Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020 19:15

Η έξαρση του κορονοϊού (COVID-19) ως παράγοντας εγκληματογένεσης

Γράφτηκε από την
Η έξαρση του κορονοϊού (COVID-19) ως παράγοντας εγκληματογένεσης

 

Της Σγάντζου Ι. Βασιλικής, Δικηγόρου Αθηνών, Μ.Δ.Ε Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας

 

Ι.ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εξάπλωση του κορονοιού τοποθετείται χρονολογικά το έτος 2020. Το τέλος της δεν είναι εκ προοιμίου  εύκολα χρονικά προσδιορίσιμο. Είναι γνωστές οι εκφάνσεις και οι μορφές που παίρνει η εκάστοτε κρίση, όπως αυτή της πανδημίας COVID-19  καθώς και οι επιπτώσεις της. Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, αλλά και φόβου που επικρατεί στο μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού, ανθίζει η εγκληματικότητα. Κι αυτό είναι γεγονός, δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε. Πολλοί είναι αυτοί που εκμεταλλεύονται την υπάρχουσα κατάσταση για να εγκληματήσουν για πρώτη φορά ή για να συνεχίζουν την εγκληματική τους δραστηριότητα, νομίζοντας πως δε θα γίνουν αντιληπτοί την χρονική αυτή στιγμή που το επίκεντρο βάρους έχει μετατοπισθεί στην αντιμετώπιση του ιού. Είναι δε και συγκεκριμένα εγκλήματα, τα οποία σημειώνουν έξαρση αυτή την εποχή, είτε λόγω της φύσης τους είτε λόγω της ανάδειξής τους μέσω της εργαλειοποίησης του ιού. Στο παρόν, μνεία θα δοθεί στα αδικήματα της ενδοοικογενειακής βίας, στη διασπορά ψευδών ειδήσεων και στην διαδικτυακή απάτη, όχι διότι μόνο αυτά χρήζουν ποινικής αντιμετώπισης, αλλά διότι κατά την άποψη της γράφουσας η εξάπλωση των οποίων «ευνοείται» περισσότερο στην υπό κρίση χρονική περίοδο.

 

ΙΙ ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

Η απομόνωση των ανθρώπων στις οικίες τους  επιφέρει αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, τουλάχιστον αναφορικά με την προστασία των πολιτών. Τα μέτρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορονοϊού που μαστίζει τη χώρα μας  και κατ’επέκταση  ο κατ' οίκον περιορισμός «εκτόξευσε» τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, όπως αυτά ποινικοποιούνται με τις νέες διατάξεις 312, 330,333 του Ποινικού Κώδικα συνδυαστικά με τον ειδικό ποινικό νόμο 3500/2006.

Φαίνεται πως το μέτρο του περιορισμού στο σπίτι έχει εργαλειοποιηθεί από τον δράστη στο βωμό της οικογένειας. Συνδυαστικά με το κλείσιμο των σχολείων, που  αναγκάζει τα παιδιά να παραμείνουν σπίτι συμβάλει στην αύξηση της κακοποίησης ανηλίκων μέσα στην οικογένεια, τη στιγμή που δύναται αυτά να γίνουν θύματα της ενδοοικογενειακής βίας ή θεατές της κακοποιητικής συμπεριφοράς που υφίσταται η μητέρα. Αυτό καθιστά τα μέλη της οικογένειας εύθραυστα, και αδύναμα. Επιπροσθέτως, η ίδια η επιβολή της αυτοαπομόνωσης ενδέχεται να ενισχύσει την επιβολή της δύναμης και της εξουσίας του δράστη έναντι των μελών της οικογένειας, ενισχύοντας συνάμα την ικανότητά του να περιορίσει την ελευθερία των αδύναμων ατόμων.

Αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε είναι πως αυτό που διακρίνει την έξαρση της ενδοοικογενειακής βίας μεσούσης της τρέχουσας κατάστασης  είναι πως η υποταγή της βούλησης των ατόμων και η προσβολή της ελευθερίας τους γίνεται στα πλαίσια μίας σχέσης εξουσίασης, και μάλιστα όχι οποιασδήποτε , αλλά μιας θεσμοθετημένης σχέσης εξουσίασης , όχι στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ του κράτους και του πολίτη, αλλά μεταξύ των μελών της οικογένειας , που προσφέρει στον δράστη μία «προνομιούχα» ακώλυτη πρόσβαση στα έννομα αγαθά των θυμάτων του, τα οποία τελούν υπό την εξουσία του, χωρίς να έχουν καμία δυνατότητα αυτοδιάθεσης, με απότοκο τα έννομα αγαθά των θυμάτων εντός της οικογένειας, να μην ειρηνεύουν όσο διαρκεί η διακινδύνευσή τους, η οποία σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενδέχεται να αποτελεί ακόμη και μία μακράς διάρκειας απειλητική για αυτά κατάσταση.

