Η Κατερίνα Κωστίου είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Οι μελέτες της αφορούν την ποίηση και την πεζογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα, καθώς και τη θεωρία της λογοτεχνίας -- κυρίως ζητήματα που σχετίζονται με την ειρωνεία, τη σάτιρα, την παρωδία και συναφείς όρους. Έχει δημοσιεύσει πολλές μελέτες σε έγκριτα περιοδικά και τόμους πρακτικών για το έργο των Καβάφη, Σεφέρη, Μόντη, Σκαρίμπα, Βαρβέρη, Χιόνη κ.ά., καθώς και μελέτες για θεωρητικά ζητήματα της λογοτεχνίας, όπως η ειρωνεία, η παρωδία, οι σπουδές αναπηρίας, η μετάφραση κ.ά. Οι πρόσφατες μονογραφίες της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Νεφέλη, ενώ οι περισσότερες εργασίες της έχουν αναρτηθεί στην πλατφόρμα upatras.academia.edu. Το 2016, ίδρυσε στο Πανεπιστήμιο Πατρών το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας: Αρχειακά Τεκμήρια – Τύπος, στο οποίο απόκεινται αρχεία λογοτεχνών, η μελέτη των οποίων έχει συνδεθεί με το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (eatt.philology.upatras.gr. Το Εργαστήριο Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου (ΕΑΤΤ), με αφορμή τα δέκα χρόνια λειτουργίας του, διοργανώνει μια σύνθετη δράση (9-10 Οκτωβρίου) με τίτλο «Αρχείο, Λογοτεχνία, Εκπαίδευση και Πολιτιστική Δημοκρατία», ενταγμένη στο πλαίσιο του Welcome UP 2026.

Κάθε αρχείο επιφυλάσσει εκπλήξεις ή φέρνει στο φως νέα στοιχεία για τους συγγραφείς και το έργο τους. Τα αρχεία των περιοδικών Πλανόδιον, Περίπλους, Οδός Πανός, Οροπέδιο (και σύντομα Τραμ και Χάρτης) είναι χρυσωρυχεία. Τα αρχεία είναι απρόβλεπτα. Ακόμη και το πιο «ήσυχο» αρχείο μπορεί να σε «ταράξει». Παράδειγμα, το Αρχείο της Λείας Χατζοπούλου-Καραβία όπου περιέχονται 25 άγνωστες και ακατάγραφες επιστολές, που είχε στείλει ο εξόριστος Δημήτρης Χατζής από τη Βουδαπέστη στη συγγραφέα το διάστημα 1963-1975, τις οποίες εκδώσαμε.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Το Εργαστήριο Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου (ΕΑΤΤ) συμπληρώνει φέτος δέκα χρόνια λειτουργίας. Εσείς είχατε την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του. Κοιτάζοντας πίσω σε αυτή τη δεκαετία, ποια θεωρείτε ότι ήταν τα σημαντικότερα βήματα στην πορεία του και τι σας επιβεβαίωσε ότι άξιζε να δημιουργηθεί ένας τέτοιος χώρος στο Πανεπιστήμιο Πατρών;
Όχι μόνο για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά και για σχεδόν όλους τους κλάδους της γνώσης, κάθε αρχείο είναι πολύ σημαντικό. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ή να τεκμηριωθεί καμιά πραγματικότητα και κανένα μέλλον. Ιδίως στην ψηφιακή εποχή μας, η έννοια της αρχειακότητας επανήλθε ως προϋπόθεση ύπαρξης πια, διότι στην εμπεδωμένη μας αντίληψη ότι ο καθένας μας είναι ένα αρχείο προστέθηκε η επίγνωση ότι το αρχείο είναι για τη γραφή σημείο εκκίνησης και σημείο προορισμού.
Το ΕΑΤΤ δεν λειτουργεί μόνο ως αποθετήριο λογοτεχνικών αρχείων, αλλά συνδέεται άμεσα με την έρευνα και την εκπαίδευση. Γιατί θεωρείτε σημαντικό ένα αρχείο να παραμένει «ζωντανό» και να αποτελεί αφετηρία για νέα έρευνα, αντί να λειτουργεί απλώς ως χώρος φύλαξης τεκμηρίων;
Εξαρχής στο σκεπτικό ίδρυσης του ΕΑΤΤ δεν υπήρχε η έννοια του αποθετηρίου αρχειακού υλικού, όπως συμβαίνει με άλλους πολύ μεγαλύτερους και εδραιωμένους φορείς, για παράδειγμα τις βιβλιοθήκες ή το ΕΛΙΑ. Το ΕΑΤΤ είναι ένας ερευνητικός φορέας ενταγμένος σε ακαδημαϊκό θεσμικό πλαίσιο και έχει στόχο να συνδέσει το αρχειακό υλικό με την εκπαιδευτική διαδικασία και την έρευνα. Γι’ αυτό και η πρόσκτηση αρχειακού υλικού γίνεται με ρυθμό συμβατό με τη δυναμική του και η επιλογή των αρχείων με κριτήριο τις ερευνητικές επιλογές και δυνατότητες του ανθρώπινου δυναμικού. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να αποκτήσουμε αρχειακό υλικό μέσα από το οποίο να μπορέσουμε να εκπαιδεύσουμε νέες γενιές φιλολόγων στη στέρεα και πολυδιάστατη επιστήμη της αξιοποίησης των τεκμηρίων.
