Το συμπέρασμα αυτό προέκυψε από την παρουσίαση της μελέτης για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις παραγωγικές περιοχές ελαιοκαλλιέργειας της Μεσσηνίας, κατά την οποία οι επιστήμονες έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για την αύξηση της θερμοκρασίας και τη μείωση των διαθέσιμων υδατικών πόρων.
Η επίσημη παρουσίαση της μελέτης με τίτλο «Μελέτη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στις παραγωγικές περιοχές ελαιοκαλλιέργειας της Μεσσηνίας» πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Επιμελητηρίου Μεσσηνίας. Η εκδήλωση συγκέντρωσε το ενδιαφέρον πλήθους παραγωγών, ελαιοτριβέων και εκπροσώπων της αυτοδιοικητικής και πολιτικής ηγεσίας του τόπου, οι οποίοι κατέκλυσαν την αίθουσα.
Την έρευνα εκπόνησε το Τμήμα Γεωλογίας (Τομέας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετά από πρωτοβουλία του Ιδρύματος Καπετάν Βασίλη και Κάρμεν Κωνσταντακόπουλου, σε συνεργασία με το Επιμελητήριο Μεσσηνίας και τον Αγροτικό Ελαιουργικό Συνεταιρισμό Ένωση Μεσσηνίας.
ΟΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
Η καθηγήτρια Κλιματολογίας Δρ. Χριστίνα Αναγνωστοπούλου παρουσίασε τα κλιματικά δεδομένα, τονίζοντας ότι η κλιματική αλλαγή αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά το μέλλον της ελαιοκαλλιέργειας στη Μεσσηνία, με τις υψηλότερες θερμοκρασίες, τη μείωση των χειμερινών βροχοπτώσεων και την αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων να αποτελούν τις βασικές προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών.
Η ερευνήτρια υπογράμμισε ότι η λεκάνη της Μεσογείου αποτελεί μία από τις πλέον ευάλωτες περιοχές του πλανήτη στην κλιματική αλλαγή, καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας είναι ήδη μεγαλύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Για τη Μεσσηνία, τα μοντέλα προβλέπουν περαιτέρω άνοδο της θερμοκρασίας σε όλους τους μήνες του έτους, με το αισιόδοξο σενάριο να προβλέπει αύξηση 1 έως 2 βαθμών Κελσίου και το δυσμενές σενάριο άνοδο άνω των 3 βαθμών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι θερινές θερμοκρασίες θα μπορούσαν να αυξηθούν ακόμη περισσότερο.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη μείωση των χειμερινών βροχοπτώσεων, οι οποίες αποτελούν τη βασική πηγή αναπλήρωσης των υδατικών αποθεμάτων της περιοχής. Παράλληλα, η αύξηση της εξατμισοδιαπνοής λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας αναμένεται να εντείνει τις ανάγκες άρδευσης. Σύμφωνα με την παρουσίαση, η διαχείριση του νερού θα αποτελέσει τον σημαντικότερο παράγοντα προσαρμογής της γεωργίας στις νέες συνθήκες.
Η κ. Αναγνωστοπούλου προειδοποίησε επίσης για συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως έντονες βροχοπτώσεις, χαλαζοπτώσεις και μεσογειακούς κυκλώνες, οι οποίοι μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές στις καλλιέργειες και στις υποδομές. Όπως ανέφερε, οι βροχές του μέλλοντος θα είναι πιθανότατα πιο έντονες και συγκεντρωμένες σε μικρό χρονικό διάστημα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη έργων αποθήκευσης και αξιοποίησης των υδάτων.
Σε ό,τι αφορά την ελιά, σημείωσε ότι οι ηπιότεροι χειμώνες και οι υψηλότερες θερμοκρασίες μπορούν να επηρεάσουν κρίσιμα στάδια του βιολογικού της κύκλου, οδηγώντας σε πρωιμότερη άνθηση και ενδεχομένως σε μειωμένη παραγωγή. Παράλληλα, εκτίμησε ότι οι μη αρδευόμενες ελαιοκαλλιέργειες θα αντιμετωπίσουν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες στο μέλλον.
Κλείνοντας, η καθηγήτρια τόνισε ότι η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον ένα μελλοντικό ενδεχόμενο αλλά μια πραγματικότητα που απαιτεί άμεσο στρατηγικό σχεδιασμό. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η προσαρμογή της ελαιοκαλλιέργειας αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της Μεσσηνίας, με αιχμές τη σωστή διαχείριση του νερού, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών και τη χρήση σύγχρονων εργαλείων κλιματικής πρόγνωσης.
ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΏΝ
Η μεγαλύτερη πρόκληση που φέρνει η κλιματική αλλαγή για τον μεσσηνιακό ελαιώνα δεν είναι μόνο η έλλειψη νερού, αλλά η ανάγκη να ανατραπούν πολλές από τις καλλιεργητικές πρακτικές που εφαρμόζονται εδώ και γενιές. Αυτό τόνισε ο γεωπόνος Δρ. Ηλίας Κάλφας, επικεφαλής του Innovation Hub της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, παρουσιάζοντας τη γεωπονική διάσταση της μελέτης για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελαιοκαλλιέργεια της Μεσσηνίας.
