Κυριακή, 29 Μαρτίου 2026 19:33

25η Μαρτίου: Θρίαμβοι, Διχασμοί και Εθνική αυτογνωσία

Γράφτηκε από την

25η Μαρτίου: Θρίαμβοι, Διχασμοί και Εθνική αυτογνωσία

 

Του Χρήστου Καπούτση

Από τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, ως τον εμφύλιο, η πορεία του έθνους μέσα από θριάμβους και διχασμούς γίνεται μάθημα για το μέλλον. Η ιστορία μας δεν είναι απλά μνήμες, αλλά οδηγός για τη συνέχεια και την ενότητα. Η λήθη του παρελθόντος είναι η μεγαλύτερη απειλή για το μέλλον μας.

Κάθε επέτειος που συνδέεται με το μέγιστο των αγαθών, την Ελευθερία,  αποτελεί κορυφαία στιγμή συλλογικής μνήμης και αυτογνωσίας. Πολύ περισσότερο,  όταν αφορά την Εθνική Παλιγγενεσία της 25ης Μαρτίου 1821, ημερομηνία–σύμβολο της έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης, και την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.

Τιμή και δόξα στους αγωνιστές που τα έδωσαν όλα για την Ελευθερία. Πολλοί από αυτούς, όπως ο Νικηταράς, ο «Τουρκοφάγος» των Δερβενακίων (Ιούλιος 1822), γνώρισαν αργότερα την εγκατάλειψη και την ένδεια, ζητιανεύοντας τον οβολό των βολεμένων, μια σκληρή πραγματικότητα που σημάδεψε την πρώτη περίοδο του ελληνικού κράτους και αποτελεί στίγμα στην Εθνική μας συνείδηση.

Η φράση του πλέον ανιδιοτελούς αγωνιστή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», αποτυπώνει το αδυσώπητο ήθος του Αγώνα. Και όμως,  ο «Γέρος του Μοριά» η ψυχή της Απελευθέρωσης,   στα χρόνια της Βαυαρικής Αντιβασιλείας (1833–1835), φυλακίστηκε και οδηγήθηκε σε δίκη, λέγοντας πικρά: «Η Ελλάς ευγνωμονούσα με εφυλάκισε».

Ωστόσο, ο πατριωτικός ενθουσιασμός οφείλει να συνοδεύεται από ιστορική επίγνωση. Μετά το 1821, η Επανάσταση δοκιμάστηκε από δύο σκληρούς εμφυλίους πολέμους (1823–1825), που αποδυνάμωσαν τον Αγώνα σε μια κρίσιμη καμπή, λίγο πριν την επέμβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1825). Οι συγκρούσεις αυτές δεν ήταν απλώς τοπικές αντιπαραθέσεις, αλλά σύγκρουση πολιτικών, στρατιωτικών, οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων.

Καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, όπου οι στόλοι της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας κατέστρεψαν τον οθωμανοαιγυπτιακό στόλο του Ιμπραήμ.  

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου επιτάχυνε καθοριστικά την πορεία προς την απελευθέρωση και την Ανεξαρτησία. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στις διπλωματικές διεργασίες που κορυφώθηκαν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830), με το οποίο η Ελλάδα αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος. Η εξέλιξη αυτή συνιστά σημαντική διπλωματική επιτυχία του Ιωάννη Καποδίστρια, διότι  αξιοποίησε τη συγκυρία και τη στήριξη κυρίως της Ρωσίας και της Γαλλίας, ενώ η Βρετανία συμμετείχε ενεργά στο τελικό αποτέλεσμα στο πλαίσιο των δικών της στρατηγικών ισορροπιών, την ώρα που η Αυστρία του Κλέμενς φον Μέττερνιχ διατηρούσε σαφώς επιφυλακτική έως αρνητική στάση απέναντι στην ελληνική ανεξαρτησία.

Καθοριστική μορφή της επόμενης ημέρας υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος ανέλαβε τη διακυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1828. Επί των ημερών του τέθηκαν τα θεμέλια της κρατικής οργάνωσης, της διοίκησης και της εκπαίδευσης, με ίδρυση σχολείων και ορφανοτροφείων. Με απόφαση της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος (1829), του ορίστηκε ετήσια χορηγία 180.000 φοινίκων,  την οποία αρνήθηκε, δηλώνοντας ότι «ενώ η πατρίς ευρίσκεται εις εσχάτην ένδειαν», ο ίδιος θα ζει από τους προσωπικούς του πόρους.  Η ιστορική φράση «Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν».

Η διακυβέρνησή του Καποδίστρια, ωστόσο, συνάντησε σφοδρές αντιδράσεις. Συγκρούστηκε με ισχυρά ναυτικά, οικονομικά  και τοπικά συμφέροντα, κυρίως της Ύδρας. Η κρίση κορυφώθηκε το 1831, όταν ο Ανδρέας Μιαούλης με εντολή, όπως πιθανολογείται,  του Κουντουριώτη, ανατίναξε τον ελληνικό στόλο στον Πόρο (Αύγουστος 1831), σε μια πράξη που αποτυπώνει τον βαθύ διχασμό της εποχής.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας στηρίχθηκε από τον  Κωνσταντίνο Κανάρη και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αλλά συγκρούστηκε με τοπάρχες, Μανιάτες και Υδραίους.

Η τραγική κατάληξη ήρθε με τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Τα αίτια της δολοφονίας συνδέονται με πολιτικές και τοπικές αντιπαραθέσεις, αλλά και με τη σύγκρουση μεταξύ κεντρικής εξουσίας και παραδοσιακών τοπικών ισχυρών,  που αντανακλούσαν τη δυσκολία μετάβασης από την επαναστατική αναρχία σε συγκροτημένο κράτος. Επίσης, η  έντονη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ του Ιωάννη Καποδίστρια και των αγγλόφιλων κύκλων, στους οποίους ανήκε και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αναδεικνύει το κλίμα βαθύτατου διχασμού της εποχής, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνεται άμεση εμπλοκή τους στη δολοφονία του Κυβερνήτη.

Η απαίτηση του Καποδίστρια, τα έσοδα από τα Τελωνεία στη Μάνη να πηγαίνουν στα άδεια ταμεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, φαίνεται να ήταν η κύρια αιτία της άνανδρης δολοφονίας του Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, από τους Μαυρομιχαλαίους που είχαν τον έλεγχο των Τελωνείων στην αδούλωτη Μάνη.

Ωστόσο, θα ήταν ιστορικό ατόπημα, να μην αναγνωριστεί, η σημαντική   συμβολή της μανιάτικης οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων, με προεξάρχοντα τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, αλλά και τους αγωνιστές Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και Ηλία Μαυρομιχάλη, οι οποίοι έδωσαν με αυταπάρνηση τον Αγώνα για την Εθνική Απελευθέρωση, όπως φυσικά και πολλοί άλλοι σκληροτράχηλοι οπλαρχηγοί από την Μάνη.

Και ακόμη χρήζει ειδικής μνείας,  η θυσία πολλών αγωνιστών, όπως  του Παπαφλέσσα, ο οποίος έπεσε ηρωικά στη μάχη του Μανιακίου (20 Μαΐου 1825), αντιστεκόμενος στις δυνάμεις του Ιμπραήμ,  αλλά και ο επικός αγώνας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, η οποία διέθεσε το σύνολο της  περιουσίας της και ηγήθηκε ναυτικών επιχειρήσεων, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην Εθνική Απελευθέρωση.

Η Επανάσταση του 1821 δεν ήταν έργο «αγγέλων», αλλά ανθρώπων με πάθη, αντιθέσεις και στιγμές μεγαλειώδους αυτοθυσίας. Η ιστορική αλήθεια δεν μειώνει το Έπος,  το καθιστά πιο ώριμο και πιο διδακτικό. Γιατί η Ελευθερία δεν κατακτήθηκε μόνο απέναντι σε έναν ξένο δυνάστη, αλλά και μέσα από τη δύσκολη υπέρβαση των δικών μας διχασμών.

Ο διχασμός και οι εμφύλιες συγκρούσεις , από τους εμφυλίους της Επανάστασης (1823–1825) έως τον Εθνικό Διχασμό του 20ού αιώνα, υπήρξαν διαχρονικές πληγές του Ελληνισμού. Όχι “κατάρα”, αλλά επαναλαμβανόμενο ιστορικό λάθος, που οφείλει να λειτουργεί ως μάθημα ευθύνης και αποφυγής για τους σύγχρονους Νεοέλληνες.

 Ο διχασμός δεν είναι μοίρα,  είναι επιλογή. Στην ελληνική ιστορία, πληρώθηκε ακριβά. Η ιστορία μας διδάσκει: όποιος διχάζει, προετοιμάζει την πτώση του έθνους. Δεν υπάρχει συγχώρεση για όσους υπονομεύουν την ενότητα, καθότι  το έθνος δεν ξεχνά...