Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2022 20:01

Μνημειακά και αρχαιολογικά του Νέδοντα

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Μνημειακά και αρχαιολογικά του Νέδοντα

 

“Μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς τα φράγματα του Νέδοντα” ήταν ο τίτλος ενδιαφέροντος άρθρου – ερώτησης της περιφερειακής συμβούλου Δήμητρας Λυμπεροπούλου. Σπεύδω να συμφωνήσω καθώς ορισμένα έχουν ηλικία ακόμη και 100 χρόνων, τα περισσότερα έγιναν τη δεκαετία του 1930-1940 και έσωσαν την πόλη από τις πλημμύρες.

Παρέμβαση βασισμένη στη μελέτη του Ελβετού Παγιαρόλα τη δεκαετία 1920-1930 με ορισμένες προσαρμογές, κατασκευές κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και άπειρη δουλειά… χειροποίητη. Μια διαδικασία που συνεχίστηκε τα μεταπολεμικά χρόνια για μια 20ετία περίπου, πολλοί από τα χωριά της Αλαγονίας είχαν εργαστεί εκείνες τις δύσκολες εποχές στις κατασκευές. Στα φράγματα θα πρόσθετα και την κατασκευή των τοίχων εγκιβωτισμού της κοίτης, αλλά και αυτών της ζώνης υπερχείλισης που σώζονται βορειότερα της γέφυρας της οδού Σπάρτης. Λιθοδομή σε όλο το μήκος περίτεχνη και ανθεκτική στις πιέσεις, μνημείο τεχνικής διευθέτησης χειμάρρων μιας εποχής πριν από 100 και περισσότερα ίσως χρόνια.

Με αφορμή λοιπόν το άρθρο που προαναφέρθηκε και την μνημειακή αξία του Νέδοντα που προσθέτει “υπεραξία” στη φυσική του, βρήκα την ευκαιρία να παρουσιάσω την άγνωστη στον κόσμο αρχαιολογική αξία του Νέδοντα. Στοιχείο εντοπισμένο από το 18ο αιώνα που εδραιώθηκε από την έρευνα του Καθηγητή Πανεπιστημίου Ανδρέα Σκιά το 1901, όταν με εντολή της αρμόδιας υπηρεσίας παρασκεύασε γύψινα εκμαγεία “των εντός της βραχώδους χαράδρας του χειμάρρου Νέδοντος επί των βράχων εγκεχαραγμένων αρχαϊκών επιγραφών”. Κάτι που έκανε και παρουσίασε 10 χρόνια αργότερα με τη μελέτη του που δημοσιεύτηκε στην έκδοση “Αρχαιολογική Εφημερίς” το 1911. Μετά από 10 χρόνια ένας σπουδαίος ερευνητής, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Γιάννης Α. Πίκουλας, ακολούθησε αυτή τη διαδρομή αναζητώντας τα στοιχεία που είχαν σωθεί από την έρευνα του Ανδρέα Σκιά. Με τη βοήθεια ντόπιων εξερεύνησε την περιοχή και διαπίστωσε ότι τα περισσότερα υπήρχαν, ορισμένα μάλιστα είχαν εντοιχιστεί σε φράγμα και σκάλα. Πριν παρουσιάσουμε τα σωζόμενα μέχρι πριν λίγα χρόνια ευρήματα του Σκιά, θα ήταν χρήσιμο να παραθέσουμε την τελευταία φράση του Καθηγητή Γιάννη Α. Πίκουλα: “Μετά τα παραπάνω, θέλω να πιστεύω ότι οι πολίτες της Καλαμάτας όχι μόνον θα δούν τον Νέδοντα «με άλλο μάτι», αλλά θα ενδιαφερθούν έμπρακτα και για τον καθαρισμό και την εφεξής προστασία του”. Μια πρόκληση που ισχύει τώρα πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Οπως γράφει μετά το λατομείο Μπάκα “πρέπει κάποιος να διανύσει 750 μ. μέχρι να φθάσει στα αλώβητα κάθετα τοιχώματα του Νέδοντος το δεξιό/δυτικό μάλιστα είναι αυτό που φέρει το γνωστό στους ηλικιωμένους γηγενείς μικροτοπωνύμιο Λιθωμένο Φίδι. Η άνοδος του Νέδοντος είναι φυσιολατρική στο κατώτερο τμήμα του, όπου έχουν κατασκευασθεί τέσσερα αλλεπάλληλα φράγματα ανάσχεσης (ένα πέμπτο και πρώτο από νότο βρίσκεται νοτιότερα, πριν από το λατομείο), για τη συγκράτηση των φερτών υλικών και τον περιορισμό της ορμής των νερών σε μεγάλες κατεβασιές, ώστε να προστατεύεται η Καλαμάτα από πλημμύρες. Τα φράγματα εκτός από τα αδρανή υλικά συγκρατούν και τα σκουπίδια, αφού το ανώτερο τμήμα του λειτουργεί, δυστυχώς, ως χωματερή από τον υπερκείμενό του ασφαλτόδρομο προς Αρτεμισία και Σπάρτη, μεταξύ άλλων πλαστικά, ελαστικά αυτοκινήτων, οικιακές συσκευές, μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα!

