Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2026 20:30

Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος στον νέο χάρτη της ισχύος

Γράφτηκε από την

Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος στον νέο χάρτη της ισχύος

Του Χρήστου Καπούτση

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται ξανά σε περίοδο αυξημένης έντασης. Η Άγκυρα επαναφέρει στο προσκήνιο την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, χαρακτηρίζει την ελληνική αμυντική παρουσία «απειλή» και συνδέει τις επιλογές της Αθήνας με τις ευρύτερες στρατηγικές ανακατατάξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν, μάλιστα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα εργαλειοποιείται από τρίτες δυνάμεις (σ.σ. εννοεί το Ισραήλ) με τρόπο που, κατά την τουρκική άποψη, αποσταθεροποιεί την περιοχή και αποτελεί απειλή για την Τουρκία.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, απάντησε ότι ασκεί κυρίαρχα και ανεξάρτητα την εξωτερική της πολιτική, απορρίπτοντας ως στερούμενες νομικού ερείσματος τις τουρκικές αιτιάσεις περί αποστρατιωτικοποίησης. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών επανέλαβε παράλληλα ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την άμυνα και την ασφάλεια της επικράτειάς της και υπενθύμισε ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ το casus belli.

Η νέα ένταση δεν είναι, ωστόσο, ένα ακόμη επεισόδιο της γνωστής ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας έθεσε στο ίδιο κάδρο την παρουσία ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά, το Καστελλόριζο και τη στρατηγική αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ.

Ειδικά για το Καστελλόριζο, η Άγκυρα επικαλείται το καθεστώς των Παρισίων του 1947 και υποστηρίζει ότι η ελληνική στρατιωτική παρουσία δεν είναι συμβατή με τις σχετικές προβλέψεις. Η τουρκική επιχειρηματολογία αποκτά ιδιαίτερο βάρος από τη γεωγραφία. Το Καστελλόριζο δεν είναι για την Άγκυρα απλώς ένα μικρό ελληνικό νησί.

Το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, βρίσκεται σε σημείο όπου συναντώνται το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, η ΑΟΖ της Κύπρου και οι θαλάσσιες ζώνες της περιοχής. Γι’ αυτό και η στρατιωτική του διάσταση συνδέεται από την τουρκική πλευρά με τη συνολική στρατηγική παρουσία της Ελλάδας και τις σχέσεις της με το Ισραήλ.Το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας διαμαρτύρεται έντονα για την πιθανή εγκατάσταση στα ελληνικά νησιά ισραηλινών εκτοξευτών πυραύλων PULS, χαρακτηρίζοντας την, απειλητική για την Τουρκία και την περιφερειακή ασφάλεια.

Η ελληνική απάντηση είναι σαφής. Από το Καστελλόριζο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι «η Ελλάδα δεν απειλεί κανέναν, αλλά δεν δέχεται απειλές και υποδείξεις από κανέναν, συνδέοντας την αμυντική θωράκιση με την προάσπιση της εθνικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων».

Έτσι διαμορφώνεται μια νέα στρατηγική εξίσωση. Η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει πλέον μεμονωμένα το Καστελλόριζο ή την ελληνική στρατιωτική παρουσία. Τα εντάσσει σε ένα ευρύτερο πλέγμα: Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος, Ελλάδα–Ισραήλ και ενεργειακές και θαλάσσιες διαδρομές.

Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση εξελίσσεται μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον. Από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Μέση Ανατολή, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο, κρίσιμες θαλάσσιες αρτηρίες, ενεργειακές ροές και στρατιωτικές ισορροπίες δοκιμάζονται ταυτόχρονα.

Ο Ορμούζ και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ δεν είναι μακρινοί γεωγραφικοί τόποι χωρίς άμεση σχέση με το Αιγαίο. Είναι κρίσιμοι κόμβοι ενός ευρύτερου θαλάσσιου και ενεργειακού συστήματος που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με την Ευρώπη, μέσω της Αραβικής Θάλασσας, του Κόλπου του Άντεν, της Ερυθράς Θάλασσας, του Σουέζ και της Ανατολικής Μεσογείου.

Σε αυτόν τον γεωπολιτικό διάδρομο, η Ελλάδα βρίσκεται σε στρατηγική θέση. Αιγαίο, Κρήτη, Ανατολική Μεσόγειος, Σούδα και Αλεξανδρούπολη αποτελούν σημεία που αποκτούν αυξημένη σημασία για την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, την ενεργειακή διαφοροποίηση και τη σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με την Ευρώπη.

Γι’ αυτό και η τουρκική αντίδραση στην ελληνική αμυντική ενίσχυση δεν μπορεί να διαβαστεί αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα μιας διμερούς διαφοράς. Η Άγκυρα βλέπει την ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας, την ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συνεργασία και τη διεύρυνση των περιφερειακών συνεργασιών της Αθήνας μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον ισχύος.

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα αντιμετωπίζει την αμυντική θωράκιση ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και αποτροπής, ιδιαίτερα σε μια περιοχή όπου εξακολουθεί να υφίσταται η τουρκική απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Εδώ βρίσκεται και η δύσκολη ισορροπία.

Όταν η αμυντική κίνηση της μιας πλευράς ερμηνεύεται από την άλλη ως επιθετική ενέργεια, η αποτροπή μπορεί να μετατραπεί σε φαύλο κύκλο αμοιβαίας καχυποψίας. Και σε μια περιοχή ήδη φορτισμένη από πολέμους, ενεργειακές κρίσεις και ανταγωνισμούς ισχύος, ο κίνδυνος μιας λανθασμένης ανάγνωσης μεγαλώνει.

Το Αιγαίο δεν είναι απομονωμένο από τον γεωπολιτικό χάρτη. Είναι κρίκος του. Και όσο η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται όλο και περισσότερο με τις κρίσεις από τον Περσικό Κόλπο έως την Ερυθρά Θάλασσα, η γεωγραφία αποκτά ξανά την παλιά της δύναμη.
Η γεωγραφία γίνεται στρατηγική ευθύνη. Και η ενέργεια, γεωπολιτική ισχύς.

Και εδώ να κάνουμε μια διευκρίνηση: Η Τουρκία, όπως σήμερα το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, επικαλείται το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947, με το οποίο τα Δωδεκάνησα, μεταξύ αυτών και ηΡόδος και το Καστελλόριζο, παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα με πρόβλεψη περί αποστρατιωτικοποίησης. Αυτό είναι το νομικό επιχείρημα της Άγκυρας.

Υπάρχει όμως και το ευρύτερο πλαίσιο του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Το άρθρο 51 κατοχυρώνει το εγγενές δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας των κρατών σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης ή απειλής.
Άρα, η ελληνική θέση δεν είναι απλώς ότι «η Ελλάδα εξοπλίζεται επειδή το επιθυμεί».

Είναι ότι ένα κυρίαρχο κράτος έχει δικαίωμα να διασφαλίζει την εδαφική του ακεραιότητα και την εθνική του άμυνα, μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Ειδικά μάλιστα όταν απειλείται. Είναι σε ισχύ, η διακηρυγμένη από το 1995 τουρκική απειλή πολέμου, το γνωστό casusbelli, σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της ελληνοτουρκικής διαφοράς, που δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι βαθιά νομική, πολιτική, διπλωματική και τελικά γεωπολιτική.