Οι κυβερνήσεις σε Αθήνα και Άγκυρα ανταλλάσσουν εκ νέου διπλωματικά πυρά, σε μια συγκυρία που η τουρκική αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων συναντά μια νέα και σημαντική παράμετρο: την επιτάχυνση της ελληνικής αμυντικής θωράκισης και την προσπάθεια της Ελληνικής Κυβέρνησης να εντάξει την ασφάλεια του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου στον ευρύτερο ευρωπαϊκό σχεδιασμό.
Σε διάβημα διαμαρτυρίας προς το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών προχώρησε η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, κατόπιν οδηγιών του υπουργού Εξωτερικών, τόσο για τις τουρκικές ανακοινώσεις σχετικά με τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια όσο και για τις προεδρικές αποφάσεις της 15ης Αυγούστου περί ανακήρυξης δύο «εθνικών» θαλάσσιων πάρκων. Κατά την επίδοση του ελληνικού διαβήματος, το τουρκικό ΥΠΕΞ επέδωσε με τη σειρά του ρηματικές διακοινώσεις, επαναλαμβάνοντας τους ήδη γνωστούς ισχυρισμούς της Άγκυρας.
Η ελληνική πλευρά απέρριψε κατηγορηματικά τις τουρκικές αιτιάσεις ως αυθαίρετες και στερούμενες νομικής βάσης, υπογραμμίζοντας ότι το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο έχει καθοριστεί από τα σχετικά διεθνή συμβατικά κείμενα. Παράλληλα, χαρακτήρισε άκυρη και χωρίς έννομη ισχύ την τουρκική ανακήρυξη «εθνικών» θαλάσσιων πάρκων στον βαθμό που αυτά εκτείνονται εκτός τουρκικής δικαιοδοσίας και εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η εξέλιξη δεν είναι μεμονωμένη. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη τουρκική στρατηγική αμφισβήτησης, η οποία επιχειρεί να περιορίσει την άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων όχι μόνο μέσω ρητορικών και διπλωματικών παρεμβάσεων, αλλά και μέσω δημιουργίας πολιτικών και επιχειρησιακών τετελεσμένων.
Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Η πρόσφατη ελληνοϊσραηλινή συμφωνία για την ανάπτυξη πολυεπίπεδου αντιαεροπορικού, anti-drone και αντιβαλλιστικού συστήματος αποτελεί μέρος της ελληνικής «Ατζέντας 2030» και σηματοδοτεί την προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου μοντέλου αποτροπής, βασισμένου στη δικτύωση αισθητήρων, όπλων και συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.
Η Άγκυρα αντέδρασε έντονα. Ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν επανέφερε τις αιτιάσεις περί «στρατιωτικοποίησης» των ελληνικών νησιών και, με αναφορά στο Καστελλόριζο, προειδοποίησε ότι η Τουρκία θα κάνει «ό,τι είναι απαραίτητο». Η τουρκική αντίδραση έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή δείχνει ότι η «Ασπίδα» δεν αντιμετωπίζεται στην Άγκυρα ως ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Εκλαμβάνεται ως μεταβολή των στρατηγικών υπολογισμών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στο Άτυπο Συμβούλιο των υπουργών Άμυνας της ΕΕ στο Δουβλίνο. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας υποστήριξε ότι η «Ατζέντα 2030» και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελούν μια ολιστική απάντηση στις νέες απειλές, από τα drones και τους βαλλιστικούς πυραύλους έως τον κυβερνοχώρο και το Διάστημα. Παράλληλα, προανήγγειλε ότι θα αναδείξει στους Ευρωπαίους ομολόγους του την πρόκληση που συνιστά ο τουρκικός αναθεωρητισμός για την ασφάλεια της Ευρώπης.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη ελληνική στρατηγική επιλογή. Η Αθήνα επιχειρεί να μετατοπίσει το ζήτημα από το στενό πλαίσιο μιας διμερούς ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης και να το εντάξει στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος και η Θράκη δεν παρουσιάζονται πλέον μόνο ως περιοχές εθνικού ενδιαφέροντος, αλλά ως τμήμα του ευρωπαϊκού γεωπολιτικού χώρου.