Μέσα, λοιπόν, στην κοίτη του Νέδοντος και στο νοτιότερο τμήμα του ήταν γνωστές, ήδη, από τον 18ο και ιδίως τον 19ο αιώνα τέσσερις αρχαίες επιγραφές, χαραγμένες στη βραχώδη όχθη. Τον Αύγουστο του 1901 ο παραθερίζων τότε στην Καλαμάτα αρχαιολόγος της Υπηρεσίας Ανδρέας Ν. Σκιάς έλαβε εντολή να κατασκευάσει γύψινα εκμαγεία των συγκεκριμένων επιγραφών. Η επισταμένη αυτοψία του Σκιά στον Νέδοντα απέφερε τρεις ακόμη επιγραφές, το σύνολο, λοιπόν, επτά. Τα αποτελέσματα των ερευνών του τα δημοσίευσε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1911. Στο δημοσίευμα, εκτός από την πλήρη δημοσίευση των επιγραφών, ο Σκιάς κατέγραψε και την πολύτιμη πληροφορία ότι οι επτά επιγραφές του Νέδοντος σχετίζονται αλληλένδετα με την ύπαρξη «λαξευτής οδού», της οποίας περιέγραψε λεπτομερώς τέσσερα διασωθέντα, το 1901, τμήματα.

Παραθέτω συνοπτικώς τις παρατηρήσεις του Σκιά για τη λαξευτή οδό. Η οδός σωζόταν σε τρία σημεία στην αριστερή βραχώδη όχθη του Νέδοντος, την οποία είχαν λαξεύσει σε δίοδο με πλάτος 1,80 μ., κυμαινόμενο ύψος από την κοίτη περί τα 5 μ. με 3 μ., και με ισχυρές κλίσεις του οδοστρώματος, ώστε να σημειώνει «λίαν κεκλιμένη, έχουσα κλίσιν περίπου 18%, ώστε διάβασις αμάξης δι' αυτής είνε τελείως αδύνατος, δεν φαίνονται δε ουδαμού ίχνη τροχών...». Ενα τέταρτο σημείο λαξευμένης οδού σημειώνει στην απέναντι δεξιά όχθη, ενώ τα κατάλοιπα διασώζονταν αποσπασματικά σε συνολικό μήκος 400 μ..

Από τις αρχές της δεκαετίας του '80, ανεζήτησα τα του Σκιά, χωρίς επιτυχία, πρωτίστως από την έλλειψη γηγενών οδηγών. Επιτέλους, το θέρος του 2010 κατέστη εφικτή η οργανωμένη αυτοψία, χάρις στην έκθυμη συμπαράσταση της οικείας Εφορείας. Παραθέτω, λοιπόν, τα δεδομένα: Η λαξευμένη οδός, ευτυχώς, διατηρήθηκε έως σήμερα σε δύο τμήματά της αλώβητη -από τα τέσσερα που είχε εντοπίσει ο Σκιάς, πρωτίστως λόγω θέσεως, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα μελέτης και ασφαλούς επανερμηνείας της. Επιπλέον, από τις επτά επιγραφές διασώζονται οι πέντε, αφού δύο εντοιχίστηκαν-ενσωματώθηκαν στο εκεί κατασκευασθέν φράγμα ανάσχεσης.

1. Το πρώτο κατάλοιπο της οδού διασώζεται περί τα 600 μ. μετά το λατομείο και στην αριστερή ανατολική όχθη. Κατεύθυνση ΝΔ - ΒΑ, μήκος 7,60μ., πλάτη οδοστρώματος 0,05- 0,40- 1,40- 1,80 μ. σημερινό ύψος από την κοίτη 1,80 μ. Στο μέτωπο του εκβραχισμού (παρειά της οδού) σώζεται η επιγραφή IG V1, 1362a.

