Ας φανταστούμε ότι στεκόμαστε σε έναν βράχο και αγναντεύουμε το πέλαγος. Ένα ψαροκάικο περνά μπροστά μας και απομακρύνεται. Προχωρά, προχωρά, και κάποια στιγμή «χάνεται». Όχι επειδή εξαφανίστηκε, αλλά επειδή έπαψε να βρίσκεται μέσα στο οπτικό μας πεδίο. Χάθηκε από τον ορίζοντα της όρασής μας, όχι από την πραγματικότητα.
Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στην καμπυλότητα της Γης. Ο ορίζοντας δεν είναι το τέλος του κόσμου, αλλά το όριο της ανθρώπινης παρατήρησης.
Αν επεκτείνουμε αυτή τη σκέψη στο Σύμπαν, συμβαίνει κάτι ανάλογο. Με τα πιο εξελιγμένα τηλεσκόπια, οι αστρονόμοι παρατηρούν ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται από εμάς με τεράστιες ταχύτητες , μια παρατήρηση που περιγράφεται από τον νόμο του Hubble. Ωστόσο, υπάρχει ένας θεμελιώδης περιορισμός: τίποτα που απομακρύνεται ταχύτερα από το φως δεν μπορεί να μας στείλει πληροφορία. Αν το φως του δεν φτάνει σε εμάς, δεν μπορούμε να το δούμε, όσο προηγμένα κι αν είναι τα όργανά μας.
Έτσι προκύπτει η έννοια του κοσμικού ορίζοντα: το όριο του παρατηρήσιμου Σύμπαντος. Πέρα από αυτό το όριο, δεν μπορούμε να δούμε τίποτα, όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή δεν μπορούμε να το παρατηρήσουμε.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι απλό αλλά βαθύ: το γεγονός ότι κάτι δεν είναι παρατηρήσιμο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Όπως το καράβι που χάνεται από τον ορίζοντα, έτσι και ό,τι βρίσκεται πέρα από τον κοσμικό ορίζοντα μπορεί να υπάρχει, χωρίς να είναι προσβάσιμο στις αισθήσεις ή στα όργανά μας.
Αυτό το «πέραν» ερμηνεύεται διαφορετικά ανάλογα με το γνωστικό πεδίο. Οι θεολόγοι το ονομάζουν Θεό, οι φιλόσοφοι μεταφυσική, ενώ οι επιστήμονες της πειραματικής γνώσης το αποκαλούν απλώς: το άγνωστο...ακόμη.
Ίσως, τελικά, να μην βλέπουμε την ίδια την πραγματικότητα, αλλά μια απεικόνισή της. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξελικτικά προσαρμοσμένος να αντιλαμβάνεται έναν τρισδιάστατο κόσμο, με τον χρόνο ως εμπειρική διάσταση, όχι όμως το σύνολο της φυσικής πραγματικότητας. Πολλοί σύγχρονοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι το Σύμπαν «όπως είναι», αλλά το Σύμπαν όπως μπορούμε να το αντιληφθούμε.
Και αυτό, ίσως, είναι το πιο γόνιμο σημείο συνάντησης επιστήμης, φιλοσοφίας και ταπεινότητας απέναντι στο άγνωστο.
Γι’ αυτό και η άποψη «ό,τι δεν αντιλαμβάνομαι δεν υπάρχει» δεν είναι μόνο φιλοσοφικά αδύναμη, αλλά και επιστημονικά εσφαλμένη. Η επιστήμη προχωρά ακριβώς επειδή αναγνωρίζει τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Ίσως το μεγαλύτερο λάθος του ανθρώπου δεν είναι όσα αγνοεί, αλλά η βεβαιότητα ότι όσα δεν βλέπει δεν υπάρχουν. Δεν ζούμε σε έναν μικρό κόσμο, αλλά σε έναν κόσμο μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούμε να δούμε.