Την ίδια λογική υπηρετεί και η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την ευρωπαϊκή άμυνα. Ο πρωθυπουργός ζήτησε ισχυρότερη και περισσότερο αυτόνομη Ευρώπη, ενιαία χρηματοδότηση της άμυνας και αυστηρές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή τρίτων χωρών στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα. Το μήνυμα είναι προφανές: η ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική δεν μπορεί να αγνοεί τις απειλές που αντιμετωπίζει ένα κράτος-μέλος.
Η διάσταση αυτή αποκτά πρόσθετο βάρος ενόψει της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Η Ελληνική Κυβέρνηση, πιθανόν νέο κυβερνητικό σχήμα, αφού θα έχουν προηγηθεί βουλευτικές εκλογές, θα έχει τότε τη δυνατότητα να συμβάλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ατζέντας, με την άμυνα, την προστασία των εξωτερικών συνόρων, την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και την ενεργειακή ασφάλεια να αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες.
Και υπάρχει μία ακόμη παράμετρος: Είναι η Τουρκία και η ευρωπαϊκή της προοπτική. Η Ελληνική Κυβέρνηση, έχει καταστήσει σαφές ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Άγκυρας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, την καλή γειτονία και την αποχή από απειλές κατά κράτους-μέλους, όπως το casus belli, που η Τουρκία αρνείται να καταργήσει . Επομένως, η ελληνική Προεδρία του 2027 μπορεί να αποτελέσει σημαντικό θεσμικό πεδίο για την ανάδειξη αυτής της αρχής: η ευρωπαϊκή προσέγγιση της Τουρκίας δεν μπορεί να είναι λευκή επιταγή.
Το κρίσιμο, συνεπώς, δεν είναι μόνο πόσα νέα οπλικά συστήματα θα αποκτήσει η Ελλάδα. Είναι , αν θα μπορέσει να μετατρέψει την αμυντική της αναβάθμιση σε ευρωπαϊκό στρατηγικό κεφάλαιο. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποκτά πραγματική αποτρεπτική αξία όταν συνοδεύεται από διπλωματική ισχύ, ευρωπαϊκές συμμαχίες και σαφή πολιτική βούληση.
Γιατί η τουρκική πίεση δεν αφορά πλέον μόνο το Αιγαίο. Αφορά το ποιος θα καθορίζει τους συσχετισμούς ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και, τελικά, αν η Ελλάδα θα είναι απλώς το ανατολικό σύνορο της Ευρώπης ή ενεργός διαμορφωτής της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Στη θεωρία παιγνίων, ορθολογικός δεν σημαίνει σώφρων. Σημαίνει παίκτης που γνωρίζει τι θέλει, μετρά τις αντιδράσεις του αντιπάλου και αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να βελτιώσει τη θέση του. Και η Άγκυρα έχει ήδη δώσει αρκετά στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο «παίζει» το γεωπολιτικό παιχνίδι.
Η Κύπρος απέδειξε ότι η Τουρκία μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα και να μεταφέρει το κόστος της αντίδρασης στον αντίπαλο. Στο Αιγαίο επιχειρεί να κάνει κάτι διαφορετικό, αλλά με την ίδια στρατηγική λογική: να διευρύνει σταδιακά το πεδίο της αμφισβήτησης και να μετρά τα όρια της ελληνικής και ευρωπαϊκής αντίδρασης δημιουργώντας τετελεσμένα.
Γι’ αυτό η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια να σχεδιάζει την άμυνά της με βάση το τι θα ήθελε να κάνει η Τουρκία ή το τι υποθέτει ότι θα πράξουν οι σύμμαχοι. Οφείλει να σχεδιάζει με βάση αυτό που η Άγκυρα έχει αποδείξει ότι μπορεί να κάνει.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από εξοπλισμός. Είναι μήνυμα στρατηγικής αυτοπεποίθησης: όποιος θέλει να αλλάξει τους συσχετισμούς, πρέπει πρώτα να υπολογίσει το κόστος.