 

ΙΙΙ. ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΨΕΥΔΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 191 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

Σήμερα, τη στιγμή που ο κορονοϊός πήρε το πρόσωπο του «εχθρού» της δημόσιας υγείας, και που σημειώνεται έξαρση διάδοσης ψευδών ειδήσεων αναφορικά  με τον ιό, τον τρόπο εξάπλωσής του, τα καθημερινά «κρούσματα» που σημειώνονται, τη θεραπεία ενάντιά του κά, κυρίως μέσω των social media, θα μπορούσε το άρθρο 191 του νέου Ποινικού Κώδικα να λειτουργήσει ορθά για την προστασία της «δημόσιας τάξης».

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο η ως άνω άδικη συμπεριφορά ποινικοποιείται στο άρθρο 191 του νέου Ποινικού Κώδικα. Από την επισκόπηση του άρθρου διαπιστώνεται πως πρόκειται για ένα έγκλημα εξωτερίκευσης, που στρέφεται κατά του κοινωνικού συνόλου. Σημαντική καινοτομία εν συγκρίσει με το προγενέστερο νομοθετικό κενό αποτελεί το γεγονός ότι στον νέο Ποινικό Κώδικα γίνεται ρητή μνεία για τη διαδικτυακή τέλεση της συγκεκριμένης αξιόποινης συμπεριφοράς, κάτι που φαίνεται πως βρισκόταν εκτός ποινικού ενδιαφέροντος. Για την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς του δράστη καθίσταται αναγκαίο να υπάρχει «ψευδής» είδηση, κάτι που, όμως,  φαίνεται να εγείρει στη θεωρία  σημαντικούς νομικούς προβληματισμούς αναφορικά με τον εννοιολογικό προσδιορισμό του «ψεύδους». Προς άρση τυχόν αμφιβολιών, εκλαμβάνουμε  πως το χαρακτηριστικό εκείνο στοιχείο του ψεύδους είναι η διάσταση ανάμεσα στα γεγονότα που εκτίθενται ως αληθινά με αυτά που είναι αληθινά στην πραγματικότητα.  Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης θα πρέπει η ψευδής είδηση να είναι ικανή να επιφέρει  φόβο στον πολίτη. Ας απομονώσουμε το στοιχείο αυτό που πρέπει να υφίσταται για την κατάφαση της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη και ας αναλογισθούμε πόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει σήμερα στα πλαίσια της έξαρσης του κορονοϊού και πόσο η είδηση επηρεάζει τους πολίτες αυτή τη χρονική περίοδο.

 

ΙV.ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Σε αυτού του είδους εγκληματικότητας, παρέχεται στον δράστη η δυνατότητα εκ πλαγίου διείσδυσης στη σφαίρα αυτονομίας του ατόμου. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί πως πρόκειται ουσιαστικά για μία «Ψηφιακή Αυτό-θυματοποίηση» του ατόμου. Οι πιθανότητες θυματοποίησης του ατόμου είναι αυξημένες στο πλαίσιο αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς, διότι η πλήρωση της ειδικής υπόστασης του αδικήματος καθορίζεται από το ίδιο το θύμα, αφού σημαντικό ρόλο διαλαμβάνει ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ο παθών αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί την εις βάρος του στρεφόμενη συμπεριφορά.

Εδώ, μπορεί να γίνει λόγος για πληθώρα αξιόποινων συμπεριφορών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η παράνομη πρόσβαση (Illegal Access, Illegal interception, Data interference), που στρέφεται κατά της ασφάλειας των συστημάτων υπολογιστών και των δεδομένων τους καταλαμβάνοντας συμπεριφορές όπως το «hacking» και το «cracking». Διαδεδομένη  μορφή επιθέσεως κατά των δεδομένων ενός συστήματος πληροφοριών συνιστά η προσβολή αυτών μέσω κάποιου κακόβουλου λογισμικού [«Δούρειος Ίππος» (“Trojan horses”], που συνίσταται σε φθορά,  εξάλειψη ή αποκλεισμό πρόσβασης σε αυτά. Τέτοιου είδους εισβολές είναι ακόμα δυνατόν και να ενθαρρύνουν τους δράστες να τελέσουν πιο επικίνδυνες μορφές εγκλημάτων σχετικών με του υπολογιστές όπως η πλαστογραφία ή η απάτη μέσω υπολογιστή.

