Δευτέρα, 02 Σεπτεμβρίου 2013 22:24

Θνήσκουσα χώρα

Γράφτηκε από την
Θνήσκουσα χώρα

 

Του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου

Συγγραφέα  -  δημοσιογράφου

 

Είμαστε ό,τι η κληρονομικότητα μας επιφυλάσσει, ό,τι διατροφικά καταναλώνουμε, αλλά κυρίως ό,τι μας διαπαιδαγωγούν. Ενας άνθρωπος, τον οποίον η φύση προίκισε με ταλέντα και ευφυΐα, η έλλειψη κατάλληλης τροφής και βιταμινών μπορεί να τον αποδυναμώσει σωματικά και πνευματικά, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις του σε μια σειρά τομείς να είναι χαμηλές. Φαντασθείτε ένα άτομο με ταπεινό IQ, κακή σίτιση και ασήμαντη παιδεία. Πώς να διαχειριστεί τις καταστάσεις της ζωής του, με ολίγη αντίληψη, ελάχιστη τροφή, χαμηλή γνώση; Κι αν για την κληρονομικότητα και τα δώρα της, ευθύνη έχει ο Θεός, η φύση ή η μοίρα, ανάλογα με τις δοξασίες τους καθενός μας, η διατροφή και η παίδευση ανήκουν στον τομέα ευθύνης της ανθρώπινης κοινωνίας και των έργων της. 

Για πολλά χρόνια συντηρείτο η έριδα ανάμεσα σε κοινωνιολόγους, ψυχολόγους, γενετιστές και ανθρωπολόγους, για το αν η κληρονομικότητα παίζει βασικό ρόλο στην ψυχική και πνευματική ανάπτυξη της ύπαρξης. Υπήρξαν ακραίες φωνές και από τις δύο πλευρές. Αλλοι υποστήριζαν πως ο φονιάς είναι βιολογικό γέννημα και άλλοι κοινωνικό θρέμμα. Ευτυχώς επικράτησαν οι σώφρονες που κατέληξαν πως και τα δύο έχουν τη σημασία τους στα έλλογα και έμψυχα όντα. Με μία σημείωση ιδιαιτέρως σημαίνουσα. Ο χαρακτήρας, προερχόμενος εκ του αρχαίου «χαρακτήρος» που χάρασσε επιφάνειες, υποδηλώνει το έμφυτο «μαρκάρισμα» του καθενός μας από τη μάνα φύση. Αλλωστε το ρήμα «χαράσσω» επεξηγεί το παραπάνω σκεπτικό. Η εξυπνάδα, η ενόραση, η διαίσθηση, η ομορφιά, η ρητορική δεινότητα, στηρίζονται εν πολλοίς στις κληροδοτούμενες χορηγίες του χαρακτήρα. Αν ήταν επιτρεπτή μια καλλιτεχνική απεικόνιση, τα καλά του χαρακτήρα ο χρωστήρας θα τα αποτύπωνε με την όψη ενός Αδωνη, τα δε κακά με τη φιγούρα του Κουασιμόδου. Κανείς όμως δεν θα ευθυνόταν για την ομορφιά και την ασχήμια των δύο έργων, πλην του χρωστήρα που τα δημιούργησε. 

Με την προσωπικότητα όμως τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά! Η ευθύνη εναπόκειται πρωτίστως στην κοινωνία και δευτερευόντως στο ίδιο το άτομο. Η αφράτη ζύμη καθημερινώς πλάθεται. Οι γονείς, η γειτονιά, το σχολείο, η εκκλησία, οι φίλοι, η κοινωνική τάξη, ο λαός, η ήπειρος, η εποχή, όλα μα όλα παίζουν το ρόλο τους. Η γονεϊκή απόρριψη ή η φροντίδα δίνει τον τόνο της. Η αδιαφορία ή το ενδιαφέρον των γειτόνων επίσης. Ο φασίστας δάσκαλος ή ο δημοκράτης θα αποτελέσει τον άξιο παιδαγωγό ή το εφιαλτικό τέρας. Ο ανοιχτόμυαλος ιερέας ή ο συντηρητικός τιμητής θα απενοχοποιήσει τον έφηβο ή θα τον γεμίσει νευρώσεις με τα καζάνια της Κόλασης. Οι φίλοι θα τον αποδεχτούν ή θα τον χλευάσουν. Η κοινωνική του τάξη θα τον ενδυναμώσει ή θα τον απογοητεύσει. Ο λαός και το πολιτικό του σύστημα θα τον στηρίξουν ή θα τον καταποντίσουν. Η ήπειρος θα τον κάνει μετανάστη ή καταναλωτή. Η εποχή θα του γνωρίσει το Μεσαίωνα ή την Αναγέννηση. Και αν οι εσώτερες δυνάμεις του χαρακτήρα του  είναι ισχυρές, μπορεί ακόμα και με 28 χρόνια στα κάτεργα, με την ήπειρο να λέγεται Αφρική, με την οικογένεια απούσα, τον λαό αμαθή και υποταγμένο και την θρησκεία ρατσιστική ορντινάτσα, το άτομο να επιβιώσει και να αναπτυχθεί. Αρκεί στην ούγια να γράφει επί παραδείγματι… Νέλσον Μαντέλα. Ενδεχομένως, όμως, να γράφει και Πινοσέτ…