Ο κ. Κάλφας επισήμανε ότι το ελαιόδεντρο δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά αποτελεί μέρος ενός σύνθετου οικοσυστήματος στο οποίο συμμετέχουν έντομα, μύκητες και άλλοι οργανισμοί. Η άνοδος της θερμοκρασίας και οι μεταβολές των κλιματικών συνθηκών επηρεάζουν διαφορετικά κάθε οργανισμό, γεγονός που καθιστά δύσκολη την πρόβλεψη της νέας ισορροπίας που θα διαμορφωθεί στους ελαιώνες.
Όπως ανέφερε, μέχρι σήμερα οι παραγωγοί γνώριζαν με σχετική βεβαιότητα τα στάδια ανάπτυξης της καλλιέργειας, τις απαιτούμενες εργασίες και τους βασικούς εχθρούς και ασθένειες της ελιάς. Η κλιματική αλλαγή, όμως, ανατρέπει σταδιακά αυτές τις βεβαιότητες, με αποτέλεσμα η γνώση των προηγούμενων γενεών να μην επαρκεί πλέον για τις νέες συνθήκες. «Θα πρέπει να μάθουμε γρήγορα», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της ανθεκτικότητας της καλλιέργειας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Μεσσηνία δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέξει ανάμεσα στον τουρισμό και τη γεωργία ως προς τη χρήση των υδάτινων πόρων, καθώς και οι δύο δραστηριότητες αποτελούν βασικούς πυλώνες της τοπικής οικονομίας. Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε αναγκαία την υλοποίηση έργων υποδομής που θα επιτρέψουν τη συγκράτηση και αποθήκευση του νερού των χειμερινών βροχοπτώσεων.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η πρωιμότερη ωρίμανση του καρπού και οι υψηλότερες θερμοκρασίες κατά την περίοδο της συγκομιδής ενδέχεται να αυξήσουν τους κινδύνους οξείδωσης του ελαιοκάρπου, επηρεάζοντας αρνητικά την ποιότητα του ελαιολάδου. Αυτό, όπως εξήγησε, θα απαιτήσει ταχύτερη μεταφορά του καρπού στα ελαιοτριβεία και πιθανώς επενδύσεις σε εγκαταστάσεις μεγαλύτερης δυναμικότητας ώστε να επεξεργάζονται μεγαλύτερες ποσότητες σε μικρότερο χρονικό διάστημα.
Ο κ. Κάλφας αναφέρθηκε επίσης στην έλλειψη εργατικών χεριών, εκτιμώντας ότι το πρόβλημα ενδέχεται να γίνει εντονότερο καθώς η συγκομιδή θα μετατοπίζεται χρονικά σε περιόδους που συμπίπτουν με την κορύφωση της τουριστικής δραστηριότητας.
Ως μέτρα προσαρμογής πρότεινε, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της οργανικής ουσίας στα εδάφη για μεγαλύτερη συγκράτηση νερού, την εφαρμογή σύγχρονων και ευφυών συστημάτων άρδευσης, καθώς και την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και δεδομένων πεδίου για τη λήψη καλύτερων αποφάσεων από τους παραγωγούς.
Κλείνοντας, κάλεσε παραγωγούς και φορείς να συμμετάσχουν στις δράσεις του KM Living Lab, το οποίο δημιουργήθηκε από την Αμερικανική Γεωργική Σχολή και το Ίδρυμα Καπετάν Βασίλη και Κάρμεν Κωνσταντακόπουλου με στόχο την αναζήτηση πρακτικών λύσεων για την προσαρμογή της γεωργίας στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Ο βουλευτής Περικλής Μαντάς δήλωσε ότι η ελαιοκαλλιέργεια έχει μέλλον στη Μεσσηνία, αρκεί να υπάρξει γρήγορη δράση και συνεργασία επιστημόνων, πολιτείας και παραγωγών. Γνωστοποίησε μάλιστα ότι κατέθεσε ήδη τη συγκεκριμένη μελέτη στη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής, ώστε τα βασικά της σημεία να συμπεριληφθούν στο τελικό πόρισμα για τον πρωτογενή τομέα.
Ο αντιπεριφερειάρχης Μεσσηνίας Στάθης Αναστασόπουλος τόνισε ότι η Περιφέρεια Πελοποννήσου παράγει το 44% της εθνικής παραγωγής ελαιολάδου, με τη Μεσσηνία να κατέχει την πρωτιά. Ανέφερε τις πρωτοβουλίες της περιφέρειας για την άρδευση, όπως οι προτάσεις στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την αναβάθμιση του ΓΟΕΒ Παμίσου, τη νέα λιμνοδεξαμενή στο Τρίκορφο και τη μελέτη για τις κρατικές γεωτρήσεις. Παράλληλα, ανακοίνωσε τη δημιουργία Παρατηρητηρίου Κλιματικής Αλλαγής στο Διοικητήριο Καλαμάτας για τη συλλογή και διάθεση δεδομένων στους παραγωγούς.
