Ο έντυπος Τύπος κηδεύεται εδώ και δεκαετίες. Κάθε νέα τεχνολογική εξέλιξη συνοδεύεται από την ίδια προφητεία: «το χαρτί τελείωσε». Αυτό έγινε όταν ήρθε η τηλεόραση, αυτό έγινε όταν ήρθαν το ίντερνετ και τα social media, αυτό επαναλαμβάνεται και τώρα με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Κι όμως, το χαρτί επιμένει. Όχι παντού, όχι όπως παλιά, αλλά επιμένει. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι το χαρτί. Είναι το πώς το χρησιμοποιούμε.
Η κρίση είναι υπαρκτή και βαθιά. Και πουθενά δεν είναι πιο σκληρή από ό,τι στον Περιφερειακό Τύπο. Ιστορικές εφημερίδες, με δεκαετίες, ακόμη και έναν αιώνα ζωής, κλείνουν, συρρικνώνονται ή μετατρέπονται βιαστικά σε sites επιβίωσης. Όχι επειδή δεν έχουν λόγο ύπαρξης, αλλά επειδή δεν έχουν πια το κρίσιμο μέγεθος που απαιτείται.
Δεν είναι λογικό, ούτε βιώσιμο, σε έναν νομό να κυκλοφορούν πέντε, έξι ή και επτά ακόμη ημερήσιες εφημερίδες που απευθύνονται στο ίδιο μικρό κοινό, μοιράζονται την ίδια ισχνή διαφημιστική πίτα και αναπαράγουν τις ίδιες ειδήσεις. Αυτό δεν είναι πλουραλισμός. Είναι εξάντληση. Ο πραγματικός πλουραλισμός δεν μετριέται με τίτλους στο περίπτερο, αλλά με ισχυρές, ανεξάρτητες φωνές που μπορούν να ελέγχουν την εξουσία, να επενδύουν στη δημοσιογραφία και να μιλούν χωρίς φόβο. Κι αυτό απαιτεί πόρους, ανθρώπους και κρίσιμη μάζα.
Η λύση δεν είναι περισσότερες εφημερίδες. Είναι ισχυρότερες εφημερίδες. Με συνέργειες και συγχωνεύσεις σε επίπεδο περιφέρειας. Μπορούν και πρέπει να δημιουργηθούν μεγάλα δημοσιογραφικά σχήματα που θα καλύπτουν ουσιαστικά την περιφερειακή ζωή, θα στηρίζουν σοβαρή αρθρογραφία και θα μπορούν να στέκονται απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.
Κατά τη γνώμη μου δύο μεγάλες εφημερίδες ανά Περιφέρεια είναι αρκετές για να διασφαλίσουν και τον πλουραλισμό αλλά και τον αναγκαίο ανταγωνισμό. Περισσότερες απλώς μοιράζονται τη φτώχεια.
Αν θέλουμε Περιφερειακό Τύπο ζωντανό, αξιόπιστο και χρήσιμο, πρέπει να εγκαταλείψουμε τη νοσταλγία της μοναχικής μικρής εφημερίδας και να τολμήσουμε τη συνεργασία.
Γιατί το χαρτί δεν πεθαίνει από το ίντερνετ. Πεθαίνει από την αδυναμία.
Όμως στον Περιφερειακό έντυπο Τύπο, με το πέρασμα των χρόνων, έχουμε αποκτήσει μια κακή συνήθεια: να αναζητούμε πάντοτε τις αιτίες της κρίσης έξω από εμάς. Το ίντερνετ, τα social media, η τηλεόραση, η διαφήμιση που χάθηκε, το κράτος που δεν στηρίζει, οι πλατφόρμες που «μας κλέβουν» το περιεχόμενο. Όλα αυτά είναι υπαρκτά. Αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια.
