Πέμπτη, 08 Ιανουαρίου 2026 20:11

Όταν η ισχύς αντικαθιστά το διεθνές δίκαιο – και ο πολιτισμός μας πλήττεται μαζί με τους λαούς

Γράφτηκε από την

Όταν η ισχύς αντικαθιστά το διεθνές δίκαιο – και ο πολιτισμός μας πλήττεται μαζί με τους λαούς

Του Γιώργου Καραμπάτου, Εκτελεστικού Διευθυντή Πολιτιστικού Οργανισμού «Δρόμοι της Ελιάς», τ. Προέδρου Επιμελητηρίου Μεσσηνίας

Η πρόσφατη μονομερής στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα, με πολιτική ευθύνη του Donald Trump, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο «σκληρής διπλωματίας». Συνιστά ένα βαθύ ρήγμα στο μεταπολεμικό σύστημα διεθνών κανόνων που οικοδομήθηκε μετά το 1945 για να περιορίζει την αυθαιρεσία της ισχύος και να προσφέρει ένα ελάχιστο πλαίσιο προστασίας στις μικρές χώρες.

Όταν ένας εν ενεργεία ηγέτης κυρίαρχου κράτους συλλαμβάνεται μέσω μονομερούς στρατιωτικής επέμβασης, χωρίς απόφαση διεθνούς δικαστηρίου και χωρίς εντολή του ΟΗΕ, τότε δεν μιλάμε για απονομή δικαιοσύνης. Μιλάμε για την υποκατάσταση του διεθνούς δικαίου από την πολιτική του ισχυρού.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι απλό και αμείλικτο: ποιος δικάζει ποιον; Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, ο θεσμός που δημιουργήθηκε ακριβώς για να αποτρέπει την εξωεδαφική και επιλεκτική απονομή «δικαιοσύνης» από υπερδυνάμεις, απουσιάζει από τη διαδικασία. Οι κατηγορίες προέρχονται από εθνικά δικαστήρια μιας χώρας που ταυτόχρονα ενεργεί στρατιωτικά. Αν αυτή η πρακτική γίνει αποδεκτή ως κανονικότητα, τότε οι θεσμοί αδειάζουν από περιεχόμενο και η διεθνής τάξη επιστρέφει ανοιχτά στη λογική του «δικαίου του ισχυρότερου».

Οι ευρωπαϊκές εκκλήσεις για «αυτοσυγκράτηση» και «σεβασμό του διεθνούς δικαίου», τη στιγμή που το δίκαιο έχει ήδη παραβιαστεί, δεν είναι ουδέτερες - είναι πολιτικά βολικές. Όταν η Ευρώπη αποφεύγει να ονομάσει την παραβίαση την ώρα που συμβαίνει, παραιτείται από τον ρόλο της ως θεσμικού αντίβαρου και μετατρέπεται σε σχολιαστή της Ιστορίας, όχι σε εγγυητή της. Σε αυτό το κλίμα, είχε ιδιαίτερη σημασία ότι η πρωθυπουργός της Δανίας, Mette Frederiksen, έστειλε σαφές μήνυμα στον Donald Trump, υπενθυμίζοντας ότι η Γροιλανδία, όπως κάθε χώρα και κοινωνία, δεν αποτελεί αντικείμενο προσωπικών φαντασιώσεων ή διαπραγμάτευσης ισχύος.

Μαζί με το διεθνές δίκαιο πλήττεται και ο πολιτισμός μας. Ο πολιτισμός της μεταπολεμικής Ευρώπης και της διεθνούς κοινότητας στηρίχθηκε στην ιδέα ότι η ισχύς οφείλει να περιορίζεται από κανόνες, ότι ο πόλεμος δεν είναι κανονικότητα, ότι οι άνθρωποι, η μνήμη και η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι παράπλευρες απώλειες. Όταν αποδεχόμαστε τη μονομερή επέμβαση ως εργαλείο πολιτικής, αποδεχόμαστε ταυτόχρονα την υποβάθμιση της ανθρώπινης αξίας και της ιστορικής μνήμης.

Σε έναν κόσμο με ανοικτά μέτωπα παντού, έχουμε καθήκον να μη συνηθίσουμε το αδιανόητο. Να μη κανονικοποιήσουμε το ανθρωπιστικό έγκλημα και τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη και στη Δυτική Όχθη. Η σιωπή, οι ίσες αποστάσεις και οι γενικόλογες εκκλήσεις «αυτοσυγκράτησης» δεν συνιστούν ουδετερότητα - συνιστούν συνενοχή μέσω αδράνειας. Όταν οι άμαχοι και τα παιδιά πληρώνουν το τίμημα, τότε καταρρέει κάθε αξιακό οικοδόμημα που ισχυριζόμαστε ότι υπερασπιζόμαστε.

