Περιλαμβάνει συνολικά δεκατέσσερα διηγήματα, από τα οποία τα τέσσερα δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Από τα υπόλοιπα κείμενα, πέντε είχαν ήδη συμπεριληφθεί στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα (εκδ. Γράφημα, 2022). Ενα ακόμη διήγημα είχε δημοσιευθεί στον συλλογικό τόμο Πατησίων και Βερανζέρου γωνία (εκδ. Γράφημα, 2023), ενώ ένα άλλο κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 2024 από τις εκδόσεις «Υψικάμινος».
Επιπλέον, δύο διηγήματα δημοσιεύθηκαν το 2024 στο περιοδικό Λογοτεχνικό Δελτίο, ενώ ένα από τα διηγήματα της συλλογής βασίζεται σε διήγημα του Αντώνη Χαριστού. Το βιβλίο διαθέτει έντονη κοινωνικοπολιτική διάσταση, χωρίς να χάνει τον βαθιά ανθρώπινο πυρήνα του.
Οπως επισημαίνει ο συγγραφέας μιλώντας στην «Ε»: «Θα ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει μια δημιουργική ενόχληση. Να κλείσει το βιβλίο έχοντας συναίσθηση του ιστορικού συνεχούς· να αντιληφθεί πως το παρόν του δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά πατά πάνω στις σιωπές, στις ήττες και στους αναγκαστικούς συμβιβασμούς των προγενέστερων. Μια βαθύτερη ενσυναίσθηση για το γεγονός πως το τραύμα μεταβιβάζεται και επηρεάζει το σήμερα».
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Ποια ήταν η αρχική ιδέα που σας οδήγησε στη δημιουργία αυτής της συλλογής;
Δεν υπήρξε κάποια στιγμιαία επιφοίτηση, παρά μια διαχρονική ανάγκη να ψηλαφίσω τη ρωγμή ανάμεσα στη Μεγάλη Ιστορία και τον μικρό άνθρωπο. Η αρχική παρόρμηση ήταν να στήσω ένα λογοτεχνικό παρατηρητήριο, όπου τα ορόσημα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας δεν αντιμετωπίζονται ως μνημεία, αλλά ως τεκτονικές πλάκες που μετατοπίζονται, σμιλεύοντας τις ζωές των αθόρυβων ανθρώπων. Ήταν μια απόπειρα να δοθεί λογοτεχνική υπόσταση στη σιωπή τους.
Ο τίτλος «Οι αχθοφόροι» παραπέμπει σε ανθρώπους που κουβαλούν βάρη. Ποια «βάρη» κουβαλούν οι ήρωές σας - προσωπικά, κοινωνικά ή ιστορικά;
Κουβαλούν πρωτίστως το άχθος της ίδιας τους της ύπαρξης εντός ενός κόσμου που δεν επέλεξαν. Τα ιστορικά και κοινωνικά βάρη -η φτώχεια, ο πόλεμος, η κρατική καταστολή- δεν υφίστανται στα κείμενα ως αφηρημένες κοινωνιολογικές έννοιες, αλλά μετουσιώνονται σε προσωπικά βιώματα. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, βάρος που επωμίζονται είναι η απεγνωσμένη τους προσπάθεια να διασώσουν την αξιοπρέπειά τους, όταν οι καιροί τούς εκβιάζουν να γίνουν θηρία.
Στον πρόλογο τονίζεται η σχέση λογοτεχνίας και ιστορίας. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και στη μυθοπλασία;
Η ιστορική ακρίβεια παρέχει τον καμβά, το αυστηρό πλαίσιο των περιορισμών. Όμως η λογοτεχνία οφείλει να παραμείνει το κυρίαρχο στοιχείο, αναδεικνύοντας την ψυχική αλήθεια, τα ηθικά διλήμματα και το υπαρξιακό βάρος της στιγμής, πέρα από τη στεγνή καταγραφή των γεγονότων. Η μυθοπλασία είναι ο ενδιάμεσος ιστός που συνδέει και δίνει πνοή στα καταγεγραμμένα γεγονότα. Η ισορροπία επιτυγχάνεται όταν η Ιστορία υποχωρεί στο φόντο, αφήνοντας τον αναγνώστη να νιώσει τον αντίκτυπό της στην ψυχολογία και τις αποφάσεις του ήρωα, αντί να παρακολουθεί παθητικά μια παράθεση συμβάντων.
Οι ήρωες του βιβλίου φαίνονται καθημερινοί άνθρωποι, που όμως βρίσκονται μέσα σε μεγάλες ιστορικές και κοινωνικές αναταράξεις. Γιατί επιλέξατε να φωτίσετε την Ιστορία μέσα από απλούς ανθρώπους;
Διότι η επίσημη Ιστορία γράφεται με τρόπο που εξοστρακίζει τον απλό άνθρωπο στη σφαίρα της απρόσωπης στατιστικής. Επέλεξα τους ανώνυμους πρωταγωνιστές του περιθωρίου γιατί αυτοί είναι που υφίστανται την Ιστορία στο πετσί τους. Η λογοτεχνία έχει χρέος να ανασύρει αυτούς τους «αόρατους» από τη λήθη και να καταδείξει πως η σιωπηλή τους αντοχή είναι, εντέλει, ο πραγματικός κινητήριος μοχλός του κόσμου.