2. Το δεύτερο κατάλοιπο της oδού προσδιορίζεται εύκολα, αφού το νεώτερο φράγμα (1950) θεμελιώθηκε εν μέρει επάνω του. Απέχει από το πρώτo 15, 50μ., διάστημα στο οποίο η αριστερή όχθη εισέχει κάμπεται ελαφρώς, εξαιτίας της συμβολής νεροπαρσιάς από τα ανατολικά. Κατεύθυνση σχεδόν Ν- Β, συνολικό μήκος 5 μ., 5,40 μ. καμπή και 9, 60 μ. σε ευθεία, πλάτη οδοστρώματος 0,05- 0,50- 1,40- 1,60 μ. ύψος από την κοίτη 6.40μ. Στο μέτωπο του εκβραχισμού (παρειά της οδού) σώζονται τέσσερις επιγραφές, οι IG V1, 1362d-f (h f διπλή).

Εδώ ο Σκιάς παρετήρησε επί του οδοστρώματος «τέσσερες εγκαρσίους αύλακες», σημειώνοντας ότι «είνε όλως άδηλον εις τί εχρησίμευον» και τρεις τετράπλευρες κόγχες στον εκβραχισμό της παρειάς της οδού. Σήμερα διατηρούνται μόνον οι δύο νοτιότερες αύλακες οι άλλες δύο, μαζί με τις κόγχες και δύο επιγραφές (IG V1, 1362b,c), έχουν ενσωματωθεί στην κλίμακα και στο φράγμα. Διαστάσεις αυλάκων, νοτιότερη, 1,30 μ. Μήκος, 0,40 μ. πλάτος 0,10 μ. και βάθος στα 2,06 μ. Η επόμενη 1,50 μ. Μήκος, 0,45 μ. πλάτος και 0,125 μ. βάθος,

3. Ο Σκιάς σημείωσε ως 3ο τμήμα της οδού λάξευμα στη δεξιά/δυτική όχθη «100 βήματα νοτιώτερον του προηγουμένου», και πρώτο από τα νότια, δηλαδή την Καλαμάτα. Η ταύτισή του είναι ασφαλής λόγω της διασωθείσης επιγραφής, ΙG V1, 1362g. Βρίσκεται, περί τα 150 μ. νοτιότερα των δύο παραπάνω τμημάτων της αριστερής/ανατολικής όχθης και σχεδόν 0, 20μ. από την κοίτη. Εδώ σε εκβραχισμό μήκους 2,30 μ. και ορατού ύψους 0,90 μ. σώζεται μέσα σε πυκνή βλάστηση η 1G V1, 1362g. Τίποτε, όμως, δεν δικαιολογεί ότι από εδώ διερχόταν η λαξευμένη οδός. Η παρουσία της επιγραφής δεν συνεπάγεται ότι η οδός θα άλλαζε όχθες στη διαδρομή της, γεγονός που καθιστά απαγορευτικό και η μορφή της κοίτης, αμμώδης, ευρεία και επίπεδη σε αυτό το σημείο.

