Η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Άγκυρα δεν ήταν απλώς μια ακόμη διπλωματική χειραψία. Ήταν μια συνάντηση στρατηγικής ανάγνωσης προθέσεων. Πίσω από τις δηλώσεις περί «ήρεμων νερών», διακυβεύεται το ερώτημα εάν η Ελλάδα οικοδομεί σταθερότητα με όρους ισχύος και δικαίου, ή αν επενδύει σε μια εύθραυστη ισορροπία προσδοκιών.
Η δημόσια εικόνα της συνάντησης παρέπεμψε περισσότερο σε ατζέντα οικονομικής διπλωματίας και συναλλακτικής προσέγγισηςκατά το μοντέλο σύγχρονης «συναλλακτικής διπλωματίας» που συχνά χαρακτηρίζει και την αμερικανική προσέγγιση υπό την προεδρία Τράμπ, παρά σε συνεκτικό πλαίσιο διευθέτησης των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Στα θετικά της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, καταγράφεται η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η αποτροπή νέας κλιμάκωσης στο Αιγαίο. Η θεσμική συνέχεια του διαλόγου και η έμφαση στη συνεργασία χαμηλής πολιτικής ενισχύουν το κλίμα σταθερότητας σε μια ιδιαίτερα ρευστή περιφερειακή συγκυρία, με εμφανείς αποσταθεροποιητικές τάσεις.
Το κρίσιμο όμως στοιχείο δεν βρίσκεται σε όσα ανακοινώθηκαν, αλλά σε όσα δεν δημοσιοποιήθηκαν.
Τα μείζονα ζητήματα που εγείρει διαχρονικά η Άγκυρα και τα οποία κατά τεκμήριο τέθηκαν στην κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο ηγετών, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαφάνειας ή επίσημης ενημέρωσης.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η Τουρκία δεν έχει αναθεωρήσει ούτε κατ’ ελάχιστον το πλαίσιο των πάγιων διεκδικήσεών της:
Το casusbelli για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. παραμένει σε ισχύ από το 1995.
Η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» συνεχίζει να υπονομεύει την αρχή της εδαφικής κυριαρχίας.
Οι απαιτήσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου αμφισβητούν το δικαίωμα νόμιμης άμυνας βάσει του άρθρου 51 του Χάρτη του ΟΗΕ.
Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» παραμένει κεντρικός πυλώνας του τουρκικού ναυτικού και γεωπολιτικού σχεδιασμού.
Η ρητορική περί «συνεκμετάλλευσης» ενεργειακών πόρων στο Αιγαίο, χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεων, καθότι εγείρει εύλογα ερωτήματα, ως προς το εάν επιχειρείται έμμεση αναγνώριση αμφισβητούμενων ζωνών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά του Προέδρου Ερντογάν στο ζήτημα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Η επαναφορά του θέματος σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο δεν είναι ουδέτερη. Η Ελλάδα αναγνωρίζει, βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης, θρησκευτική και όχι εθνική μειονότητα, με πλήρη δικαιώματα που απορρέουν από το ελληνικό και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο. Κάθε προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της μειονότητας με εθνοτικό χαρακτήρα ή υπαινιγμούς περί «καθεστωτικών εκκρεμοτήτων» εγείρει ζήτημα αναθεωρητικής ανάγνωσης διεθνών συνθηκών , αν δεν υποκρύπτει και αυτονομιστικές αξιώσεις της Δυτικής Θράκης.
Η μειονότητα αποτελεί γέφυρα σταθερότητας και όχι εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης. Η θεσμική της προστασία, είναι ευρωπαϊκή υποχρέωση της Ελλάδας και προφανώς, όχι αντικείμενο διμερούς διαπραγμάτευσης.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι διττή:
Να διατηρήσει το κλίμα σταθερότητας χωρίς να δημιουργεί εντυπώσεις «κόστους έναντι ηρεμίας».
Να αποσαφηνίσει με διαφάνεια τα όρια οποιασδήποτε συζήτησης, ιδίως σε ζητήματα ενεργειακής αξιοποίησης, ώστε να μην προκύπτουν σκιές περί συνεκμετάλλευσης πέραν της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ βάσει Διεθνούς Δικαίου.