Μια  συνήθης τεχνική παράνομης διείσδυσης σε ξένο σύστημα που χρησιμοποιείται ευρέως από τους δράστες είναι επίθεση IP Spoofing, όπου ο εισβολέας παρεμβαίνει στην αριθμητική διεύθυνση (IP address) ενός πακέτου πληροφοριών που διακινείται σε ένα δίκτυο και την τροποποιεί έτσι ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται για μία αξιόπιστη και ήδη γνωστή στους υπολογιστές του συστήματος διεύθυνση. Πιο απλά,  αν κάποιος εισβολέας επιτύχει την αντικατάσταση μιας έγκυρης διεύθυνσης που συνδέεται με ένα αντίστοιχο γνωστό και έγκυρο όνομα χώρου με τη διεύθυνση IP που αυτός επιθυμεί, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα ο χρήστης του δικτύου που θα πληκτρολογεί το συγκεκριμένο όνομα χώρου να οδηγείται αυτόματα στην «πλαστή διεύθυνση» και να παραχωρεί προσωπικές του πληροφορίες νομίζοντας πως βρίσκονται στον αυθεντικό δικτυακό τόπο. Η μέθοδος αυτή ομοιάζει με την τεχνική του “pharming” και έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο παραπλάνησης των χρηστών σε πολλές επιθέσεις “phishing”, όπου  ο δράστης με την αποστολή παραπλανητικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e – mails) επιχειρεί να αποσπάσει εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκουν στον παραλήπτη του μηνύματος. Οι ανωτέρω μορφές διαδικτυακής επίθεσης έχουν ως στόχο την δόλια απόκτηση των προσωπικών στοιχείων του θύματος με περαιτέρω στόχο ακόμη και την αθέμιτη απόσπαση   χρηματικού  ποσού προκαλώντας έτσι στον παθόντα  περιουσιακή βλάβη

Εάν τα παραπάνω φαντάζουν υπερβολικά, αξίζει να επισημανθεί ότι εν μέσω της πανδημίας διαπιστώθηκε περίπτωση διαδικτυακής απάτης. Οι κυβερνοεγκληματίες επικεντρώνουν την  κακόβουλη δραστηριότητα τους χρησιμοποιώντας επιθέσεις με θέμα τονCOVID-19.  Πολλοί είναι αυτοί που έχουν λάβει μέσω του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου, ένα μήνυμα με παραπλανητικό τίτλο και περιεχόμενο, χρησιμοποιώντας την μέθοδο spoofing όπως αναφέρθηκε, όπου ο δράστης προτρέπει τεχνικώς τους χρήστες να ανοίξουν ένα επισυναπτόμενο συμπιεσμένο αρχείο, το οποίο εμπεριέχει ένα εκτελέσιμο αρχείο εντολών (.exe), στο οποίο περιέχεται το κακόβουλο λογισμικό. Το ίδιο το BBC έχει εντοπίσει σε αυτό το χρονικό διάστημα μια σειρά από περαιτέρω απάτες στον κυβερνοχώρο.

 

V ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Η κρίση της πανδημίας δεν ελάττωσε την εγκληματικότητα, αλλά απεναντίας συνέβαλε στην εγκληματογένεση. Η απομόνωση, η οικονομική πίεση, ο φόβος και η αβεβαιότητα είναι παράγοντες που ευνοούν τη δημιουργία καταχρηστικών σχέσεων, είτε αυτή απαντάται στους κλειστούς χώρους της οικογένειας, είτε στην κοινωνία ευρύτερα. Μολονότι η προσοχή των κρατικών φορέων έχει επικεντρωθεί και ορθά άλλωστε στην εξάλειψη του ιού, καλούμαστε να αναγνωρίσουμε πως πάντα οι εκάστοτε δυσμενείς συνθήκες που επικρατούν σε μία χώρα επηρεάζουν με βεβαιότητα τους δείκτες της εγκληματικότητας που καταγράφεται σε αυτή. Κι αυτό πρέπει να ψέγεται.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


NEWSLETTER