Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2026 11:12

Η Πάολα Ανδριωτάκη για το "Μάνγκο και αλάτι"

Γράφτηκε από την

Η Πάολα Ανδριωτάκη για το "Μάνγκο και αλάτι"



Από τις εκδόσεις "Ιβίσκος" κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της Πάολα Ανδριωτάκη "Μάνγκο και αλάτι".

Η Ρενάτα ζει και αναπνέει για το ξενοδοχείο της στην Πλάκα, ελπίζοντας να το δει να εξελίσσεται όπως το ονειρεύτηκε. Οταν όμως δέχεται ένα καθοριστικό τηλεφώνημα για τον παππού της, έναν  διαβολικό αισθηματία που δεν σταματά να την εκπλήσσει, εγκαταλείπει τα πάντα και φεύγει για το Μεντεγίν της Κολομβίας όπου εκείνος κατοικεί. Μέσα στα έντονα χρώματα και τους ξέφρενους ρυθμούς της πόλης ο παππούς Πίπο αποχαιρετά τη ζωή, με μια γιορτή που αψηφά τον θάνατο. Σύντομα, η Ρενάτα ξετυλίγει αποκαλύψεις, γρίφους και κρυμμένα μηνύματα, ενώ ένας απρόσμενος έρωτας την ωθεί να επαναπροσδιορίσει όσα πίστευε για τον εαυτό της. Καθώς η Λατινική Αμερική συναντά τη Μεσόγειο, η γεύση του έρωτα γίνεται γλυκιά και τολμηρή, σαν μάνγκο και αλάτι.

 

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

 

Το «Μάνγκο και Αλάτι» είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα, αλλά η ηρωίδα του βρίσκεται σε μια ηλικία και σε μια φάση ζωής όπου καλείται να ξαναδεί από την αρχή τις επιλογές της. Υπάρχει κάτι από τη δική σας διαδρομή στη Ρενάτα ή προτιμάτε να κρατάτε σαφή απόσταση από τους ήρωές σας;

 

Θεωρώ σχεδόν αναπόφευκτο ένας συγγραφέας να αφήνει κάτι από τον εαυτό του μέσα στους ήρωές του. Για να αποκτήσει ένας χαρακτήρας πραγματικό βάθος, η προσωπικότητα και η ιδιοσυγκρασία του πρέπει κάπου να ακουμπούν. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι ήρωες είναι αυτοβιογραφικοί. Περισσότερο πιστεύω ότι ο καθένας τους κουβαλά ένα μικρό alter ego, ένα θραύσμα του συγγραφέα του, άλλοτε από αυτό που είναι, άλλοτε από αυτό που υπήρξε και ίσως κάποιες φορές από αυτό που θα ήθελε ή θα φοβόταν να γίνει. Με τη Ρενάτα μοιραζόμαστε αρκετά. Τη δίψα για αναζήτηση, την αγάπη για την αυτοβελτίωση, τη φιλία ως μία από τις ύψιστες αξίες της ζωής και, πάνω απ’ όλα, μια βαθιά ανάγκη για ελευθερία. Δεν μοιραζόμαστε απαραίτητα τις ίδιες επιλογές ή την ίδια διαδρομή, αλλά αναγνωρίζω πολύ καλά το εσωτερικό σημείο από το οποίο ξεκινούν οι δικές της αναζητήσεις.

 

Eχετε ζήσει ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, την Ελλάδα και τον Παναμά. Πόσο δύσκολο ήταν να μετατρέψετε αυτή τη διπλή πολιτισμική ταυτότητα από προσωπικό βίωμα σε λογοτεχνικό υλικό χωρίς να γίνει αυτοβιογραφία;

Μα ακριβώς εκεί βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους πλούτους που μπόρεσα να απλώσω μέσα στο μυθιστόρημα. Κάποιες φορές αισθάνομαι σαν να μη χωράω απόλυτα μέσα σε καμία από τις δύο πολιτισμικές μου ταυτότητες, γιατί κουβαλώ ταυτόχρονα και τις δύο. Η συγγραφή μού έδωσε επιτέλους τον χώρο να τις αφήσω να συνυπάρξουν και να ζωγραφίσω όλες εκείνες τις λεπτές ιδιοσυγκρασιακές αποχρώσεις που δύσκολα εξηγούνται, αλλά γίνονται αμέσως αντιληπτές όταν τις εξερευνάς μέσα από μια ιστορία.