Η ιστορία είναι αμείλικτη - όπου οι μεγάλες δυνάμεις παρενέβησαν μονομερώς, ακολούθησαν συμφορές που πλήρωσαν - και συνεχίζουν να πληρώνουν - οι λαοί. Το είδαμε στην Κύπρο, με μια κατοχή που παραμένει ανοιχτή πληγή του διεθνούς δικαίου. Το ζήσαμε στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όπου η διάλυση κρατών άφησε πίσω της τραύματα και ασταθή σύνορα. Το είδαμε στο Ιράκ, όπου η στρατιωτική επέμβαση και η κατάρρευση των θεσμών άνοιξαν έναν κύκλο βίας και αποσταθεροποίησης που διαρκεί μέχρι σήμερα. Το βλέπουμε στη Λιβύη, όπου η «ανθρωπιστική επέμβαση» μετέτρεψε τη χώρα σε πεδίο μόνιμης αστάθειας, και στη Συρία, όπου η διεθνής εμπλοκή βάθυνε τον πόλεμο και τον ανθρώπινο πόνο.

Το είδαμε στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν, στη Λατινική Αμερική. Και το βλέπουμε σήμερα στην Παλαιστίνη. Τα ονόματα αλλάζουν· τα μοτίβα όχι. Πάντα οι ίδιοι χαμένοι, οι κοινωνίες, οι άμαχοι, τα παιδιά.
Και τι να κάνουμε;

Σε όσους απαντούν ότι «έτσι είναι ο κόσμος» και ότι όσα πράττουν οι ισχυροί αποτελούν ένα «αναγκαίο κακό», η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή. Η αποδοχή της παραβίασης του διεθνούς δικαίου ως κανονικότητας δεν είναι ρεαλισμός· είναι παραίτηση. Το «αναγκαίο κακό» είναι πάντα η γλώσσα της ισχύος, ποτέ της δικαιοσύνης. Και κάθε φορά που οι κοινωνίες συμβιβάστηκαν με αυτή τη λογική, το κόστος μεταφέρθηκε στους πιο αδύναμους.

Όταν, επιπλέον, η στάση μας απέναντι στο διεθνές δίκαιο εξαρτάται από το αν μας αρέσει ή όχι η ιδεολογία του άλλου, τότε δεν υπερασπιζόμαστε ούτε δικαιοσύνη ούτε δημοκρατία, απλώς δικαιολογούμε την αυθαιρεσία όταν μας βολεύει.

Τι κάνουμε λοιπόν

Δεν πρόκειται ούτε για φυγή ούτε για σύγκρουση χωρίς όρια. Η απάντηση βρίσκεται στη συλλογική επιμονή - να ονομάζουμε την παραβίαση, να υπερασπιζόμαστε τους θεσμούς ακόμη κι όταν αδειάζουν, να επιμένουμε στη λογοδοσία αντί για τη σιωπή. Οι κοινωνίες δεν προστατεύονται όταν αποσύρονται, αλλά όταν κρατούν ζωντανή την ιδέα ότι υπάρχουν όρια που δεν πρέπει να παραβιάζονται, ακόμη κι αν παραβιάζονται. Αυτό δεν είναι αφέλεια είναι ο μόνος ρεαλισμός που δεν παραδίδει το μέλλον. Γιατί τη στιγμή που η ισχύς γίνεται μέτρο της αλήθειας, δεν χάνεται μόνο το δίκαιο - χάνεται ο πολιτισμός που το γέννησε.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, με ανοικτές πληγές διεθνούς δικαίου και σοβαρά γεωπολιτικά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο, η αποδόμηση των κανόνων δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Είναι υπαρξιακό ζήτημα.

Η θέση αυτή δεν υπερασπίζεται πρόσωπα ή καθεστώτα.

Υπερασπίζεται μια θεμελιώδη αρχή, ότι χωρίς θεσμούς, χωρίς κανόνες και χωρίς λογοδοσία, η «δικαιοσύνη» μετατρέπεται σε εργαλείο των ισχυρών.

Το διεθνές δίκαιο δεν καταρρέει με μία πράξη, καταρρέει όταν σιωπούμε τη στιγμή που παραβιάζεται.

Με ευθύνη απέναντι στην Ιστορία, στους λαούς, και στα παιδιά που πληρώνουν πάντα το τίμημα.