Σάββατο, 04 Ιουλίου 2026 11:03

Αντί-γνωμος: Η βιομηχανία της παπάτζας

Γράφτηκε από την

Αντί-γνωμος: Η βιομηχανία της παπάτζας

 

 

Γράφει ο Θύμιος Γεωργόπουλος

Υπάρχει μια παλιά πολιτική συνταγή που δεν αποτυγχάνει ποτέ. Όταν δεν μπορείς να λύσεις το πρόβλημα, φρόντισε να αλλάξεις τη συζήτηση.

Αν δεν μπορείς να μειώσεις την ακρίβεια, φτιάξε μια πλατφόρμα που θα δείχνει πόσο ακριβή είναι η……ακρίβεια.

Αν δεν μπορείς να υπερασπιστείς την πολιτική σου, ανακύκλωσε ιστορίες από το 2015 μέχρι να ξεχάσει ο κόσμος τι πλήρωσε χθες στο σούπερ μάρκετ.

Κι αν όλα αυτά δεν αρκούν, πλημμύρισε τον δημόσιο διάλογο με τόσο θόρυβο, ώστε κανείς να μην ακούει τα μπινελίκια και τις κατάρες που σου ρίχνουν.

Κυρίες και Κύριοι, καλώς ήρθατε στην εποχή του Posokanei και του πολιτικού bullshit. Καλώς ήρθατε στην μεγαλύτερη κυβερνητική επένδυση· στην βιομηχανία της παπάτζας.

Ας ξεκινήσουμε από την περίφημη πλατφόρμα Posokanei. Διαφημίστηκε περίπου ως επανάσταση υπέρ του καταναλωτή. Στην πράξη όμως, μοιάζει περισσότερο με εφαρμογή που σου υπενθυμίζει ότι σε κλέβουν…… με απόλυτη διαφάνεια. Είναι δηλαδή κάτι παρόμοιο με την «διαύγεια» της αισχροκέρδειας ή με την επίσημη ιστοσελίδα του……καρτέλ των τροφίμων.

Ας υποθέσουμε ότι μένω στη Γλυφάδα. Η εφαρμογή μου λέει ότι το γάλα στη γειτονιά μου κοστίζει 3 ευρώ, ενώ στα Άνω Λιόσια κοστίζει 2,90. Και τώρα τι ακριβώς περιμένει η κυβέρνηση; Να βάλω βενζίνη, να πληρώσω διόδια, να χάσω μιάμιση ώρα στον δρόμο για να εξοικονομήσω δέκα λεπτά; Μήπως στο επόμενο update θα προσφέρει και ελικόπτερο για τις μεγάλες προσφορές;

Το πρόβλημα της ακρίβειας δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε πόσο κοστίζουν τα προϊόντα. Το βλέπουμε κάθε φορά που φτάνουμε στο ταμείο. Το πρόβλημα είναι γιατί δεν πέφτουν οι τιμές. Γιατί στην Ελλάδα, όταν διεθνώς οι τιμές υποχωρούν, εδώ απλώς… ενημερώνεται η εφαρμογή.

Το Posokanei δεν αντιμετωπίζει την ακρίβεια. Την ψηφιοποιεί.

Και επειδή τα δύσκολα ερωτήματα είναι «δυσκοίλια», έρχεται το δεύτερο κόλπο: η χρονομηχανή.

Οι ίδιοι άνθρωποι που ειρωνεύονται την αντιπολίτευση ότι «μένει στο παρελθόν» έχουν καταφέρει ένα αξιοθαύμαστο κατόρθωμα. Να κυβερνούν το 2026, αλλά να κάνουν αντιπολίτευση στο 2015.

Grexit. Δημοψήφισμα. Capital controls. Πρέσπες. Μάτι. Τρίτο μνημόνιο.

Όλα επιστρέφουν σαν τηλεοπτικές επαναλήψεις Αυγούστου. Αν άνοιγε κανείς την τηλεόραση χωρίς να ξέρει ημερομηνία, θα πίστευε ότι οι εκλογές που έρχονται είναι πριν από δέκα χρόνια.

