Σάββατο, 04 Απριλίου 2026 11:38

Αντί-γνωμος: Η εξωτερική πολιτική του κολαούζου

Γράφτηκε από την

Αντί-γνωμος: Η εξωτερική πολιτική του κολαούζου

 

 

Γράφει ο Θύμιος Γεωργόπουλος

 

Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη αποκαλύπτεται  κάθε φορά που η διεθνής συγκυρία δημιουργεί συνθήκες οι οποίες δοκιμάζουν την στάση αρχών και την αταλάντευτη υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου.

Η κυβέρνηση, χωρίς αιδώ και με επικίνδυνη ευκολία εγκαταλείπει την σταθερή στάση (που ακολούθησαν όλες οι προηγούμενες, μέχρι την σημερινή,  ελληνικές κυβερνήσεις) με την πλευρά της διεθνούς νομιμότητας και του διεθνούς δικαίου και επιλέγει την πρόθυμη ευθυγράμμιση με τα εγκληματικά σχέδια του πλέον επικίνδυνου και παράφρονα δισεκατομμυριούχου και ακροδεξιού προέδρου των ΗΠΑ (Ντόναλτ Τραμπ) και του εθνικιστή και ακροδεξιού, υπεύθυνου της γενοκτονίας των Παλαιστινίων και καταδικασμένου -από το διεθνές ποινικό δικαστήριο- για εγκλήματα πολέμου πρωθυπουργού του Ισραήλ (Μπενιαμίν Νετανιάχου). 

 

Έτσι βέβαια δεν αποκαλύπτεται απλώς, αλλά για την ακρίβεια αποκαλύπτει απροκάλυπτα και σε κοινή θέα τα οπίσθια της, ασκώντας την εξωτερική πολιτική του κολαούζου, αφού η χώρα μας είναι και το διατυμπανίζει, δια στόματος πρωθυπουργού, ο “δεδομένος σύμμαχος”.

Σήμερα, με φόντο την επιθετική, ασταθή και απολύτως επικίνδυνη γεωπολιτική γραμμή του Ντόναλντ Τραμπ (αφού ο ίδιος αυτοαναιρείται καθημερινά 3 φορές), η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να βαφτίζει «εθνικό συμφέρον» την άκριτη πρόσδεση στο άρμα μιας δύναμης που λειτουργεί πρωτίστως ως αναθεωρητική δύναμη, με όρους ισχύος και όχι δικαίου, βυθίζοντας την ανθρωπότητα στην δίνη ενός πολέμου που δείχνει να κλιμακώνεται με απρόβλεπτες συνέπειες και χωρίς κανένα σχέδιο ασφαλούς διαφυγής.

Ο πατριωτισμός, κύριοι της κυβέρνησης, δεν είναι υποταγή ούτε δουλική πειθαρχία, ούτε βέβαια αποτελεί πεδίο φτηνής και επικίνδυνης προπαγάνδας -πατριδοκαπηλίας- η οποία αποδεικνύεται δημοσκοπικά (αν και πρόσκαιρα) προσοδοφόρος.

 Είναι η υπεράσπιση της ειρήνης, της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και της ανεξαρτησίας της χώρας. Είναι η ικανότητα να λες «όχι» όταν το εθνικό συμφέρον το επιτάσσει, ακόμη κι αν αυτό δυσαρεστεί τους ισχυρούς συμμάχους μας.

Στην αντίθετη περίπτωση της απομάκρυνσης από το διεθνές δίκαιο θα την βρεις μπροστά σου, με οδυνηρές συνέπειες για τα εθνικά δίκαια και την επίκληση της νομιμότητας.

 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ωστόσο, επιλέγει έναν άλλο δρόμο: την πλήρη ταύτιση με τις επιλογές των ΗΠΑ, ακόμη κι όταν αυτές οδηγούν σε όξυνση συγκρούσεων, σε στρατιωτικοποίηση περιοχών και σε αποσταθεροποίηση. Η Ελλάδα μετατρέπεται σταδιακά σε μια απέραντη βάση, σε ένα γεωπολιτικό ορμητήριο και χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα για τον λαό της. Αυτό βαφτίζεται «στρατηγική αναβάθμιση», αλλά  στην πράξη αποτελεί την απόλυτη στρατηγική εξάρτηση.