Η αλήθεια, και εδώ χρειάζεται γενναία αυτοκριτική, είναι ότι ο Περιφερειακός Τύπος υπονομεύεται και από τις δικές του τις παθογένειες. Και μία από τις σημαντικότερες είναι η εμμονή πολλών παραδοσιακών εκδοτών να παριστάνουν τους τοπικούς παράγοντες του δημόσιου βίου, με μια εμβέλεια που χρόνο με τον χρόνο συρρικνώνεται, αλλά με φιλοδοξίες που παραμένουν δυσανάλογες της πραγματικής ισχύος.
Όλοι όσοι παροικούμε την Ιερουσαλήμ του Περιφερειακού Τύπου γνωρίζουμε καλά ότι σε πολλούς νομούς υπάρχουν «εφημερίδες» που δεν μπορούν να επενδύσουν, δεν μπορούν να πληρώσουν αξιοπρεπώς δημοσιογράφους, δεν μπορούν να κάνουν έρευνα, αλλά επιμένουν να υπάρχουν ως αυτόνομες «σημαίες». Όχι για λόγους ενημέρωσης, αλλά για λόγους κύρους, επιρροής και, ας το πούμε επιτέλους καθαρά, προσωπικής ματαιοδοξίας.
Κάθε συζήτηση για συνέργειες ή συγχωνεύσεις τορπιλίζεται σχεδόν αυτόματα. Όχι επειδή δεν είναι λογική, αλλά επειδή δεν υπάρχει κουλτούρα συνεργασιών. Υπάρχει φόβος απώλειας ελέγχου, φόβος απώλειας τίτλου, φόβος απώλειας ρόλου. Κι έτσι προτιμάται η αργή φθορά από τη δύσκολη προσαρμογή.
Και μη νομίζετε ότι η πρόταση για συγχωνεύσεις και δημιουργία ισχυρών περιφερειακών σχημάτων, είναι μια τεχνοκρατική και «τραπεζική» επινόηση. Δεν προέρχεται από συμβούλους, funds ή «ειδικούς απ’ έξω». Είναι άποψη που διατυπώνεται όλο και πιο καθαρά από ανθρώπους του ίδιου του Περιφερειακού Τύπου. Από εκδότες και δημοσιογράφους που έχουν λιώσει πολλά παπούτσια στο ρεπορτάζ και έχουν «κολλήσει πολλά ένσημα» στις εφημερίδες τους, που έχουν δώσει μάχες για την επιβίωση του κλάδου, που έχουν εκπροσωπήσει τον Τύπο θεσμικά, και που σήμερα εξακολουθούν να εκδίδουν μεγάλες και σοβαρές εφημερίδες.
Είναι όμως άνθρωποι που δεν φοβούνται να δουν μπροστά. Που καταλαβαίνουν ότι ο πραγματικός πλουραλισμός δεν εξασφαλίζεται με πολλές αδύναμες φωνές, αλλά με λίγες ισχυρές, ανεξάρτητες και βιώσιμες. Που ξέρουν ότι δύο μεγάλες περιφερειακές εφημερίδες σε κάθε περιφέρεια μπορούν να κάνουν περισσότερη και καλύτερη δημοσιογραφία από δέκα μικρές που παλεύουν απλώς να πληρώσουν το τυπογραφείο.
Το δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν «θα χαθεί το χαρτί». Το δίλημμα είναι αν ο Περιφερειακός Τύπος θα συνεχίσει να υπάρχει ως θεσμός ή αν θα συρρικνωθεί σε ένα άθροισμα ιστορικών τίτλων χωρίς πραγματικό βάρος. Και αυτή η απάντηση δεν θα δοθεί από την τεχνολογία, αλλά από εμάς τους ίδιους. Αλλιώς δεν θα δοθεί καθόλου…
* Νομικός Σύμβουλος της Ένωσης Ενημερωτικών Τηλεοράσεων Ελληνικής Περιφέρειας – ΕΕΤΕΠ και του Συνδέσμου Ημερήσιων Περιφερειακών Εφημερίδων - ΣΗΠΕ