Αυτό που δάνεισα στη Ρενάτα και στους υπόλοιπους ήρωες ήταν το βλέμμα μου. Τον τρόπο με τον οποίο έχω μάθει να αντιλαμβάνομαι την οικειότητα, την οικογένεια, το χιούμορ, την εξωστρέφεια, τη διαφορετικότητα, ακόμη και τις μικρές αντιφάσεις που ανακαλύπτεις όταν έχεις ζήσει ανάμεσα σε δύο κόσμους.

 

Η Ρενάτα έχει χτίσει τη ζωή της γύρω από τη δουλειά της, μέχρι που ένα τηλεφώνημα την αναγκάζει να εγκαταλείψει την ασφάλεια που έχει δημιουργήσει. Πιστεύετε ότι πολλές φορές χρειάζεται ένα «ταρακούνημα» για να αντιληφθούμε ότι μια ζωή που φαίνεται τακτοποιημένη δεν είναι απαραίτητα και αυτή που πραγματικά θέλουμε;

Συχνά δεν είναι η δυστυχία αυτή που μας κρατά εγκλωβισμένους, αλλά μια ζωή που είναι αρκετά καλή ώστε να μη μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν είναι πράγματι αυτή που θέλουμε. Η ασφάλεια δεν είναι κάτι αρνητικό, γίνεται όμως περιοριστική όταν μετατρέπεται σε συνήθεια και σταματάμε να ξεχωρίζουμε τι έχουμε πραγματικά επιλέξει από αυτό που απλώς μάθαμε να συνεχίζουμε.

Η Ρενάτα έχει δημιουργήσει μια ζωή τακτοποιημένη, λειτουργική και επιτυχημένη. Δεν υπάρχει κάτι που να καταρρέει ώστε να την αναγκάσει να φύγει. Κι ίσως ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται το «ταρακούνημα». Το τηλεφώνημα δεν δημιουργεί την ανάγκη της για αλλαγή, τη φέρνει αντιμέτωπη με μια ανάγκη που υπήρχε ήδη, αλλά μπορούσε μέχρι τότε να αναβάλλει.

Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει συχνά και στη ζωή. Περιμένουμε κάποιες φορές ένα εξωτερικό γεγονός να μας δώσει την άδεια να κάνουμε μια αλλαγή που μέσα μας γνωρίζουμε εδώ και καιρό ότι χρειαζόμαστε. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μάθουμε να ακούμε αυτή την εσωτερική μετακίνηση πριν χρειαστεί η ζωή να φωνάξει για να την ακούσουμε.

 

Ο Πίπο αφήνει πίσω του γρίφους και μηνύματα, σαν να θέλει να συνεχίσει να συνομιλεί με την εγγονή του ακόμη και μετά τον θάνατό του. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο στη σχέση παππού και εγγονής: η μνήμη, η μεταβίβαση αξιών ή η δυνατότητα ενός μεγαλύτερου ανθρώπου να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια νέα αρχή;

Νομίζω πως με ενδιαφέρει περισσότερο το σημείο όπου και τα τρία συναντιούνται. Η μνήμη από μόνη της κοιτάζει προς τα πίσω. Όταν όμως μεταφέρει αξίες, μπορεί να γίνει η δύναμη που μας σπρώχνει προς τα εμπρός. Αυτό ήθελα να συμβεί στη σχέση του Πίπο με τη Ρενάτα.

