Η Ελλάδα είναι παρούσα σε πολλά μέτωπα: στη Γάζα, στην Ανατολική Μεσόγειο και, πιθανώς, στον Περσικό Κόλπο.
Η γεωγραφία είναι πεπρωμένο, αλλά σε ταραγμένες περιόδους μετατρέπεται κυρίως σε ευθύνη, Απαιτεί αποφάσεις που επιβεβαιώνουν τον γεωστρατηγικό ρόλο και τη συμμαχική αξιοπιστία της χώρας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες κλιμακώνουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή. Το αεροπλανοφόρο USS AbrahamLincoln επιχειρεί στον Αραβικό Κόλπο και στη ζώνη του Κόλπου του Ομάν, ενισχύοντας την αποτροπή απέναντι στο Ιράν, ενώ το υπερσύγχρονο USS Gerald R. Ford, το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο στον κόσμο, κατευθύνεται προς την Ανατολική Μεσόγειο με συνοδεία πολεμικών πλοίων. Η ταυτόχρονη παρουσία δύο αεροπλανοφόρων στην περιοχή στέλνει σαφές μήνυμα αποτροπής προς την Τεχεράνη. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι οι συνομιλίες με το Ιράν είναι «καλές», αλλά προειδοποιεί: είτε ουσιαστική συμφωνία είτε δύσκολα πράγματα.
Στο ίδιο γεωπολιτικό πλαίσιο εντάσσεται η Γάζα. Ο Ντ. Τραμπ, μέσω του νέου «Συμβουλίου Ειρήνης», ανακοίνωσε ότι το κόστος ανασυγκρότησης της περιοχής θα ξεπεράσει τα 70 δισεκατομμύρια δολάρια.
Εδώ εισέρχεται η Ελλάδα στο αμερικανικό επιτελικό σχέδιο.
Η ελληνική κυβέρνηση εξετάζει συμμετοχή στη Διεθνή Δύναμη Σταθεροποίησης (ISF) για τη «μετά Χαμάς» εποχή, υπό αμερικανική και ισραηλινή διοίκηση. Πληροφορίες κάνουν λόγο για αποστολή ενός μάχιμου Μηχανοκίνητου Τάγματος έως 150 στελεχών, με τεθωρακισμένα οχήματα, υγειονομικό προσωπικό και πιθανή Κινητή Χειρουργική Μονάδα. Δεν πρόκειται για συμβολική παρουσία ή παρατηρητές. Πρόκειται για οργανωμένη, μάχιμη συμμετοχή, με βαρύ οπλισμό και αυστηρούς κανόνες εμπλοκής.
Το ερώτημα δεν είναι διαδικαστικό. Είναι βαθιά πολιτικό και στρατηγικό. Σύμφωνα με το ελληνικό Σύνταγμα, η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων εκτός συνόρων εμπίπτει στην εκτελεστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης, αλλά η νομιμοποίηση μιας τέτοιας δράσης, είτε μέσω ΟΗΕ, είτε πολυεθνικού σχήματοςυπό ηγεμονικό αμερικανικόαποτύπωμα, είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη.
Το επιχειρησιακό περιβάλλον στη Γάζα παραμένει υψηλής έντασης και αυτονόητης επικινδυνότητας: ασύμμετρες απειλές, αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί και υβριδικές τακτικές και απειλές καθώς η ΧΑΜΑΣ και οι παραφυάδες της δεν έχουν παραδώσει τον οπλισμό τους, συνιστούν μόνιμο κίνδυνο. Μια πολυεθνική δύναμη σταθεροποίησης, έστω υπόαμερικανο-ισραηλινή διοίκηση, εγγύηση και εποπτεία, δεν θα κινείται σε ουδέτερο έδαφος. Θα επιχειρεί σε εμπόλεμη ζώνη, με αμφισβητούμενη κυριαρχία, με ανοιχτές γραμμές αντιπαράθεσης και έντονη διεθνή φόρτιση. Πρόκειται για αποστολή υψηλού ρίσκου, με ηθικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος για την Ελλάδα. Δεν είμαι σίγουρος ότι η Ελληνική Κυβέρνηση, θα μπορέσει να διαχειριστεί, το κόστος, από ενδεχόμενη απώλεια στρατιωτικού προσωπικού στη ΓΑΖΑ.
Παράλληλα, η Ελλάδα συμμετέχει ως παρατηρητής στο υπό την προεδρία Τράμπ «Συμβούλιο Ειρήνης» στην Ουάσιγκτον και αναγνωρίζεται ως γέφυρα ανάμεσα στο Ισραήλ και τον αραβικό κόσμο.
Η ελληνοαμερικανική Αμυντική Συμφωνία (MDCA) έχει αναβαθμιστεί, με τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη και την Ανατολική Μεσόγειο να ενισχύονται επιχειρησιακά, τόσο σε θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας όσο και σε αντιβαλλιστική προστασία, αν αποφασιστεί η νεότευκτη Φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» να συμμετέχει σε συμμαχικά ναυτικά σχήματα.
Η Ελλάδα στηρίζει το δόγμα «ειρήνη μέσω ισχύος» σε περίοδο στρατηγικής πίεσης στο Ιράν, χωρίς να αποκλείει σενάρια κλιμάκωσης.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας μετατρέπει τη χώρα σε κρίκο ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική: κόμβος θαλάσσιων οδών, ενεργειακών διαδρομών και στρατιωτικών διευκολύνσεων. Αυτό δεν είναι απλώς γεωγραφία, είναι γεωστρατηγικό κεφάλαιο που συνεπάγεται ανάληψη ρίσκου.
Η Τουρκία παραμένει καθοριστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Οι σχέσεις Τραμπ–Ερντογάν είναι φιλικές και επιχειρηματικά προσανατολισμένες, γεγονός που επηρεάζει την αμερικανική γεωπολιτική στρατηγική, ενώ οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας χαρακτηρίζονται από έντονη εχθρότητα και περιορισμένη συνεργασία. Η Άγκυρα διατηρεί παράλληλες σχέσεις με το Ιράν, κυρίως ενεργειακές και εμπορικές, αλλά και στρατηγικού ανταγωνισμού σε θέματα Χαμάς και Χεζμπολάχ.
Παράλληλα, η τριμερής στρατιωτική συμμαχία Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου δεν περιορίζεται σε αυτονόητες στρατιωτικές δεσμεύσεις, αποτελεί και σαφή γεωπολιτική δήλωση, ενισχύοντας την ισορροπία ισχύος στην περιοχή, στηρίζοντας την αμερικανο- ισραηλινή εκδοχή. Κάθε ελληνική συμμετοχή στη Γάζα ή στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτή τη δυναμική, όπου οι φιλίες και οι αντιπαραθέσεις των μεγάλων δρώντων, καθορίζουν το πεδίο κινήσεων, το ρίσκο και την εθνική στρατηγική.
Καταλήγοντας, το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα αναβαθμίζεται. Είναι: με ποιους όρους, με ποιο ρίσκο και με ποια εθνική στρατηγική;
Οι αποφάσεις δεν κρίνονται μόνο από την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων. Καθορίζουν τη στρατηγική ταυτότητα της χώρας, την αξιοπιστία και τη θεσμική σοβαρότητά της. Η ισχύς μιας χώρας μετριέται και από την ικανότητά της να ισορροπεί ανάμεσα στην αποτροπή και την ανθρωπιστική ευθύνη. Η γεωγραφία υπενθυμίζει, αλλά οι αποφάσεις καθορίζουν.
Σε αυτό το γεωπολιτικό περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν και οι δηλώσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, κατά την τελετή ονοματοδοσίας κτιρίων της Σχολής Αξιωματικών Νοσηλευτικής.
Ο Υπουργός ΕΘ.ΑΜ. υπογράμμισε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν υφίστανται μόνο, για την αποτροπή και τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας.
«Οι Ένοπλες Δυνάμεις, υπάρχουν και οφείλουν να υπάρχουν και ως δύναμη ανθρωπιστικής συνδρομής, εντός και εκτός συνόρων. Διότι η ισχύς μιας χώρας δεν είναι μόνο στρατιωτική.Είναι και η αξιοπιστία της. Η θεσμική της σοβαρότητα.», επισήμανε ο Νίκος Δένδιας.
Ο τρόπος που διατυπώνεται η φράση «…υπάρχουν και οφείλουν να υπάρχουν και ως δύναμη ανθρωπιστικής συνδρομής, εντός και εκτός συνόρων» λειτουργεί ως ουσιαστική προαναγγελία συμμετοχής ελληνικών δυνάμεων σε πολυεθνική αποστολή. Αν και δεν αναφέρει συγκεκριμένα τη Γάζα, ο τόνος και το πλαίσιο της παρέμβασης (μετά τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή, ανασυγκρότηση, «μετά Χαμάς» εποχή) υποδηλώνει ότι η Ελλάδα προετοιμάζεται να συμμετάσχει σε αποστολή σταθεροποίησης και ανθρωπιστικής συνδρομής.Η δήλωση στέλνει ταυτόχρονα μήνυμα:
Στην αμερικανική και ισραηλινή πλευρά: η Ελλάδα είναι διαθέσιμη, αξιόπιστη και ικανή να αναλάβει ευθύνη σε επιχειρήσεις εκτός συνόρων.
Στην διεθνή κοινότητα: η ελληνική στρατιωτική ισχύς συνδέεται με ανθρωπιστική δράση, όχι μόνο με αποτροπή και ασφάλεια.
