Δευτέρα, 11 Μαϊος 2026 20:59

Η ΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Ν. 128/1975: Ενας παρωχημένος μηχανισμός που επιβαρύνει αδικαιολόγητα τον δανειζόμενο

Γράφτηκε από την

Η ΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Ν. 128/1975: Ενας παρωχημένος μηχανισμός που επιβαρύνει αδικαιολόγητα τον δανειζόμενο

 

Του Στέργιου Στεργίου
Οικονομολόγου, μέλους της Northwind

Η εισφορά του Ν. 128/1975 αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα νομοθετικών ρυθμίσεων που, ενώ γεννήθηκαν σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική πραγματικότητα, εξακολουθούν να διαμορφώνουν το χρηματοπιστωτικό τοπίο μισό αιώνα αργότερα. Θεσπίστηκε σε μια εποχή έντονων κρατικών παρεμβάσεων, με στόχο την ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας, τις αναπτυξιακές δράσεις και τις εγγυήσεις και επιδοτήσεις επιτοκίων. Σήμερα, η εισφορά εξακολουθεί να επιβάλλεται σχεδόν σε κάθε μορφή δανεισμού.
ΔΕΝ είναι εφάπαξ. Υπολογίζεται ακριβώς όπως το επιτόκιο: σε κάθε περίοδο υπολογισμού τόκων, πάνω στο τρέχον ανεξόφλητο κεφάλαιο (0,12% στα στεγαστικά δάνεια και 0,6% για όλα τα άλλα δάνεια). Θεωρείται «ειδικός πόρος, υπολογίζεται σε κάθε δάνειο, εισπράττεται από τις τράπεζες και αποδίδεται στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία τον μεταφέρει στη συνέχεια στο Δημόσιο.
Δεν δημοσιεύονται επίσημα στοιχεία για τα συνολικά ποσά που συγκεντρώνονται κατ’ έτος από την εισφορά του Ν. 128/75. Ωστόσο, το μέγεθός τους μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα υγιή δάνεια των τραπεζών, τα οποία αποτελούν τη βάση υπολογισμού της εισφοράς. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία για το έτος 2025, τα υγιή δάνεια των τραπεζών ανήλθαν σε 145 δισ. €, εκ των οποίων 47 δισ. € αφορούσαν στεγαστικά δάνεια. Με βάση τους ισχύοντες συντελεστές, η εκτιμώμενη εισφορά για τα υγιή στεγαστικά δάνεια ανέρχεται σε περίπου 56,4 εκατ. €, ενώ για τα υπόλοιπα υγιή δάνεια σε περίπου 588 εκατ. €. Συνολικά, το ποσό που συγκεντρώνεται από την εισφορά του Ν. 128/75 εκτιμάται ότι φθάνει τα 644,4 εκατ. € ετησίως. Πρόκειται για ένα ποσό που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μικρό ή αμελητέο. Αντιθέτως, αποτελεί μια σταθερή και σημαντική πηγή εσόδων, η οποία επιβαρύνει διαχρονικά τον δανεισμό νοικοκυριών και επιχειρήσεων, παρά το γεγονός ότι ο αρχικός σκοπός της εισφοράς έχει προ πολλού εκλείψει. Η διατήρηση μιας τέτοιας επιβάρυνσης, με ετήσια έσοδα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, αναδεικνύει τη σημασία του ζητήματος και την ανάγκη για διαφάνεια και επανεξέταση του θεσμικού πλαισίου που τη διέπει.
Η εισφορά του Ν. 128/75 είναι σταθερή (0,12% για τα στεγαστικά δάνεια και 0,60% για τα λοιπά δάνεια),δεν αλλάζει ανάλογα με τις συνθήκες στην αγορά, δεν επηρεάζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), δεν ακολουθεί τον πληθωρισμό. Το επιτόκιο όμως είναι μεταβλητό ανάλογα με το Euribor το περιθώριο της τράπεζας και το πιστοληπτικό προφίλ του δανειοδοτούμενου. Επομένως η εισφορά δεν ακολουθεί τη μεταβολή των επιτοκίων και η σχετική βαρύτητά της αλλάζει διαχρονικά. Το γεγονός αδικεί τον δανειοδοτούμενο σε περιόδους μειωμένων επιτοκίων.
Συνολικά, η διατήρηση της εισφοράς του Ν. 128/1975 οδηγεί σε μια εμφανώς άνιση και δυσανάλογη μεταχείριση σε βάρος του δανειζόμενου, ο οποίος επιβαρύνεται με ένα πρόσθετο, σταθερό και αμετάβλητο κόστος που δεν συνδέεται με τον κίνδυνο, το προφίλ του ή τις συνθήκες της αγοράς. Σε αντίθεση με τον μη δανειζόμενο, ο οποίος δεν υφίσταται καμία αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση, ο δανειζόμενος καλείται να χρηματοδοτεί έναν μηχανισμό που δεν ανταποκρίνεται πλέον στον αρχικό του σκοπό και δεν του παρέχει καμία άμεση ή έμμεση ωφέλεια.
Η εισφορά επιβάλλεται οριζόντια, ανεξαρτήτως εισοδήματος, πιστοληπτικής ικανότητας ή κοινωνικής ανάγκης, λειτουργώντας ως μια μορφή “παράλληλης φορολόγησης” αποκλειστικά επί όσων αναγκάζονται να προσφύγουν στον τραπεζικό δανεισμό για να καλύψουν βασικές στεγαστικές ή επαγγελματικές ανάγκες. Έτσι, ο δανειζόμενος επιβαρύνεται με ένα διαχρονικό κόστος που δεν υφίσταται ο μη δανειζόμενος, χωρίς να υπάρχει πλέον αντικειμενικό, αναλογικό ή θεμιτό κριτήριο που να δικαιολογεί αυτή τη διαφοροποίηση, γεγονός που καθιστά την εισφορά ασύμβατη με την αρχή της ίσης μεταχείρισης και με τις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες.
Είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Δεν εφαρμόζεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και δεν υπάρχει αντίστοιχος μηχανισμός που να επιβαρύνει οριζόντια όλα τα δάνεια με κρατική εισφορά υπέρ ειδικού λογαριασμού.
Η εισφορά του Ν. 128/1975, παρά την ιστορική της αφετηρία, έχει πλέον μετατραπεί σε έναν μηχανισμό που επιβαρύνει μονομερώς όσους αναγκάζονται να προσφύγουν στον τραπεζικό δανεισμό. Ο δανειζόμενος καλείται να καταβάλει ένα σταθερό, διαχρονικό και ανελαστικό κόστος, το οποίο δεν συνδέεται με τον κίνδυνο, δεν προσαρμόζεται στις οικονομικές συνθήκες και δεν αντανακλά καμία σύγχρονη αναπτυξιακή στόχευση. Αντιθέτως, ο μη δανειζόμενος δεν υφίσταται καμία αντίστοιχη επιβάρυνση, παρότι συμμετέχει εξίσου στο οικονομικό σύστημα και ωφελείται από τη συνολική λειτουργία του. Η διαφοροποίηση αυτή, χωρίς αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς θεμιτό λόγο διατήρησης, οδηγεί σε μια ουσιαστική ανισότητα εις βάρος του δανειζόμενου και αναδεικνύει την ανάγκη επανεξέτασης ενός θεσμού που έχει πλέον απομακρυνθεί από τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε.