Μιλώντας στην «Ε», ο συγγραφέας τονίζει εξαρχής ότι το βιβλίο δεν γεννήθηκε από μια στιγμιαία έμπνευση, αλλά από μια βαθύτερη εσωτερική ανάγκη. Οπως αναφέρει, «την ανάγκη να γράψω αυτό το βιβλίο πυροδότησε ένας συνδυασμός δημιουργικής ανησυχίας και ευαισθησίας».
Οπως εξηγεί, η δημιουργικότητα για τον ίδιο είναι «η εσωτερική παρόρμηση να δώσω μορφή σε κάτι καινούργιο», ενώ η ευαισθησία είναι «ο τρόπος που παρατηρώ τον κόσμο: χωρίς φίλτρα, με διάθεση να κατανοήσω όσα συνήθως μένουν ανείπωτα». Δεν ήθελε να προσφέρει έτοιμες λύσεις· ήθελε να δημιουργήσει «ένα βιβλίο-συνομιλητή: που να αγγίζει, να προβληματίζει, να ανακουφίζει». «Δεν ήταν στιγμιαία έμπνευση, αλλά μια αργή ωρίμανση. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα αυτής της πορείας», τονίζει. Σχετικά με το κοινό στο οποίο απευθύνεται, δηλώνει πως «το βιβλίο απευθύνεται σε όλους μας», επισημαίνοντας όμως ότι κάθε αναγνώστης θα το διαβάσει διαφορετικά. «Ο καθένας θα σταθεί σε διαφορετικά σημεία του, ανάλογα με τη φάση ζωής στην οποία βρίσκεται. Κάποιος μπορεί να βρει παρηγοριά στο κεφάλαιο για την απώλεια, ενώ κάποιος άλλος ίσως αναζητήσει καθοδήγηση στα κείμενα που αφορούν τις ερωτικές σχέσεις». Το χαρακτηρίζει ως ένα βιβλίο που «ανοίγει διαφορετικά κάθε φορά», ενώ «ίσως να το χρειαστούν περισσότερο όσοι νιώθουν φορτωμένοι και δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν». Δεν πρόκειται, όπως λέει, για ένα βιβλίο που «χρειάζεται να διαβαστεί μονομιάς». Αντίθετα, πιστεύει ότι «λειτουργεί καλύτερα όταν ο αναγνώστης το προσεγγίζει βιωματικά, σαν μια μικρή παύση μέσα στην ημέρα του». Κάθε κεφάλαιο «είναι μια αφορμή για σκέψη, όχι μια ιστορία που πρέπει να ακολουθήσεις μέχρι το τέλος». «Μπορείς να το ανοίξεις σε οποιαδήποτε σελίδα και να βρεις κάτι που να σε αφορά εκείνη τη στιγμή», σημειώνει.
«Οταν σταματήσεις να παλεύεις με το κύμα και μάθεις να αναπνέεις μέσα στην τρικυμία, τότε ανακαλύπτεις ότι δεν είσαι το καράβι που κινδυνεύει να βυθιστεί. Είσαι ο ίδιος ο ωκεανός. Και ο ωκεανός δεν φοβάται το βάθος του».
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις 207 εικόνες που συνοδεύουν τα κείμενα. «Οι εικόνες δεν είναι διακοσμητικές· αποτελούν οργανικό κομμάτι της αφήγησης», επισημαίνει. Η ένταξή τους ήταν συνειδητή επιλογή, καθώς, όπως λέει, «μια εικόνα μπορεί να μεταφέρει συναίσθημα και νόημα πιο άμεσα από τις λέξεις». Τις περιγράφει ως «μια μικρή παύση -μια στιγμή οπτικής επεξεργασίας που βοηθά τον αναγνώστη να συνδεθεί βαθύτερα με όσα διαβάζει», ενώ αναγνωρίζει και μια διάσταση art therapy, καθώς «προσφέρουν χώρο για ηρεμία, ενσυναίσθηση και προσωπική ερμηνεία». Στο ερώτημα αν η στάση μας απέναντι στη ζωή μπορεί να αλλάξει την καθημερινότητά μας, απαντά: «Ναι, το έχω δει πολλές φορές -όχι ως μαγική μεταμόρφωση, αλλά ως μια σταδιακή μετατόπιση». Οπως περιγράφει, άνθρωποι που ένιωθαν παγιδευμένοι, όταν άρχισαν να αναγνωρίζουν ότι έχουν επιλογές και μπορούν να σταθούν διαφορετικά απέναντι στις δυσκολίες, είδαν την καθημερινότητά τους να αλλάζει.