Ο Πίπο γνωρίζει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να βρίσκεται δίπλα της, μπορεί όμως να αφήσει πίσω του κομμάτια του εαυτού του που θα εξακολουθήσουν να συνομιλούν μαζί της. Οι γρίφοι και τα μηνύματά του δεν είναι απλώς ένας τρόπος να παρατείνει την παρουσία του μετά τον θάνατο. Είναι ο τελευταίος τρόπος που βρίσκει για να την προκαλέσει να ανακαλύψει μόνη της όσα εκείνος δεν θα μπορούσε απλώς να της διδάξει με λόγια.

Αυτή είναι για μένα η πιο ουσιαστική μορφή κληρονομιάς. Όχι όσα αφήνει ένας άνθρωπος πίσω του, αλλά όσα εξακολουθούν να κινούν τους ανθρώπους που μένουν. Ο Πίπο δεν θέλει η Ρενάτα να ζήσει όπως έζησε εκείνος. Θέλει να της θυμίσει ότι έχει ακόμη χρόνο να ανακαλύψει πώς θέλει να ζήσει η ίδια.

Ο θάνατός του, όσο οδυνηρός κι αν είναι, δεν λειτουργεί μόνο ως τέλος. Γίνεται καταλύτης μιας νέας αρχής. Σαν να της παραδίδει τη σκυτάλη λέγοντάς της: «Εγώ έζησα τη δική μου ζωή. Τώρα πήγαινε να ζήσεις τη δική σου».

 

 Στο βιβλίο ο θάνατος δεν παρουσιάζεται μόνο ως απώλεια αλλά και ως αφορμή για να ξανασκεφτεί κανείς τη ζωή. Γιατί πιστεύετε ότι στη σύγχρονη κοινωνία δυσκολευόμαστε τόσο να μιλήσουμε ανοιχτά για τον θάνατο;

Νομίζω ότι η σύγχρονη κοινωνία έχει σχεδόν εξορίσει τον θάνατο από την καθημερινή συζήτηση, αντί να τον ενσωματώσει ως φυσικό μέρος της ζωής. Ομολογώ ότι αυτό προσωπικά με προβληματίζει έντονα, γιατί πιστεύω πως όταν ξεχνάμε ότι θα πεθάνουμε, πολύ εύκολα ξεχνάμε και να ζήσουμε. Συμπεριφερόμαστε σαν να έχουμε απεριόριστο χρόνο. Αναβάλλουμε επιθυμίες, συγνώμες, ταξίδια, αποφάσεις. Ξεχνάμε ότι είμαστε περαστικοί και ότι, κατά μία έννοια, όλα όσα θεωρούμε δικά μας, είναι δανεικά.

Θα ζούσαμε διαφορετικά αν θυμόμασταν συχνότερα εκείνα που πιθανότατα θα έχουν σημασία όταν θα πλησιάζουμε στο τέλος, εφόσον έχουμε την πολυτέλεια να το γνωρίζουμε. Δεν πιστεύω ότι η επίγνωση του θανάτου μας κάνει περισσότερο φοβισμένους. Περισσότερο παρόντες μας κάνει.

 

Το Μεντεγίν δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό αλλά σχεδόν ως ένας ακόμη χαρακτήρας. Πόσο διαφορετικά θα ήταν το βιβλίο αν η ιστορία της Ρενάτας εξελισσόταν σε μια άλλη πόλη της Λατινικής Αμερικής;