Η ειρήνη είναι στρατηγικός στόχος. Αλλά ειρήνη χωρίς σαφές πλαίσιο κυριαρχίας και αποτροπής κινδυνεύει να μετατραπεί σε προσωρινή ανάπαυλα. Το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε «ήρεμα νερά». Το ερώτημα είναι αν τα ήρεμα νερά στηρίζονται σε στέρεη εθνική στρατηγική , ή απλώς σε αναβολή της επόμενης καταιγίδας.
Ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης αποτιμώντας τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα, υπογράμμισε ότι, σε ένα περιβάλλον σύνθετης και ρευστής γεωπολιτικής πραγματικότητας, η διατήρηση «ήρεμων νερών» με την Τουρκία αποτελεί στρατηγική επιλογή αποσυμπίεσης και σταθερότητας. Μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν, αποφασίστηκε η διατήρηση και διεύρυνση των διαύλων επικοινωνίας σε περισσότερα επίπεδα, με ρητή αναφορά και από τουρκικής πλευράς, στην ανάγκη επίλυσης των διαφορών βάσει του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί κομβική αυτή τη σύγκλιση, με αφετηρία τη Διακήρυξη των Αθηνών του 2023, επιμένοντας ότι ο διάλογος είναι ο μόνος δρόμος για ειρήνη και σταθερότητα. Παράλληλα, ο ΥΠΕΞ Γ. Γεραπετρίτη επισήμανε ότι η προηγούμενη διαχείριση των εντάσεων υπήρξε αποτελεσματική, με σχεδόν μηδενικές παραβιάσεις στο Αιγαίο, χωρίς καμία εθνική υποχώρηση.
Ωστόσο, η τοποθέτηση του Ταγίπ Ερντογάν περί επίλυσης διαφορών «στη βάση του Διεθνούς Δικαίου» εμφανίζεται κατ’ αρχήν θετική, παραμένει όμως ερμηνευτικά ανοιχτή, καθώς η Άγκυρα δεν αναγνωρίζει πλήρη επήρεια σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών, άρα δεν αποδέχεται το United Nations Convention on the Law of the Sea ως δεσμευτικό πλαίσιο. Αντίστοιχα, η αναφορά του Προέδρου της Τουρκίας σε «ακανθώδη αλλά όχι άλυτα προβλήματα» στο Αιγαίο, μπορεί να σημαίνει, είτε πρόθεση πραγματιστικής διαπραγμάτευσης, είτε εμμονή σε αναθεωρητικές αξιώσεις.
Τα αποτελέσματα της συνάντησης στην Άγκυρα δεν μπορούν να αποτιμηθούν εκτός του ευρύτερου γεωπολιτικού πλαισίου της Ανατολικής Μεσογείου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν, πρωτίστως, τη διατήρηση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ σε κατάσταση λειτουργικής συνοχής, ιδίως εν μέσω πολέμου στην Ουκρανία και αναδιάταξης ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Η Ουάσιγκτον προκρίνει αποκλιμάκωση, ενεργειακή διασύνδεση και αποφυγή ελληνοτουρκικής κρίσης που θα αποσταθεροποιούσε τη Συμμαχία και θα έβαζε εμπόδια στα στρατηγικά σχέδια των ΗΠΑ. Και στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να θεωρείται πιθανή παρέμβαση των ΗΠΑ για επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, που ενδεχομένως, θα είχε και επώδυνες πτυχές.
Όμως η αμερικανική «αποκλιμάκωση» δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τα εθνικά συμφέροντα όσων βιώνουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό και αυτοί δεν είναι λίγοι: η Ελλάδα, η Κύπρος, δυνάμεις στη Συρία, οι Κούρδοι. Στην αμερικανική ιεράρχηση, προέχουν ο γεωστρατηγικός ρόλος, η οικονομία, η στρατιωτική ισχύς και η συμβολή στην ασφάλεια των ενεργειακών διαδρομών.
Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνοτουρκικές εξελίξεις δεν διαμορφώνονται σε κενό ισχύος: εντάσσονται στον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό των Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, που επιδιώκει σταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου ως κόμβου γεωενέργειας, άμυνας και επιχειρηματικών επενδύσεων, με προεκτάσεις έως τη Μέση Ανατολή, την Αραβική Χερσόνησο και τον Περσικό Κόλπο.