«Οχι επειδή εξαφανίστηκαν τα προβλήματα, αλλά επειδή άλλαξε ο τρόπος που τα αντιμετώπιζαν». Η καθημερινότητα, για τον ίδιο, είναι θεμέλιο της φιλοσοφίας που παρουσιάζει στο βιβλίο. «Η καθημερινότητα είναι το μάρμαρο και είμαστε ο γλύπτης», αναφέρει χαρακτηριστικά. «Και κάθε μέρα, με την προσοχή μας, με την παρουσία μας, με την αγάπη μας, δίνουμε μορφή και υπόσταση σε αυτό το γλυπτό». Οπως υπογραμμίζει, «φτιάχνουμε τον εαυτό μας από επιλογές». Οταν του ζητείται να ορίσει τι σημαίνει «ενδιαφέρουσα ζωή», απαντά: «Πιστεύω ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε η πηγή του ενδιαφέροντος. Το νόημα δεν βρίσκεται εκεί έξω, περιμένοντάς μας· το φέρνουμε εμείς στη ζωή, με το προσωπικό μας αποτύπωμα». Για εκείνον, «η ζωή γίνεται συναρπαστική όταν ο άνθρωπος γίνεται ο ίδιος ο δημιουργός της ουσίας της». Στις σχέσεις, διαπιστώνει μια βασική παγίδα της εποχής: «Ζούμε σε μια κουλτούρα που μας ενθαρρύνει να διεκδικούμε το “τέλειο”». Ωστόσο, επισημαίνει ότι «η αγάπη -σε αντίθεση με τον έρωτα- χρειάζεται χρόνο, υπομονή, φροντίδα, συμβιβασμό». Και προσθέτει: «Θέλουμε την αγάπη χωρίς το κόστος της, θέλουμε τη σταθερότητα χωρίς την ευθύνη και την οικειότητα χωρίς την ευαλωτότητα». Ιδιαίτερα ουσιαστική είναι η τοποθέτησή του για την εξιδανίκευση του άλλου: «Συχνά αγαπάμε περισσότερο μια πλασματική εικόνα. Ο άλλος, ως πραγματικό πρόσωπο, είναι πάντα ένα μυστήριο και απρόβλεπτος. Η εικόνα του, όμως, είναι βολική».
Και καταλήγει: «Το θάρρος της πραγματικής αγάπης βρίσκεται ακριβώς εδώ: στο να αφήσουμε την εικόνα να πεθάνει, για να συναντήσουμε τον άνθρωπο». Αν μπορούσε, τέλος, να απευθυνθεί απευθείας σε έναν αναγνώστη που περνά μια δύσκολη στιγμή, θα του έλεγε: «Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι προοριζόμαστε για μια ζωή δίχως τριβές. Ο προορισμός μας δεν είναι μια μόνιμη χαρά, αλλά η πληρότητα». Και συμπληρώνει: «Οταν σταματήσεις να παλεύεις με το κύμα και μάθεις να αναπνέεις μέσα στην τρικυμία, τότε ανακαλύπτεις ότι δεν είσαι το καράβι που κινδυνεύει να βυθιστεί. Είσαι ο ίδιος ο ωκεανός. Και ο ωκεανός δεν φοβάται το βάθος του».
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Γιώργος Θανάσης γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Ιωάννινα. Ζει στην Καλαμάτα και υπηρετεί ως Αξιωματικός στην Πολεμική Αεροπορία. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού της Ψυχολογίας της Υγείας. Αρθρογραφεί τακτικά πάνω στις θεματικές της Θετικής Ψυχολογίας. Το 2024 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Κινούμενη Αλήθεια».