Ο εκπρόσωπος του δημάρχου Καλαμάτας αντιδήμαρχος Γιώργος Φάβας επισήμανε ότι η μελέτη έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τη διατήρηση της ποιότητας και της ποσότητας του ελαιολάδου. Ανέφερε ότι ο δήμος αναπτύσσει εφαρμογές ευφυούς γεωργίας για την προειδοποίηση των αγροτών και τόνισε το μεγάλο πρόβλημα της δημογραφικής γήρανσης της υπαίθρου.
Ο εκπρόσωπος του δήμου Μεσσήνης, αντιδήμαρχος Ηλίας Γεωργόπουλος και ο εκπρόσωπος του δήμου Πύλου-Νέστορος αντιδήμαρχος Χαράλαμπος Καλύβας, εστιάσαν στην αγωνία του αγροτικού κόσμου για τις καταστροφές από τα ακραία φαινόμενα και έθεσαν το ερώτημα από πού πρέπει να ξεκινήσουν τα πρακτικά μέτρα αντιμετώπισης.
Ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Μεσσηνίας Βαγγέλης Ξυγκώρος τόνισε τη σημασία της μεταφοράς της ακαδημαϊκής γνώσης στην πραγματική οικονομία, με στόχο ένα βιώσιμο μοντέλο παραγωγής που θα ενισχύσει το εισόδημα των αγροτών και θα κρατήσει ζωντανά τα χωριά της περιοχής.
Ο διευθυντής της Ένωσης Μεσσηνίας Γιάννης Πάζιος ανέφερε ότι η μελέτη αποτελεί έναν οδικό χάρτη για το μέλλον του μεσσηνιακού ελαιώνα. Επισήμανε ότι η συζήτηση συμπίπτει με τη διαπραγμάτευση για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) και τις αλλαγές στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, υπογραμμίζοντας την ανάγκη στοχευμένων δράσεων για την ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα.
Ο κοσμήτορας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Δημήτρης Πετρόπουλος σημείωσε ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης αποτελεί ευθύνη της πολιτείας για την υλοποίηση υποδομών. Υπογράμμισε το έλλειμμα της χώρας στη θεσμοθετημένη γεωργική εκπαίδευση και αναφέρθηκε στη μεγάλη οικονομική δυναμική του αγροτικού κλάδου, σημειώνοντας τον ισχυρό πολλαπλασιαστή του στην οικονομία.
Ο υπεύθυνος Αγροδιατροφικών Δράσεων του Ιδρύματος Καπετάν Βασίλη και Κάρμεν Κωνσταντακόπουλου Κώστας Τσορώνης ανακοίνωσε την ενίσχυση της συνεργασίας με το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου για τη λειτουργία του Γεωργικού Σχολείου, το οποίο θα απευθύνεται αποκλειστικά σε επαγγελματίες αγρότες με σκοπό την εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες.
Η διευθύντρια της ΔΑΟΚ Μεσσηνίας Ευσταθία Γεωργακοπούλου επισήμανε ότι η πολιτεία οφείλει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στον πρωτογενή τομέα, ενώ ανέφερε ότι πέρα από το νερό υπάρχουν καθημερινές πρακτικές, όπως το σωστό κλάδεμα και η λίπανση, που μπορούν να βοηθήσουν τους παραγωγούς.
Ο τέως διευθυντής της ΔΑΟΚ Τριφυλίας Αντώνης Παρασκευόπουλος κατέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία, αναφέροντας ότι στη Δυτική Μεσσηνία η ετήσια βροχόπτωση έφτασε πέρυσι τα 1.400 χιλιοστά, ενώ ο μέσος όρος της τελευταίας οκταετίας είναι 880 χιλιοστά. Τόνισε ότι η ελιά χρειάζεται 240-260 χιλιοστά βροχής ετησίως, επομένως το πρόβλημα εστιάζεται στον στρατηγικό σχεδιασμό και την ορθολογική διαχείριση. Προτάθηκε η εφαρμογή της «ελλειμματικής άρδευσης» στα κρίσιμα στάδια (άνθηση, καρπόδεση, ανάπτυξη καρπού), η οποία μπορεί να μειώσει στο μισό το απαιτούμενο νερό. Ζήτησε επίσης τη μελέτη των εγχώριων ποικιλιών (Κορωνέικη, Μαυρολιά, Αθηνολιά) ως προς την ανθεκτικότητά τους στην ξηρασία, ώστε να μην αλλοιωθεί το προφίλ του μεσσηνιακού ελαιολάδου.
Τέλος, ο πρόεδρος των Ελαιοτριβέων Μεσσηνίας Γιάννης Ηλιάδης εξέφρασε την έντονη ανησυχία του κλάδου για το δημογραφικό πρόβλημα, την έλλειψη εργατικών χεριών και την αστάθεια των τιμών, παράγοντες που εντείνουν την αβεβαιότητα για το μέλλον του Μεσσηνιακού Ελαιώνα.