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αν δεν είχα μαγευτεί η ίδια από το Μεντεγίν, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να παρασύρω τον αναγνώστη μέσα σε όσα είδα και βίωσα εκεί. Υπάρχουν τόποι που μπορείς να περιγράψεις και τόποι που πρώτα πρέπει να σε έχουν αγγίξει για να μπορέσεις να τους μεταφέρεις πραγματικά στο χαρτί. Για μένα, το Μεντεγίν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Θα μπορούσα ασφαλώς να τοποθετήσω την ιστορία σε μια άλλη πόλη της Λατινικής Αμερικής, αλλά τότε πιστεύω ότι θα είχα γράψει ένα διαφορετικό βιβλίο. Γιατί το Μεντεγίν δεν μου πρόσφερε απλώς ένα σκηνικό αλλά έναν έναν τόπο που κουβαλά επάνω του την ίδια τη θεματική του «Μάνγκο και Αλάτι», τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης. Η πόλη αυτή χρειάστηκε να αναμετρηθεί με μια εξαιρετικά δύσκολη ιστορία και εξακολουθεί με εντυπωσιακό δυναμισμό να κάνει βήματα προς μια διαφορετική πραγματικότητα.

Γι’ αυτό και η Ρενάτα, κατά κάποιον τρόπο, δεν θα μπορούσε να μεταμορφωθεί οπουδήποτε. Ήθελα να τη μεταφέρω σε έναν τόπο που να της ψιθυρίζει διαρκώς αυτό που εκείνη ακόμη δυσκολεύεται να πιστέψει για τον εαυτό της: ότι το παρελθόν δεν είναι υποχρεωμένο να καθορίζει το μέλλον μας.

Χωρίς το Μεντεγίν θα υπήρχε ίσως το ταξίδι. Δεν είμαι όμως βέβαιη ότι θα υπήρχε το ίδιο «Μάνγκο και Αλάτι».

 

 Εχετε προσωπική σχέση με τη Λατινική Αμερική. Υπήρξε κάποια εικόνα, μυρωδιά, μουσική, γεύση ή πραγματικό περιστατικό από τον Παναμά ή την Κολομβία που μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσιο στις σελίδες του βιβλίου;

Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλες οι αισθητηριακές περιγραφές του Μεντεγίν έχουν περάσει πρώτα μέσα από τα δικά μου μάτια. Οι δρόμοι που περπάτησα, οι μυρωδιές, τα χρώματα, οι ήχοι, η μουσική, η γεύση του φαγητού, η αίσθηση της πόλης γύρω μου, όλα αυτά αποτέλεσαν την πρώτη ύλη πάνω στην οποία χτίστηκε ο κόσμος του βιβλίου.

Δεν θέλησα, όμως, να τα καταγράψω σαν ταξιδιωτικές πληροφορίες. Ήθελα να τα μετατρέψω σε εμπειρία. Κατά κάποιον τρόπο, προσπάθησα να γίνω ο ξεναγός του αναγνώστη μέσα από την τέχνη της μυθοπλασίας, όχι για να του δείξω απλώς πώς είναι το Μεντεγίν, αλλά για να τον κάνω να αισθανθεί ότι περπατά εκεί μαζί με τη Ρενάτα.

Γι’ αυτό έδωσα τόσο μεγάλη σημασία στις αισθήσεις. Ήθελα, έστω για λίγες εκατοντάδες σελίδες, να δανείσω στον αναγνώστη τα δικά μου μάτια, τη δική μου όσφρηση, τη δική μου αίσθηση αυτής της πόλης. Να μη διαβάσει απλώς για το Μεντεγίν. Να νιώσει ότι βρέθηκε εκεί.

 

Η salsa, οι γεύσεις, τα χρώματα και οι ρυθμοί της Λατινικής Αμερικής συνυπάρχουν με την Αθήνα και την ελληνική πραγματικότητα. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτή τη συνάντηση των δύο κόσμων: οι διαφορές τους ή αυτά που τελικά τους ενώνουν;

 

Με ενδιαφέρουν εξίσου και τα δύο, ίσως γιατί στα δικά μου μάτια αυτοί οι δύο κόσμοι είναι πολύ πιο συγγενικοί απ’ όσο φαίνονται αρχικά. Πολλές φορές αισθάνομαι την Ελλάδα σαν μια Λατινική Αμερική με λίγο πιο βαριά και πυκνή ενέργεια και τη Λατινική Αμερική σαν μια Ελλάδα πιο ανάλαφρη, πιο εξωστρεφή, που ίσως αναζητά λίγο περισσότερο εκείνο το βάθος και τη φιλοσοφική διάθεση που χαρακτηρίζουν τόσο έντονα τον ελληνικό τρόπο σκέψης.

