Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο συμμαχικών πιέσεων για την παροχή πρόσθετης στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος εισέρχεται στον τέταρτο χρόνο του και η Δύση, κυρίως η Ε.Ε., αναζητεί τρόπους διατήρησης της στρατιωτικής αντοχής του Κιέβου. Η αμερικανική Κυβέρνηση, είναι πιο επιφυλακτική, διατηρώντας ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας και με το Κίεβο και με τη Μόσχα.
Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται σε διπλωματικούς και νατοϊκούς κύκλους, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία επιθυμούν να παρουσιάσουν ένα νέο πακέτο ενίσχυσης της Ουκρανίας, το οποίο θα περιλαμβάνει συστήματα αεράμυνας, πυραυλικά αποθέματα και προηγμένα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα, καλείται εκ νέου να εξετάσει τη διάθεση πυραύλων Patriot, χωρίς να τίθεται επισήμως ζήτημα μεταβίβασης ολόκληρων συστοιχιών. Ωστόσο, για τους στρατιωτικούς σχεδιαστές η συζήτηση δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται σε πολιτικό επίπεδο.
Οι πύραυλοι Patriot αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού συστήματος αεράμυνας. Είναι σχεδιασμένοι να αντιμετωπίζουν βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εχθρικά μαχητικά σε μεγάλες αποστάσεις. Κάθε μείωση των αποθεμάτων τους επηρεάζει άμεσα τη συνολική αντιαεροπορική και αντιπυραυλική ομπρέλα της χώρας.
Ταυτόχρονα, οι ουκρανικές ανάγκες δεν περιορίζονται πλέον στην παραδοσιακή αεράμυνα. Το Κίεβο ζητεί πυραύλους αέρος-αέρος, κατευθυνόμενα όπλα ακριβείας και μέσα δικτυοκεντρικού πολέμου, καθώς η φύση των σύγχρονων συγκρούσεων μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τον αριθμό των αρμάτων μάχης ή των μαχητικών αεροσκαφών. Καθορίζεται από την ικανότητα ενός κράτους να συλλέγει, να επεξεργάζεται και να μεταδίδει πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Δορυφορικά συστήματα, αισθητήρες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τεχνητή νοημοσύνη και κέντρα διοίκησης συνδέονται σε ένα ενιαίο ψηφιακό πεδίο μάχης.
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τις πρόσφατες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Οι επιχειρήσεις του Ισραήλ κατά του Ιράν, αλλά και οι ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις εναντίον ισραηλινών στόχων, κατέδειξαν ότι η επιβίωση ενός κράτους εξαρτάται πλέον από την αποτελεσματικότητα των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, των δικτύων διοίκησης και ελέγχου, των κυβερνοαμυντικών μηχανισμών και της δυνατότητας διαχείρισης τεράστιου όγκου πληροφοριών σε ελάχιστο χρόνο.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι σύγχρονες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία επιβεβαιώνουν πως η πρώτη γραμμή άμυνας ενός κράτους δεν βρίσκεται πλέον μόνο στα φυσικά του σύνορα. Βρίσκεται στους δορυφόρους του, στα δίκτυα δεδομένων, στα κέντρα επιχειρήσεων, στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, στους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης και στον κυβερνοχώρο. Όποιος ελέγχει την πληροφορία, αποκτά αποφασιστικό πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης.
Η Ελλάδα παρακολουθεί τις εξελίξεις αυτές έχοντας τη δική της ιδιαίτερη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η διαρκής τουρκική αναθεωρητική πολιτική, η στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας», η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και η ταχεία ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, επιβάλλουν ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε απόφαση που αφορά κρίσιμα αμυντικά αποθέματα.
Δημοσιεύματα διεθνών μέσων ενημέρωσης αναφέρουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν την παροχή κινητήρων General Electric για το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς KAAN, ένα πρόγραμμα που αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν.
Το KAAN φιλοδοξεί να αποτελέσει το πρώτο τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth), ενσωματώνοντας προηγμένα ραντάρ AESA, αισθητήρες σύντηξης δεδομένων, δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων. Εφόσον το πρόγραμμα ολοκληρωθεί επιτυχώς, η Τουρκία θα αποκτήσει σημαντική τεχνολογική αυτονομία στον αεροπορικό τομέα.
Ελλάδα και ψηφιακός πόλεμος
Εγκαινιάζοντας τη Μονάδα 1864, στο ΥΠΕΘΑ, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προειδοποίησε εμμέσως, ότι η πρώτη μάχη ενός μελλοντικού πολέμου κατά της Ελλάδας , ενδέχεται να μη δοθεί στο Αιγαίο, στον Έβρο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά στα δίκτυα υπολογιστών, στις τηλεπικοινωνίες, στις τράπεζες και στις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές της χώρας.
Η Μονάδα 1864 δεν είναι απλώς ένα νέο στρατιωτικό κτίριο. Είναι η απάντηση της Ελλάδας σε έναν νέο τύπο πολέμου, όπου το όπλο δεν είναι πλέον μόνο το πυροβόλο, το άρμα μάχης ή ο πύραυλος. Ούτε οι Φρεγάτες, τα ΡΑΦΑΛ ή τα υποβρύχια.
Είναι η πληροφορία, ο αλγόριθμος, η τεχνητή νοημοσύνη και η δυνατότητα ελέγχου του κυβερνοχώρου.
Γιατί στον 21ο αιώνα, η πρώτη επίθεση μπορεί να μην ακουστεί ποτέ, να μην ηχήσουν οι πολεμικές σειρήνες. Μπορεί απλώς να εμφανιστεί στην οθόνη ενός υπολογιστή.
Το Ισραήλ θεωρείται σήμερα μία από τις κορυφαίες δυνάμεις παγκοσμίως στον κυβερνοπόλεμο, στις επιχειρήσεις πληροφοριών, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην προστασία κρίσιμων εθνικών υποδομών. Η θρυλική Μονάδα 8200 των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων αποτελεί διεθνές πρότυπο στον χώρο των κυβερνοεπιχειρήσεων, της ηλεκτρονικής επιτήρησης και της ψηφιακής συλλογής πληροφοριών.
Αν και δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως κάποια άμεση ισραηλινή εμπλοκή στη δημιουργία ή τη λειτουργία της ελληνικής Μονάδας 1864, είναι εύλογο να εκτιμηθεί, ότι η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ, η ανταλλαγή τεχνογνωσίας , οι κοινές ασκήσεις υψηλού επιπέδου , τα ισραηλινά σύγχρονα πυραυλικά συστήματα που έχουν ενταχθεί επιχειρησιακά στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στον ελληνικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών, κυβερνοεπιθέσεων και επιχειρήσεων πληροφοριακού πολέμου, που καλείται να αντιμετωπίσει η ΜΟΝΑΔΑ 1864.
Και κάτι ακόμη με ιδιαίτερο πολιτικό συμβολισμό. Η δημόσια και ιδιαίτερα θερμή αναφορά του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια προς τον εφοπλιστή και ΔΩΡΗΤΗ Αθανάσιο Λασκαρίδη για τη χρηματοδότηση των νέων εγκαταστάσεων της Μονάδας 1864. Πιθανόν, να είναι και ένα κάλεσμα προς τους Έλληνες εφοπλιστές να συμβάλουν, στην ενίσχυση της αμυντικής ισχύος και της τεχνολογικής θωράκισης της χώρας.
Διότι στην εποχή του ψηφιακού πολέμου, η εθνική άμυνα δεν είναι αποκλειστικά υπόθεση του κράτους. Είναι υπόθεση ολόκληρου του έθνους.