Δεν κατέστη δυνατόν να εντοπίσουμε το τέταρτο τμήμα του Σκιά «300μ. βορειότερον του πρώτου». Ελέγξαμε επισταμένα την κοίτη, ιδίως μεταξύ των δύο φραγμάτων, χωρίς ευρήματα. Η έρευνα επεκτάθηκε έως τα Διπόταμα, τη συμβολή του ρέματος από τα Λαδοκάρβελα στον Νέδοντα (νεώτερο γεφύρι στο 12ο χλμ. από Καλαμάτα για Σπάρτη) αλλά έτερον ουδέν. Σημειώνω ότι σήμερα εντυπωσιάζουν, και δυσκολεύουν τη διάσχιση, συχνά τεράστιοι βράχινοι όγκοι, αποσπασμένοι από ψηλά. Ο μεγάλος σεισμός του Σεπτεμβρίου 1986 είχε και αυτός τις συνέπειές του σε κατολισθήσεις μεγάλης κλίμακος. Το μείζον, όμως, είναι η ερμηνεία της κατασκευής ενός τόσου μεγάλου τεχνικού έργου, όπως η λαξευτή αμαξήλατος οδός του Νέδοντος. Ο Σκιάς την ερμηνεύει «οδός άγουσα πρός τι ιερόν περαιτέρω που της χαράδρας ιδρυμένον, ωρισμένη δε εις διάβασιν πεζοπορούντων προσκυνητών». Συνεχίζω την υπόθεσή του -ο οποίος σωστά επισημαίνει πώς «η κατασκευή αυτής απήτει μεγάλην δαπάνην»- ότι η οδός μάλλον ανέβαινε τον Νέδοντα για να καταλήξει στον Βόλιμο και το πολυθρύλητο ιερό της Αρτέμιδος. Η τελική άνοδος, από την κοίτη στο υψίπεδο του ιερού, θα γινόταν εύκολα για πεζοπόρους, αφού τα αρχικά, κάθετα τοιχώματα του Νέδοντος εξομαλύνονται κοντά στο ιερό. Εάν επρόκειτο για αμαξιτή οδό, που βάσιμα πιθανολογώ, τότε θα ανέβαινε την κοίτη ακόμη πιό ΒΑ για να προσεγγίσει το ιερό με κυκλοτερή καμπή προς τα πίσω, ΝΔ, όπως περίπου ο σημερινός χωματόδρομος. Σημειώνω ότι δεν ήταν δυνατόν να μην υπήρχε αμαξήλατος οδός από τις Φαρές προς τον Βόλιμο, όταν στο ίδιο ιερό οδηγούσαν αποδεδειγμένα δύο ακόμη αμαξιτοί άξονες, υποδεικνύοντας τη σημασία του ως προορισμού: αυτός από τη Σπάρτη διαμέσου του Μαλεβο και ένας δεύτερος από τη νότια Μεγαλοπολίτικη και την Πολιανή, όπως μαρτυρούν οι εντοπισθείσες αρματροχιές τους.

Ως κατακλείδα για τον προορισμό της οδού σημειώνω ότι δεν υπάρχει και άλλη δυνατότητα προσεγγίσεως από τις Φαρές του σημαίνοντος ιερού της Αρτέμιδος στον Βόλιμο, παρά μόνον από τον Νέδοντα. Η λαξευμένη οδός, ως μείζον τεχνικό έργο, πρέπει να εξυπηρετούσε σημαίνοντα προορισμό παράλληλα, με μία τέτοια διαδρομή επικοινωνούσαν με τις Φαρές και οι οικισμοί στη λεκάνη απορροής του Νέδοντος, τα νεώτερα Πισινοχώρια. Αντιστοίχως, πριν από τη διάνοιξη του ασφαλτόδρομου για τη Σπάρτη (στην αριστερή ανατολική πλευρά του Νέδοντος) η Καλαμάτα επικοινωνούσε με την Αρτεμισία/Τσερνίτσα, την Αλαγονία/Σίτσοβα και τα άλλα Πισινοχώρια μέσω της δεξιάς/δυτικής όχθης του Νέδοντος, με το καλοκατασκευασμένο μονοπάτι, ενίοτε στο στεφάνι της βραχώδους πλευράς. Διευκρινίζω ότι η ερμηνεία των επιγραφών, ίσως αναμνηστικών, χρήζει ιδιαίτερης μελέτης, αφού στη βιβλιογραφία παραμένουν αμφιλεγόμενες, ακόμη και για τη μεταγραφή τους. Μετά τα παραπάνω, θέλω να πιστεύω ότι οι πολίτες της Καλαμάτας όχι μόνον θα δουν τον Νέδοντα «με άλλο μάτι», αλλά θα ενδιαφερθούν έμπρακτα και για τον καθαρισμό και την εφεξής προστασία του”.

Μια επιχείρηση καθαρισμού και στερέωσης των υπαρχόντων φραγμάτων και κατασκευής νέων, θα μπορούσε να συνδυαστεί με την ανάδειξη της αρχαιολογικής κληρονομιάς που αποτυπώνεται χαραγμένη στους βράχους του Νέδοντα και να τον καταστήσει κορυφαίο φυσιολατρικό προορισμό, κεφάλαιο ανεκτίμητο για την πόλη.

* Τα κείμενα Ανδρέα Σκιά και Γιάννη Πίκουλα υπάρχουν αυτούσια στο https://aristomenismessinios.blogspot.com/

** Στη φωτογραφία η λαξευτή οδός και το φράγμα με λήψη από δυτικά

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


NEWSLETTER