Αλήθεια όμως, αφού η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κοιτάζει μόνο μπροστά, γιατί έχει κολλήσει με τέτοια εμμονή στον καθρέφτη του παρελθόντος; Γιατί κάθε συζήτηση για την ακρίβεια, τους μισθούς ή τη στεγαστική κρίση καταλήγει σε αναδρομή στο δημοψήφισμα;

Η απάντηση είναι απλή. Το παρελθόν δεν ψηφίζει. Οι σημερινοί λογαριασμοί ψηφίζουν.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το μεγάλο όπλο: το bullshit.

Όχι ως μεμονωμένο ψέμα. Αλλά ως πολιτική τεχνική.

Ένα ασταμάτητο πολυβόλο από υπερβολές, μισές αλήθειες, ανακρίβειες και συνθήματα. Δεν έχει σημασία αν όλα είναι ακριβή. Σημασία έχει να ειπωθούν γρήγορα, δυνατά και πολλές φορές.

«Ο Τσίπρας χρέωσε τη χώρα 200 δισεκατομμύρια. Ο Τσίπρας έκλεισε τις τράπεζες. Ο Τσίπρας έφερε τα funds. Ο Τσίπρας έβαλε δεκαεννέα φόρους. Ο Τσίπρας κατέστρεψε τα πάντα.»

Μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα έχει εκτοξευθεί ένας ολόκληρος κατάλογος ισχυρισμών. Για να τους ελέγξεις έναν προς έναν χρειάζεσαι ώρες, στοιχεία, αριθμούς και χρόνο που φυσικά δεν θα σου δώσει ποτέ κανένα τηλεοπτικό πάνελ.

Αυτό είναι το πραγματικό πλεονέκτημα του bullshit. Δεν χρειάζεται να είναι αληθινό. Χρειάζεται να είναι γρήγορο.

Υπάρχει μάλιστα ένας γνωστός κανόνας: η ενέργεια που απαιτείται για να αντικρούσεις μια ανοησία είναι πολλαπλάσια από εκείνη που χρειάζεται για να την εκστομίσεις.

Γι’ αυτό και το μοντέλο δουλεύει. Ο ένας μιλάει για είκοσι δευτερόλεπτα. Ο άλλος χρειάζεται είκοσι λεπτά για να εξηγήσει γιατί τα πράγματα δεν είναι έτσι. Και μέχρι να τελειώσει, η συζήτηση έχει ήδη αλλάξει θέμα.

Δεν είναι ελληνική πατέντα. Ο Donald Trump το αξιοποίησε όσο λίγοι. Και ο Steve Bannon το είχε περιγράψει κυνικά: πλημμύρισε τον δημόσιο χώρο με τόσο θόρυβο ώστε κανείς να μην μπορεί να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από την προπαγάνδα.

Το ζητούμενο δεν είναι να πειστείς. Είναι να κουραστείς. Να βαρεθείς να ψάχνεις τι ισχύει. Να σηκώσεις τα χέρια ψηλά και να πεις «όλοι τα ίδια είναι».

Εκεί ακριβώς κερδίζει το bullshit.

Και όσο ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται γύρω από εφαρμογές που καταγράφουν την ακρίβεια αντί να τη μειώνουν, γύρω από φαντάσματα του 2015 αντί για τα προβλήματα του 2026 και γύρω από επικοινωνιακές καταιγίδες αντί για πολιτικές λύσεις, τόσο η ουσία θα εξαφανίζεται.

Η δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί με εφαρμογές εντυπωσιασμού ούτε με λεκτικά πυροτεχνήματα. Λειτουργεί όταν οι κυβερνήσεις κρίνονται για όσα κάνουν σήμερα, όχι για όσα θυμίζουν από χθες.

Γιατί ο πολίτης δεν γεμίζει το καλάθι του με αφηγήματα. Ούτε πληρώνει τον λογαριασμό του με αναδρομές στο 2015. Και όσο κάποιοι επιμένουν να αντιμετωπίζουν την κοινωνία σαν κοινό που αρκείται σε επικοινωνιακά κόλπα, τόσο περισσότερο θα αποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο προϊόν που παράγουν δεν είναι οι λύσεις.

Eίναι τα bullshits.

Στο κάτω κάτω της γραφής

“Όσο πιο χαζός ο χωριάτης, τόσο καλύτερα τον καταλαβαίνει το άλογο”.

 Άντον Τσέχωφ, Ρώσος συγγραφέας