που ακούστηκαν εδώ και χρόνια γύρω από το ΔΗΠΕΘΕ. Μόνο που σήμερα γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: πού είναι αυτός ο επαναπατρισμός;

Πού είναι οι δημιουργοί από τη Μεσσηνία και την ευρύτερη περιοχή που διακρίνονται στην Αθήνα και αλλού; Έγιναν προτάσεις από ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, από καλλιτέχνες με ανερχόμενη πορεία, με φρέσκια ματιά και πραγματική σύνδεση με τον σύγχρονο θεατρικό χώρο; Και αν έγιναν, γιατί τελικά δεν προχώρησαν; Ποιοι τις μπλόκαραν; Με ποιες δικαιολογίες; Με ποια κριτήρια;

Ρητορικά είναι τα ερωτήματα. Γιατί σοβαρές απαντήσεις δύσκολα περιμένει πλέον κανείς.

Όπως ρητορικό είναι και το ερώτημα για όλα εκείνα που επίσης ακούστηκαν αλλά δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.

Πού είναι τα μαθήματα θεάτρου;

Πού είναι τα θεατροπαιχνίδια;

Πού είναι οι ουσιαστικές συμπράξεις;

Πού είναι οι μετακλήσεις σημαντικών παραστάσεων από τις αθηναϊκές σκηνές ώστε να πάψει επιτέλους η επαρχία να αντιμετωπίζεται σαν πολιτιστική υποσημείωση;

Τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να γίνει; Αλήθεια τώρα;

Δεν μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε η Καλαμάτα να βλέπει δύο ή τρεις σημαντικές παραστάσεις τον χρόνο; Δεν μπορούσε να δημιουργηθεί ένας σοβαρός πυρήνας θεατρικής εκπαίδευσης; Δεν μπορούσε να ανοίξει το ΔΗΠΕΘΕ στην κοινωνία και στους νέους δημιουργούς; Δεν μπορούσε να αποκτήσει έναν πραγματικό ρόλο στην πολιτιστική ζωή της πόλης;

Και αν δεν μπορούσε, τότε ποιος ευθύνεται;

Η διοίκηση;

Η καλλιτεχνική διεύθυνση;

Η έλλειψη χρημάτων;

Το οικονομικό επιχείρημα ακούγεται πλέον σχεδόν προσβλητικό. Γιατί όταν ένας οργανισμός δεν παράγει ιδέες, δεν διεκδικεί συνεργασίες, δεν αναζητά εξωστρέφεια και δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό, διοικητικό και δημιουργικό.

Και κάπως έτσι το ΔΗΠΕΘΕΚ παραμένει ένας απαξιωμένος και σε μεγάλο βαθμό ανυπόληπτος θεσμός, εγκλωβισμένος σε μια μόνιμη λογική επιβίωσης. Ένα θέατρο που μοιάζει να έχει συμβιβαστεί με τη συρρίκνωσή του, την ώρα που η πόλη θα έπρεπε να απαιτεί όραμα, σύγκρουση με τη μετριότητα και πραγματική πολιτιστική φιλοδοξία.