Με αφορμή την ολοκληρωμένη πλέον συνέντευξη που φιλοξενήσατε με τον τέως Δήμαρχο Καλαμάτας Σταύρο Μπένο, θα ήθελα να καταθέσω ορισμένες σκέψεις, όχι με διάθεση αντιπαράθεσης, αλλά ως συμβολή σε έναν δημόσιο διάλογο που αφορά τον τρόπο με τον οποίο αφηγούμαστε τη λειτουργία του κράτους και την πολιτική ευθύνη.
Οι συνεντεύξεις πολιτικών προσώπων με μακρά διαδρομή έχουν ιδιαίτερη αξία. Όχι μόνο γιατί καταγράφουν εμπειρίες, αλλά γιατί επηρεάζουν - συνειδητά ή ασυνείδητα - το πώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται τι είναι φυσιολογικό, τι είναι αυτονόητο και τι είναι «επίτευγμα» στη δημόσια διοίκηση. Ακριβώς γι’ αυτό, ο τρόπος αφήγησης έχει σημασία.
Διαβάζοντας το σύνολο της συνέντευξης, εκείνο που κυριαρχεί είναι μια έντονα προσωποκεντρική αφήγηση. Οι πολιτικές παρεμβάσεις, οι διοικητικές τομές και οι θεσμικές αλλαγές παρουσιάζονται κυρίως μέσα από το πρώτο πρόσωπο, με περιορισμένες αναφορές σε συλλογικές διαδικασίες, υπηρεσιακούς μηχανισμούς, συνεργασίες ή θεσμικά αντίβαρα. Σύνθετες δημόσιες πολιτικές εμφανίζονται έτσι ως αποτέλεσμα ατομικής βούλησης και επιμονής.
Το ζήτημα δεν είναι αν υπήρξαν θετικές παρεμβάσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς παρουσιάζονται. Όταν η πολιτική εμπειρία αφηγείται σχεδόν αποκλειστικά ως προσωπικό επίτευγμα, υποχωρεί η θεσμική διάσταση της δημοκρατίας και η πολιτική μετατρέπεται σε αφήγηση παραδείγματος, όχι σε αντικείμενο κριτικής αποτίμησης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν, επίσης, οι επαναλαμβανόμενες αναφορές σε διεθνή ακροατήρια και σε υποτιθέμενη διεθνή απήχηση παρεμβάσεων, διατυπωμένες με γενικό τρόπο: «εντυπωσιασμοί», «σχόλια», «παραδείγματα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν αλλού». Χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, θεσμικές αναφορές ή τεκμηρίωση, τέτοιες αφηγήσεις λειτουργούν περισσότερο ως ρητορική επιβεβαίωσης παρά ως ιστορική καταγραφή.
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η παρουσίαση παρεμβάσεων όπως τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ανάλογα μοντέλα one-stop shop λειτουργούσαν ήδη επί δεκαετίες σε ανεπτυγμένες χώρες. Η ελληνική εφαρμογή υπήρξε αναμφίβολα σημαντική για τα εγχώρια δεδομένα, αλλά δεν αποτέλεσε ούτε εθνική ούτε προσωπική «ανακάλυψη». Ήταν προσαρμογή διεθνών πρακτικών σε ένα δυσλειτουργικό διοικητικό περιβάλλον.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το ουσιαστικό ζήτημα. Όταν πρακτικές που διεθνώς θεωρούνται αυτονόητες παρουσιάζονται ως όραμα ή ως εξαίρεση, τότε το αυτονόητο αναβαθμίζεται σε κατόρθωμα. Η πολιτική υποχρέωση μετατρέπεται σε αφήγηση επιτυχίας και η θεσμική ευθύνη υποχωρεί μπροστά στο προσωπικό αφήγημα.
Η αποτελεσματική λειτουργία του κράτους δεν είναι πράξη έμπνευσης ούτε αποτέλεσμα χαρισματικής ηγεσίας. Είναι το ελάχιστο που δικαιούται ο πολίτης από τη δημοκρατία. Όταν αυτό το ελάχιστο παρουσιάζεται ως θαύμα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η υπερβολή του λόγου, αλλά το χαμηλό σημείο εκκίνησης των προσδοκιών μας από το κράτος.
Η Καλαμάτα και η Μεσσηνία δεν έχουν ανάγκη από αγιογραφίες ή μύθους. Έχουν ανάγκη από ειλικρινή αποτίμηση, θεσμική μνήμη και πολιτικό λόγο που αναγνωρίζει ότι καμία ουσιαστική αλλαγή δεν είναι έργο ενός ανθρώπου, αλλά αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας, συγκρούσεων, συμβιβασμών και συνέχειας.
Η συνέντευξη που φιλοξενήσατε προσφέρει μια καλή αφορμή. Το ζητούμενο είναι να τη χρησιμοποιήσουμε όχι για αυτοεπιβεβαίωση, αλλά για έναν πιο απαιτητικό δημόσιο διάλογο: όχι για το ποιος «οραματίστηκε» το αυτονόητο, αλλά για το γιατί χρειάστηκε να το οραματιστούμε για να το θεωρήσουμε δικαίωμά μας.
Διευθύνων Σύμβουλος - Δίκτυο OTRoutes - Ίδρυμα "Δρόμοι της Ελιάς"
Πρώην Πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Μεσσηνίας