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ;

Και το ερώτημα που τίθεται είναι αμείλικτο, διαχρονικό και χρήζει απαντήσεως: Ενας λαός θα υπομένει καρτερικά την όποια τύχη του, αναζητώντας το ισχυρό DNA μιας μεσσιανικής προσωπικότητας, ή θα δημιουργήσει συνθήκες και προϋποθέσεις καλύτερης εποχής, καλύτερων γονέων, καλύτερου σχολείου, καλύτερης εκκλησίας, καλύτερης γειτονιάς, καλύτερης πολιτείας, έτσι ώστε, αν η τύχη συνδυάσει και τον χαρισματικό ηγέτη με τα παραπάνω, το αποτέλεσμα να είναι το ποθούμενο; Κι αν η απάντηση είναι «αναμένουμε τον σωτήρα ηγέτη μας», τουλάχιστον θα έχουμε τη δυνατότητα να τον ξεχωρίσουμε ή θα αναγορεύσουμε σωτήρια φυσιογνωμία ένα χαρβαντικό παιδαρέλι που το μόνο του κατόρθωμα είναι ότι σπούδασε με τα λεφτά του μπαμπά του και φορεί κονκάρδα που γράφει «θέλω να κυβερνήσω»; 

Αντε να περιμένουμε άλλα δυόμισι χιλιάδες χρόνια μέχρι να διασταυρωθούμε με έναν Θεμιστοκλή ή Περικλή: Με ποια κριτήρια θα τον εκτιμήσουμε; Αν κρίνω από τα μέχρι τώρα συμβάντα, όπου επιχειρήθηκε αποτίμηση προσωπικοτήτων που ενεφανίσθησαν ως σωτήρες ηγέτες, τα κριτήριά μας ήταν ελαστικά, ασταθή και γιατί όχι καιροσκοπικά. Δεν δικαιολογείται ο λαός που προσέφερε τόσο αίμα στην επανάσταση του 1821, αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς να φωνάζει στο Σύνταγμα «φέρτε μου ένα βασιλιά»! Κι όταν διαπιστώνει πως δεν του κάνει ως  βασιλιάς ο Οθωνας και τον  διώχνει το 1862, να ξαναφωνάζει «φέρτε μου άλλον βασιλιά» και να υποδέχεται με ζητωκραυγές τον Γεώργιο τον Α'! Ούτε έχει αλάθητο κριτήριο ένας λαός που ωρύεται στις κερκίδες του Παναθηναϊκού Σταδίου επευφημώντας τους συνταγματάρχες της χούντας, 7 χρόνια αργότερα ωρύεται στο στάδιο Καραϊσκάκη «δώστε τη χούντα στο λαό», και βγάζει τελευταίο βουλευτή τον άνθρωπο που αποπειράθηκε να σκοτώσει τον δικτάτορα, ενώ παράλληλα επιβραβεύει ως πρώτους κάποιους Ακηδες, που πίνανε σαμπάνια στο Μόναχο και το Παρίσι όταν εκείνου του τρυπούσαν με καυτή βελόνα τη βάλανο. 