Τα διηγήματα εκτείνονται χρονικά από το 1924 έως το 2023. Με ποιο κριτήριο επιλέξατε τις συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και τα ιστορικά γεγονότα που πλαισιώνουν τις ιστορίες;
Επιλέχθηκαν περίοδοι ρήξεων, βίαιων μεταβάσεων και οριακών καταστάσεων. Αναζήτησα τις χρονικές εκείνες ρωγμές όπου η κοινωνική σύμβαση καταρρέει και ο άνθρωπος βρίσκεται μετέωρος απέναντι στο κενό. Το κριτήριο δεν ήταν η δημιουργία ενός γραμμικού ιστορικού χρονολογίου, αλλά η λογοτεχνική χαρτογράφηση των στιγμών όπου το άτομο συνθλίβεται από συλλογικές κρίσεις, είτε πρόκειται για τον Μεσοπόλεμο και την Κατοχή, είτε για τη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική αποσάθρωση.
Η Μικρασιατική Καταστροφή, άλλωστε, δεν συνιστά απλώς μια «κρίσιμη καμπή», αλλά την οδυνηρή γενέθλια πράξη της σύγχρονης Ελλάδας. Ο αιώνας που την ακολουθεί, και τον οποίο διατρέχουν «Οι αχθοφόροι», είναι ουσιαστικά ένας αιώνας διαρκούς μετασχηματισμού και σκληρής διαπραγμάτευσης με αυτό το αρχικό, βαθύ συλλογικό τραύμα. Στη νέα συλλογή διηγημάτων που ετοιμάζω τώρα, τα κείμενα καλύπτουν ξανά το ίδιο χρονικό πεδίο (1925-2025). Ακολουθώ, ωστόσο, την ακριβώς αντίστροφη διαδρομή από ό,τι στους «Αχθοφόρους»· εκκινώ από το σήμερα για να καταλήξω έναν αιώνα πριν.
Ποιο από τα διηγήματα της συλλογής ήταν για εσάς το πιο απαιτητικό στη συγγραφή, είτε συναισθηματικά είτε ερευνητικά;
Η πιο απαιτητική διεργασία αφορούσε τα κείμενα που ψηλαφούν τον σωματικό και ψυχικό εκφυλισμό της ακραίας ανέχειας. Είναι εξαιρετικά ολισθηρό το έδαφος όταν επιχειρείς να αποδώσεις τον ακρωτηριασμό της ανθρώπινης υπόστασης από την πείνα, προσπαθώντας να αποφύγεις τον συναισθηματικό εκβιασμό, τον μελοδραματισμό ή την ηθογραφική καρικατούρα. Η λογοτεχνική πρόκληση ήταν να μετατραπεί η σωματική εξαθλίωση σε υπαρξιακό δίλημμα, διατηρώντας το ύφος στεγνό και αιχμηρό.
Το βιβλίο έχει έντονη κοινωνικοπολιτική διάσταση, χωρίς όμως να χάνει τον ανθρώπινο πυρήνα του. Τι θέλατε να νιώσει ή να σκεφτεί ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο;
Θα ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει μια δημιουργική ενόχληση. Να κλείσει το βιβλίο έχοντας συναίσθηση του ιστορικού συνεχούς· να αντιληφθεί πως το παρόν του δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά πατάει πάνω στις σιωπές, στις ήττες και στους αναγκαστικούς συμβιβασμούς των προγενέστερων. Μια βαθύτερη ενσυναίσθηση για το γεγονός πως το τραύμα μεταβιβάζεται και επηρεάζει το σήμερα.
Η γλώσσα και η ατμόσφαιρα των κειμένων παραπέμπουν σε διαφορετικές εποχές. Πόσο σημαντική ήταν για εσάς η ανασύσταση του κλίματος κάθε περιόδου μέσα από τη γλώσσα, τους διαλόγους και τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας;
Η γλώσσα δεν είναι ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας· φέρει εντός της το ήθος, την τραχύτητα και τις εντάσεις κάθε εποχής. Οι διάλογοι και οι λεπτομέρειες του υλικού βίου οφείλουν να πείθουν τον αναγνώστη δημιουργώντας την απαραίτητη ατμόσφαιρα. Η ακρίβεια στον λόγο προσδίδει ρεαλιστική υφή, επιτρέποντας στην αφήγηση να αποφύγει τον διδακτισμό και να λειτουργήσει αμιγώς λογοτεχνικά.
Ποια στοιχεία του βιβλίου θεωρείτε ότι το κάνουν να ξεχωρίζει μέσα στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία και τι πιστεύετε ότι μπορεί να προσφέρει στον σημερινό αναγνώστη;
Σε μια εποχή όπου η πεζογραφία συχνά περιχαρακώνεται στην ενδοσκόπηση του μικρόκοσμου, «Οι αχθοφόροι» επιχειρούν να επανασυνδέσουν το ατομικό με το συλλογικό. Η εστίαση στην κοινωνική διάσταση της ανθρώπινης μοίρας, ιδωμένης όμως μέσα από ένα αυστηρά ρεαλιστικό πρίσμα, ίσως συνιστά το διακριτό του στίγμα. Στον σημερινό αναγνώστη, που συχνά βιώνει την αποξένωση, προσφέρει μια αναγκαία υπενθύμιση ότι οι προσωπικοί μας αγώνες νοηματοδοτούνται πραγματικά μόνον όταν αναγνωριστούν ως αναπόσπαστο τμήμα της ευρύτερης ανθρώπινης περιπέτειας.