Από το πρώτο αρχείο, του Αργύρη Χιόνη, έως τα αρχεία λογοτεχνών και περιοδικών που έχουν συγκεντρωθεί σήμερα, κάθε αρχείο κουβαλά ένα διαφορετικό κομμάτι της λογοτεχνικής μας ιστορίας. Τι είναι αυτό που μπορεί να αποκαλύψει ένα προσωπικό αρχείο και δεν είναι πάντα ορατό μέσα από το ίδιο το δημοσιευμένο έργο ενός/μιας συγγραφέα;
Σας θυμίζω τη ρήση του Γ.Π. Σαββίδη, όταν ξεκίνησε η ενασχόλησή του με το αρχείο Καβάφη, το 1963: «Ο ποιητής, λένε, είναι σαν το παγόβουνο: τα τέσσερα πέμπτα του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια». Το είπε για τον Καβάφη, αλλά ισχύει για πολλούς συγγραφείς. Για παράδειγμα, στα αρχεία του Χιόνη και του Παυλόπουλου υπάρχουν ανέκδοτα ποιήματα και μεταφράσεις. Αλλά, επιπλέον, ορισμένες κατηγορίες υλικού, όπως η αλληλογραφία ή το ημερολόγιο, είναι πολύτιμα και περιμένουν υπομονετικά τον ερευνητή να τα ανακαλύψει. Πολύ συχνά σε αυτό το υλικό εγγράφεται μια δεύτερη εκδοχή πραγματικότητας ή μια άλλη ιστορία της λογοτεχνίας, που μπορεί να φέρνει στο φως νέα στοιχεία ή να οδηγεί και σε ανατροπές και αναθεωρήσεις. Θυμάμαι την παρατήρηση του αείμνηστου Δημήτρη Δασκαλόπουλου όταν, το 2000, στο συνέδριο που οργάνωσα στο Πανεπιστήμιο Πατρών με τίτλο «Ο Σεφέρης ως αναγνώστης της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας», είχε ξεκινήσει την ομιλία του λέγοντας: «Αναρωτιέμαι πόσο θα καταλαβαίναμε την ποίηση του Σεφέρη, αν δεν είχαμε στη διάθεσή μας τις πολύτιμες Μέρες». Ή αναλογίζομαι την εξαιρετική μελέτη της Βενετίας Αποστολίδου Η Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο, όπου αξιοποιεί αρχειακό υλικό ιχνηλατώντας τη συγκρότηση της επιστήμης της Φιλολογίας στο ΑΠΘ.
Η προσεχής διοργάνωση θέτει δίπλα στο «αρχείο» τη «λογοτεχνία», την «εκπαίδευση» και την «πολιτιστική δημοκρατία». Πώς συνδέονται αυτές οι τέσσερις έννοιες και γιατί θεωρείτε σημαντικό να συζητηθούν μαζί;
Η σχέση των τριών πρώτων όρων είναι αυταπόδεικτη. Η σχέση του αρχείου με την πολιτισμική δημοκρατία είναι ιδιαίτερα γόνιμο και σύγχρονο πεδίο, επειδή μετατοπίζει το αρχείο από έναν ουδέτερο «χώρο φύλαξης» σε έναν μηχανισμό συγκρότησης μνήμης, εξουσίας και συλλογικής συμμετοχής. Αρκεί να διατρέξουμε συγκεκριμένες θέσεις που σχετίζονται με τη θεσμική ισχύ, τον έλεγχο και το δικαίωμα ερμηνείας, καθώς αυτές οι έννοιες σχετίζονται με δύο παραδοχές: Εκείνος που ελέγχει το αρχείο, ελέγχει και τη συλλογική μνήμη· η συνθήκη αυτή είναι κεντρικό θέμα για ζητήματα πολιτιστικής δημοκρατίας. Οι σύγχρονες θεωρίες συνδέουν το αρχείο, τη λογοτεχνία και την πολιτισμική μνήμη, εισάγοντας την έννοια της πολιτισμικής συνέχειας και επιχειρώντας να εξετάσουν πώς οι δυτικές κοινωνίες οργανώνουν, διατηρούν και μεταδίδουν τη συλλογική τους μνήμη μέσα στον χρόνο.