Επίσης δεν μπορεί να έχει σωστό κριτήριο ένας λαός που, παρότι είχε χιλιάδες θύματα από το ναζισμό, ένα σημαντικό ποσοστό σημερινών πολιτών του ορέγεται τους νοσταλγούς του. Επιπλέον δεν μπορεί ο λαός αυτός που αναζητά έναν σωτήρα και τον αναμένει ως πολιτικό μεσσία, να προσφωνεί πρώτο πολίτη της χώρας του έναν αδρανοποιημένο Πρόεδρο, που απλώς υπογράφει την καταδίκη του κατ' εντολήν της τετραετούς χούντας των δανειστών.

Συνεπώς βάσει ποιων εχεγγύων τα κριτήρια του λαού αυτού μπορεί να θεωρηθούν αξιόπιστα;  

Ας πάρουμε την άλλη εκδοχή, να δημιουργήσουμε ανεξάρτητα από σωτήρες και ηγέτες τις προϋποθέσεις για μια καλύτερη χώρα, μια σοφότερη πολιτεία, έναν καλύτερο λαό, που θα στηρίζεται στην πρόοδο μέσω της παιδείας, των κοινωνικών θεσμών και της ισότιμης αντιμετώπισης όλων των πολιτών. Ποιες οι ενέργειές που οφείλουμε να κάνουμε; Εδώ υπάρχει απάντηση; Γιατί το ερώτημα αυτό κρύβει όλο το πρόβλημα που διαιωνίζεται ανά τους αιώνες. Η αλλαγή του συστήματος, επί παραδείγματι, θα διαμορφώσει σπουδαίες προσωπικότητες, καθότι με τον εκ γενετής χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου δεν μπορούμε να τα βάλουμε; Και ποιο είναι το υπάρχον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που ευελπιστούμε να αντικαταστήσουμε; 

Ας δώσω εγώ για την οικονομία του αρθρογραφικού διαλογισμού την απάντηση: Ο καπιταλισμός.

Ωραία λοιπόν, ας ανατρέψουμε το καπιταλιστικό τέρας με κάτι άλλο. Ποιο θα είναι αυτό; Ο σοσιαλισμός, η σοσιαλδημοκρατία, ο κομουνισμός, κάτι άλλο καινούργιο, οτιδήποτε τέλος πάντων αρκεί να αποτινάξουμε από πάνω μας τη λαίλαπα που πουλά μέχρι και όργανα παιδιών, για να πλουτίζουν τα ανθρωπόμορφα κτήνη του χρηματοκεντρικού οραματισμού. Με ποιες μεθόδους θα συμβεί αυτό; Ενοπλη επανάσταση; Γκαντική διαμαρτυρία; Συγκεντρώσεις πλατειών; Προσευχή;

Αγαπητοί αναγνώστες, όταν διαφωνείς με ένα σύστημα και διατυμπανίζεις πως αγωνίζεσαι για την ανατροπή του, δεν το υπηρετείς κοινοβουλευτικά με εκπροσώπους σου. Δεν αρνιέσαι την καπιταλιστική Ευρώπη και το Ευρωκοινοβούλιο, αλλά στέλνεις τα στελέχη σου να συμμετάσχουν ως ευρωβουλευτές επ΄ αμοιβή. Δεν αρνιέσαι τα μπράτσα της Χρυσής Αυγής στα πάνελ για τα μάτια του κόσμου, αλλά συνυπολογίζεις την ψήφο της στις αποφάσεις του Κοινοβουλίου. Δεν αρνιέσαι τον Ομπάμα, αλλά κοκορεύεσαι που έχεις τις ευλογίες του Λευκού Οίκου. Δεν αρνιέσαι το ευρώ αλλά το υπομένεις. Δεν αρνιέσαι την αστική δικαιοσύνη και ζητάς τη χάρη της. Κυρίως δεν αρνιέσαι το καταναλωτικό σύστημα και το χλευάζεις μέσα από τα ράφια του ΙΚΕΑ.