Στον πυρήνα τους, όμως, αναγνωρίζω πολλά κοινά. Είναι πολιτισμοί έξω καρδιά, φασαριόζικοι, καλοπερασάκηδες, βαθιά φιλόξενοι, με έντονη σχέση με την οικογένεια, το φαγητό, τη μουσική, την παρέα και τη χαρά του να μοιράζεσαι τη ζωή με τους άλλους. Κι όμως, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζουν όλα αυτά, ο τρόπος που σχετίζονται με τον χρόνο, τη χαρά, τη δυσκολία, ακόμη και με το ίδιο το συναίσθημα, να αρκετά διαφορετικός.

Αυτή ακριβώς η αντίθεση με γοητεύει. Δεν ήθελα μέσα στο «Μάνγκο και Αλάτι» να αποφασίσω ποιος από τους δύο κόσμους έχει κάτι περισσότερο να προσφέρει στον άλλον. Ήθελα να τους αφήσω να συναντηθούν. Μέσα από τις διαφορές ενός άλλου πολιτισμού αναγνωρίζουμε πιο καθαρά όχι μόνο εκείνον, αλλά και τον δικό μας.

 

Έχετε ασχοληθεί επαγγελματικά με βιωματική εκπαίδευση και escape rooms, δηλαδή με παιχνίδια που βασίζονται στην αναζήτηση στοιχείων και στην επίλυση γρίφων. Πόσο επηρέασε αυτή η προηγούμενη εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο στήσατε την πλοκή του μυθιστορήματος;

Η εμπειρία μου από τα escape rooms επηρέασε σίγουρα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την αφήγηση. Για χρόνια δημιουργούσα ιστορίες στις οποίες ο παίκτης δεν ήταν απλός θεατής, έπρεπε να παρατηρεί, να αναζητά, να συνδέει στοιχεία και να συμμετέχει ενεργά στην εξέλιξή τους. Νομίζω ότι αυτή η ανάγκη να κρατώ τον άλλον διαρκώς μέσα στην ιστορία πέρασε ασυνείδητα και στη συγγραφή μου.

Ήθελα και ο αναγνώστης του «Μάνγκο και Αλάτι» να έχει αυτή την αίσθηση συμμετοχής. Να συναντά μικρά στοιχεία, να δημιουργεί υποψίες, να κάνει τις δικές του υποθέσεις και κάποιες φορές να αναγκάζεται να επιστρέψει νοερά σε κάτι που διάβασε νωρίτερα και τώρα αποκτά διαφορετικό νόημα.

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ στα escape rooms γνώριζα πάντοτε τη λύση πριν κατασκευάσω τον γρίφο, στο μυθιστόρημα επέτρεψα στον εαυτό μου να χάσει αυτόν τον έλεγχο. Όταν έγραψα τον βασικό γρίφο του Πίπο, για παράδειγμα, δεν γνώριζα ακόμη ποια θα ήταν η τελική του απάντηση. Την ανακάλυψα μέσα από την ίδια τη διαδικασία της γραφής.