Ο «πατριωτισμός» που επικαλείται η κυβέρνηση είναι, στην ουσία, ένας πατριωτισμός των λίγων. Είναι ο πατριωτισμός των εξοπλιστικών δαπανών που διογκώνονται χωρίς διαφάνεια, των συμφωνιών που κλείνονται χωρίς κοινωνική λογοδοσία, των διεθνών δεσμεύσεων που περιορίζουν τη δυνατότητα της χώρας να χαράξει αυτόνομη πορεία. Είναι ένας πατριωτισμός που μετριέται σε αγορές όπλων και όχι σε κοινωνική συνοχή, σε ποιότητα ζωής, σε δημοκρατία.

Όμως ο πατριωτισμός δεν είναι τα οπλικά συστήματα. Πατριωτισμός είναι η ψυχή του έθνους, είναι η λαϊκή ενότητα στην βάση του εθνικού δικαίου και η ανάγκη της υπεράσπισης του.

Αντίθετα, η Αριστερά ιστορικά υπερασπίστηκε έναν πατριωτισμό λαϊκό, δημοκρατικό και ειρηνικό. Έναν πατριωτισμό που δεν ταυτίζεται με τις επιδιώξεις των ισχυρών, αλλά με τις ανάγκες των πολλών. Που δεν βλέπει τον κόσμο ως πεδίο στρατιωτικών ανταγωνισμών, αλλά ως χώρο συνεργασίας και αλληλεγγύης. Που αντιλαμβάνεται ότι η ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται μόνο με όπλα, αλλά με διπλωματία, διεθνές δίκαιο και σταθερές συμμαχίες βασισμένες στον αμοιβαίο σεβασμό.

Η περίοδος διακυβέρνησης Τσίπρα, με τα όποια λάθη και τις αντιφάσεις της, επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στις αναγκαίες διεθνείς σχέσεις και στην ανάγκη για μια πιο ανεξάρτητη φωνή. Η Συμφωνία των Πρεσπών, για παράδειγμα, δεν ήταν μια πράξη «υποχώρησης», όπως κατηγορήθηκε, αλλά μια πράξη ειρηνικής επίλυσης διαφορών, που ενίσχυσε τη θέση της Ελλάδας στα Βαλκάνια και διεθνώς.

Σήμερα, αντί για τέτοιες πρωτοβουλίες, βλέπουμε μια εξωτερική πολιτική χωρίς φαντασία και χωρίς αυτοπεποίθηση. Μια πολιτική που ακολουθεί, αντί να διαμορφώνει. Που συντάσσεται, αντί να διεκδικεί. Και αυτό παρουσιάζεται ως «υπεύθυνος πατριωτισμός».

Ωστόσο ο πατριωτισμός δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα. Είναι πράξη ευθύνης απέναντι στον λαό και την ιστορία. Και η ιστορία δεν δικαιώνει όσους απλώς στοιχίζονται πίσω από τους ισχυρούς. Δικαιώνει όσους υπερασπίζονται την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια ενός λαού.

Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα έχει συμμάχους. Το ερώτημα είναι τι είδους σύμμαχος θα είναι: ένας ισότιμος εταίρος με φωνή και άποψη ή ένας πρόθυμος ακόλουθος. Εκεί κρίνεται ο πραγματικός πατριωτισμός. Και εκεί, σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποτύχει παταγωδώς.

Στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας φανέρωσαν ότι η προσωπική οικονομική αυτοκρατορία του Ντόναλτ Τραμπ, τον πρώτο μήνα του πολέμου με το Ιράν, κέρδισε 4,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Μπορείτε να μας πείτε κύριε πρωθυπουργέ πόσο ζημιώθηκε συνολικά  η χώρα μας και πόσο το κάθε ελληνικό νοικοκυριό;

“Στην θάλασσα θα κατουρίσεις στο αλάτι θα το βρεις”.

Στο κάτω κάτω της γραφής

“Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής”.

Αλμπέρ Καμύ, Γάλλος συγγραφέας.