 

ΧΡΥΣΗ ΤΟΜΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ 

Οταν φτύνεις κατάμουτρα κάτι, αρνιέσαι να γλύψεις ακόμα κι ένα κοκαλάκι απ το πιάτο που απαξίωσες. Μεταξύ του βιαστή και του βιαζομένου δεν υπάρχει μέσος όρος, χρυσή τομή, κεντροαριστερά ή κεντροδεξιά άποψη. Η θέση που θα πάρεις, σου κατατάσσει στρατόπεδο. Η δημοκρατία απαιτεί ώριμους πολίτες. Η διατύπωση αυτή δεν αφορά μόνο στα γραπτά του Πλάτωνα, αλλά και στην κάθε μορφή κοινωνικής δράσης. Πώς μπορούν όμως πολίτες, μη ώριμοι, να ανατρέψουν ένα κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα, που πρωτίστως είναι σύστημα τραπεζικών και καταναλωτικών αξιών; Πώς μπορεί κάποιος να αποκαλείται κομμουνιστής και να διαθέτει αλαβάνεια περιουσιακά στοιχεία; Πώς μπορεί κάποιος να επαγγέλλεται σοσιαλισμό και να διαθέτει παπανδρεϊκό αμοραλισμό και βενιζελική λήθη; Πώς μπορεί κάποιος να αυτοαποκαλείται αριστερός και να συγχρωτίζεται με φίλους του Αχμαντινετζάντ που κρεμά έφηβους στις πλατείες; Πώς μπορεί κάποιος να κομπάζει πως είναι Ελληνας εθνικιστής και να υμνεί το ναζισμό που αιματοκύλισε την Ελλάδα; Πώς μπορεί κάποιος να επικαλείται πως είναι δεξιός και ταυτόχρονα να ψεύδεται πως νοιάζεται για τους εργαζομένους, όταν το εργοδοτικό κατεστημένο είναι η έννοια του;

Υπάρχει και το ενδεχόμενο ουδείς από τις παραπάνω περιπτώσεις να γνωρίζει το λάθος του. Τότε εκατό τοις εκατό δεν είναι ώριμος πολίτης για να έχει θέση στην Πολιτεία του Δήμου. Πιθανόν όμως και να γνωρίζει, οπότε να υποδύεται ρόλο άθλιο και ελεεινό. Σ΄ αυτή την περίπτωση κανένα ποσοστό δεν μπορεί να απεικονίσει την εγκληματική ανωριμότητά του.

Τελικά ποια εκδοχή μας απομένει να διαλέξουμε και ποια απάντηση κρύβει το εφικτό, που ανεξαρτήτως του κάθε χαρακτήρα, καλού ή κακού, η προσωπικότητα του πολίτη θα διαμορφωθεί έτσι που να επιβάλλεται με την ωριμότητά της στο έμφυτο του χαρακτήρα, στις αναγκαιότητες ανατροπής συστημάτων, αλλά και της επιλογής πολιτικών και κοινωνικών θεωριών; 

Η δική μου απάντηση είναι πολύ απλή, αλλά εξόχως κουραστική. Η Γνώση. Γνωρίζω… σημαίνει παύω να φοβούμαι και να υπακούω. Αντίθετα «πιστεύω», σημαίνει πιθανολογώ ή δογματικά αποδέχομαι. Μόνο που οι αλλαγές της Αρχαίας Αθήνας προήλθαν εκ της Γνώσεως των ώριμων -στην πλειοψηφία τους- πολιτών της, γι' αυτό και η συμμετοχή τους στην άμεση δημοκρατία ήταν καθολική στην Πνύκα. Για να επιτύχουμε όμως την άμεση δημοκρατία, οφείλουμε να γνωρίζουμε ποιους θα ακούμε, ποιους θα συναναστρεφόμαστε και ποιους θα χειροκροτούμε. Κι αν η κατά Σμαραγδή μαντινάδα, μας προσφέρει Γνώση, καλώς να την τραγουδήσουμε πανελληνίως. Διαφορετικά, ας ψάξουμε γιατί εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως αν φύγουμε από το ευρώ, θα πεθάνουμε, ενώ ήδη μας κηδεύουν σε μια θνήσκουσα χώρα. 

Ο Σαρλ Ντε Γκωλ έγραψε κάποτε: «Προκειμένου να γίνει αφέντης ο πολιτικός προσποιείται τον υπηρέτη». Ο Θουκυδίδης όμως τον προλαμβάνει και δίνει την απάντηση απ΄ το 390 π.Χ.: «Το εναντιούμενον τω δυναστεύοντι δήμος ωνόμασται», δηλαδή: «Αυτό που εναντιώνεται στο δυνάστη λέγεται λαός». Αρκεί να γνωρίζει το δυνάστη του… θα σημείωνε η αφεντιά μου.

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


NEWSLETTER