 

 Η Ρενάτα καλείται να εγκαταλείψει μια ζωή που θεωρούσε δεδομένη. Εσείς, στην προσωπική και επαγγελματική σας διαδρομή, ποια ήταν η μεγαλύτερη αλλαγή που χρειάστηκε να τολμήσετε χωρίς να γνωρίζετε πού θα σας οδηγήσει;

Το 2016 αισθάνθηκα ότι η ζωή μου στην Ελλάδα είχε αρχίσει να με στενεύει. Πήρα λοιπόν μια απόφαση που σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, συνειδητοποιώ πόσο τολμηρή ήταν. Άφησα πίσω την επαγγελματική μου ασφάλεια ως καθηγήτρια Ισπανικών και αποφάσισα να ξεκινήσω μια επιχείρηση στον Παναμά, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά ευθύνες και ρόλους για τους οποίους δεν είχα καμία προηγούμενη εμπειρία. Γέμισα δύο ολόκληρα κοντέινερ με τα θεματικά δωμάτια που είχα δημιουργήσει, τα έστειλα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και ξεκίνησα ουσιαστικά τη ζωή μου από το μηδέν.

Νομίζω ότι το έκανα με πλήρη άγνοια κινδύνου, διότι στην πορεία κατάλαβα πόσο μεγάλο ήταν το βήμα. Η προσαρμογή μου στον Παναμά, παρότι είναι η δεύτερη πατρίδα μου, αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο είχα φανταστεί. Χρειάστηκε να αντιμετωπίσω αντιξοότητες, αποτυχίες, φόβους και πλευρές του εαυτού μου που μέχρι τότε δεν είχα χρειαστεί να γνωρίσω.

Μέσα σε αυτές τις δυσκολίες αισθάνομαι ότι γεννήθηκα ξανά. Όπως, κατά έναν τρόπο, και η Ρενάτα. Εκεί ανακάλυψα πόσο δυνατοί, δημιουργικοί, θαρραλέοι και εφευρετικοί μπορούμε να γίνουμε όταν οι συνθήκες μάς βγάζουν από όσα γνωρίζουμε και μας αναγκάζουν να ανακαλύψουμε δυνατότητες που δεν ξέραμε ότι διαθέτουμε.

Όταν ήρθε η πανδημία, επέστρεψα στην Ελλάδα. Δεν επέστρεψε όμως η ίδια Πάολα που είχε φύγει το 2016. Η καινούργια είχε ήδη γεννηθεί και ήταν πολύ πιο έτοιμη να διεκδικήσει όσα μέχρι τότε ίσως τολμούσε μόνο να ονειρεύεται. Ένα από αυτά τα όνειρα ήταν και η συγγραφή.

 

Η Ρενάτα είναι μια γυναίκα που χρειάζεται να ξαναβρεί τον εαυτό της. Θέλατε μέσα από εκείνη να μιλήσετε ειδικά για τις γυναίκες που κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται ότι έχουν αφιερώσει πολλά χρόνια σε ρόλους και υποχρεώσεις και έχουν αφήσει πίσω τη δική τους επιθυμία;

Όχι αποκλειστικά. Η Ρενάτα είναι γυναίκα και ασφαλώς πολλές γυναίκες μπορεί να αναγνωρίσουν μέσα της δικές τους εμπειρίες, όμως όταν την έγραφα δεν αντιμετώπισα ποτέ το φύλο της ως τον βασικό άξονα της εσωτερικής της σύγκρουσης. Θα μπορούσε, κατά μία έννοια, ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας να είναι και άντρας.

Αυτό που με ενδιέφερε ήταν κάτι πολύ πιο οικουμενικό: πόσο εύκολα ένας άνθρωπος μπορεί να εγκλωβιστεί μέσα στις ευθύνες, στους ρόλους, στις προσδοκίες των άλλων, ακόμη και σε μια εικόνα του εαυτού του που κάποτε επέλεξε, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να αναρωτηθεί αν εξακολουθεί να τον εκφράζει.

Νομίζω ότι σήμερα αυτό μπορεί να συμβεί στον καθένα. Να γίνουμε τόσο καλοί στο να ανταποκρινόμαστε σε όσα πρέπει να είμαστε, ώστε κάποια στιγμή να ξεχάσουμε να αναρωτηθούμε τι θέλουμε να είμαστε.