Έχετε ασχοληθεί επί σειρά ετών με τη λογοτεχνία του 19ου και του 20ού αιώνα, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Σκαρίμπα, τον Χιόνη, αλλά και με ζητήματα όπως η ειρωνεία, η σάτιρα, η παρωδία και η μετάφραση. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας προκαλεί ερευνητικά ενδιαφέρον στη λογοτεχνία και σας κάνει να επιστρέφετε διαρκώς σε αυτήν;
Η ενασχόληση με τη λογοτεχνία έχει γίνει πια τρόπος ζωής. Είναι η παρακαταθήκη των αξιών που ρυθμίζουν τη ζωή μου, αλλά και η παραμυθία για τις συχνά απαρηγόρητες μέρες μας. Και βέβαια αυτό το τελευταίο γίνεται διά της ομοιοπαθητικής, διότι η τέχνη αποτυπώνει τη δεινή συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Παράλληλα, όμως, είναι ένα σοβαρό «παίγνιο», που πηγάζει από τη δύναμη του νου και τη φαντασία, το μοναδικό όπλο του ανθρώπου ενάντια στην αδυσώπητη μοίρα του. Επιπλέον, η Τέχνη, και φυσικά και η λογοτεχνία ως έκφανσή της, διευρύνει τη ζωή μου, με διαμορφώνει ως άνθρωπο, με λυτρώνει ως οντότητα που υφίσταται, όπως όλοι μας, τις αναταράξεις μιας δυστοπικής εποχής.
Έχετε παράλληλα μια μακρά πορεία στη διδασκαλία και στην επίβλεψη νέων ερευνητών/-τριών. Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι νεότερες γενιές προσεγγίζουν τη λογοτεχνία και την έρευνα και τι πιστεύετε ότι μπορούν να δώσουν οι νέοι μελετητές/-τριες στη φιλολογία;
Το παρήγορο και λυπηρό συγχρόνως είναι ότι όσο εκπίπτει η φιλολογία στο σύστημα αξιών της εποχής μας, τόσο βελτιώνεται η ποιότητα των νέων ερευνητών και ερευνητριών. Μέσα από τις εκλογές νέων συναδέλφων, όπου αναπόφευκτα εμπλέκομαι, διαπιστώνω κάθε φορά αυτό το παράδοξο: η φιλολογία αφορά όλο και λιγότερους ανθρώπους, αλλά αυτοί που της αφοσιώνονται είναι εξαιρετικοί.
Η αξιοποίηση των αρχείων μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε επιστημονικές μελέτες, αλλά και σε νέες αναγνώσεις έργων και συγγραφέων. Υπάρχει κάποιο από τα αρχεία που έχουν περάσει από το ΕΑΤΤ, που σας έχει εκπλήξει ιδιαίτερα ως προς όσα αποκάλυψε για τον/τη δημιουργό ή την εποχή του/της;
Κάθε αρχείο επιφυλάσσει εκπλήξεις ή φέρνει στο φως νέα στοιχεία για τους συγγραφείς και το έργο τους. Τα αρχεία των περιοδικών Πλανόδιον, Περίπλους, Οδός Πανός, Οροπέδιο (και σύντομα Τραμ και Χάρτης) είναι χρυσωρυχεία. Τα αρχεία είναι απρόβλεπτα. Ακόμη και το πιο «ήσυχο» αρχείο μπορεί να σε «ταράξει». Παράδειγμα, το Αρχείο της Λείας Χατζοπούλου-Καραβία όπου περιέχονται 25 άγνωστες και ακατάγραφες επιστολές, που είχε στείλει ο εξόριστος Δημήτρης Χατζής από τη Βουδαπέστη στη συγγραφέα το διάστημα 1963-1975, τις οποίες εκδώσαμε.
Ύστερα από δέκα χρόνια λειτουργίας, ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο στοίχημα για το ΕΑΤΤ; Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να έχει επιτευχθεί τα επόμενα χρόνια, ώστε το Εργαστήριο να ανοίξει ακόμη περισσότερο τον κύκλο των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή με τα αρχεία, τη λογοτεχνία και την έρευνα;
Η διαμόρφωση μιας καινοτόμας ψηφιακής αρχειακής πολιτικής στον χώρο των λογοτεχνικών αρχείων και των Νεοελληνικών Σπουδών, που θα φέρει κοντά όσους και όσες ασχολούνται με αρχεία, είναι ένας από τους βασικούς στόχους μας. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται χρηματοδότηση που για την ώρα δεν έχουμε, αφού λειτουργούμε χάρη στη γενναιοδωρία της Διοίκησης του Πανεπιστημίου Πατρών και τον εθελοντισμό. Οπότε, μέχρι στιγμής αρκούμαστε στο εφικτό. Αν το ΕΑΤΤ ήταν γέννημα μιας παλιότερης εποχής που εκτιμούσε τα Γράμματα και τον πολιτισμό, θα είχε καλύτερη τύχη. Αλλά το παράδοξο είναι ότι σ’ αυτή την αχάριστη εποχή είναι πιο απαραίτητο από ποτέ.