 

 Υπάρχει κάποια πεποίθηση της Ρενάτας που στην πορεία της συγγραφής διαπιστώσατε ότι αμφισβητούσατε και εσείς η ίδια;

Ίσως περισσότερο από όλες, την πεποίθησή της γύρω από την ασφάλεια. Η Ρενάτα έχει μάθει να θεωρεί ότι, όταν έχεις καταφέρει να χτίσεις μια ζωή σταθερή και τακτοποιημένη, οφείλεις κατά κάποιον τρόπο να την προστατεύσεις. Όσο την έγραφα, όμως, βρέθηκα κι εγώ να αναρωτιέμαι ξανά πότε η ασφάλεια παύει να μας προστατεύει και αρχίζει να μας περιορίζει.

Δεν θα έλεγα ότι η Ρενάτα μού άλλαξε αυτή την πεποίθηση. Είναι ένα ερώτημα που με έχει απασχολήσει και στη δική μου ζωή. Μέσα από εκείνη, όμως, το εξέτασα από μια διαφορετική πλευρά. Συνειδητοποίησα ακόμη περισσότερο ότι δεν είναι μόνο ο φόβος της αποτυχίας που μπορεί να μας κρατήσει ακίνητους. Μπορεί να είναι και ο φόβος μήπως χάσουμε κάτι που ήδη λειτουργεί, ακόμη κι αν βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε ότι δεν μας αρκεί πια.

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη παγίδα της ασφάλειας να είναι ότι δύσκολα την αναγνωρίζουμε ως φόβο. Κάποιες φορές μοιάζει απλώς με μια πολύ λογική απόφαση να μείνουμε εκεί που είμαστε.

 

Ενα πρώτο βιβλίο συχνά κουβαλά μέσα του χρόνια σκέψεων, εμπειριών και απωθημένων. Αν ξαναδιαβάζατε σήμερα το «Μάνγκο και Αλάτι» ως αναγνώστρια και όχι ως συγγραφέας, τι θα βλέπατε διαφορετικά;

Αν το διάβαζα σήμερα αποκλειστικά ως αναγνώστρια, νομίζω ότι θα αναγνώριζα μέσα του κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει τόσο καθαρά όσο το έγραφα. Τη δική μου βαθιά σχέση με την τόλμη.

Κοιτάζοντας τη ζωή μου μέχρι σήμερα, συνειδητοποιώ ότι κάθε φορά που κάτι επιθυμούσα πραγματικά, προσπάθησα να μην αφήσω τον φόβο ή τις προειδοποιήσεις των γύρω μου να αποφασίσουν για μένα. Έχω επιχειρήσει πράγματα που χαρακτηρίστηκαν δύσκολα, επικίνδυνα ή ακόμη και ακατόρθωτα και, φυσικά, δεν εξελίχθηκαν όλα όπως τα είχα φανταστεί. Αλλά προτίμησα να γνωρίσω το αποτέλεσμα μιας επιλογής μου παρά να μείνω με την απορία τού τι θα είχε συμβεί αν είχα τολμήσει.

Σήμερα βλέπω ότι αυτή η στάση έχει περάσει βαθύτερα στο «Μάνγκο και Αλάτι» απ’ όσο ίσως αντιλαμβανόμουν τότε. Υπάρχει στη Ρενάτα, στον Πίπο, στον Πέδρο, ακόμη και στο ίδιο το ταξίδι. Με διαφορετικό τρόπο, όλοι τους έρχονται κάποια στιγμή αντιμέτωποι με το ερώτημα αν θα επιλέξουν την ασφάλεια του γνώριμου ή το ρίσκο μιας ζωής που επιθυμούν περισσότερο.

Δεν χρειάζεται να είσαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρεις για να τολμήσεις. Μονάχα να αποφασίσεις αν αυτό που επιθυμείς αξίζει το ρίσκο της προσπάθειας.