Η Βενετία που είχε σαφώς εμπορικούς προσανατολισμούς, είχε και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα λιμάνια της Μεθώνης και της Κορώνης, που ήταν ιδανικοί ενδιάμεσοι σταθμοί ανεφοδιασμού στα ταξίδια για και από την Ανατολή. Οι Φράγκοι, κλασικοί εκφραστές της φεουδαρχίας, που είχαν ενδιαφέρον για τα αγροτικά εισοδήματα αλλά και για χώρους αποικισμού, προτίμησαν την πλούσια και εύφορη ενδοχώρα, με υποτέλεια στη Βενετία. Βέβαια τα όρια των κτήσεων ήταν ελαστικά και γίνονταν χαλαρότερα όσο περνούσε ο καιρός και αποδυναμωνόταν το πριγκιπάτο. Στο τέλος, δεν υπήρχαν ουσιαστικά σύνορα για Φράγκους και Βενετούς, παρά μόνο μικρές φράγκικες νησίδες ανάμεσα στις κτήσεις της Βενετίας ή του βυζαντινού δεσποτάτου του Μυστρά. Ο Μοριάς είχε γίνει ένα πολυεθνικό κρατίδιο, κυρίως για διάφορα ξένα συμφέροντα.
Η ολοκλήρωση της φράγκικης κατάκτησης του Μοριά έγινε με την κατάληψη των οχυρώσεων του Ακροκόρινθου, που έπαιζαν σημαντικό αμυντικό ρόλο αφού διασφάλιζαν τη χερσαία είσοδο στον Μοριά. Ο χωροδεσπότης του Άργους Λέων Σγουρός είχε πεθάνει το 1208 κάτω από συνθήκες που ο θρύλος θέλει να ήταν ηρωικές. Απελπισμένος από τη σφιχτή πολιορκία, έπεσε έφιππος από τον βράχο του Ακροκόρινθου, πριν από τη διαφαινόμενη απώλεια του οχυρού. Τότε τις τύχες του ανέλαβε ο δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Δούκας με φρούραρχο τον αδελφό του Θεόδωρο. Η σχεδόν εξάχρονη σθεναρή αντίσταση στον Ακροκόρινθο έληξε το 1210, μετά από συμφωνία του Μιχαήλ με τους Φράγκους. Ο αδελφός του Λέοντα Σγουρού. Γαβριήλ, συνέχιζε να αμύνεται στο Ναύπλιο. Μετά τη συμφωνία στη Σαπιέντζα τον Ιούνιο του 1209, ο Geoffroy I de Villehardouin πήρε ως αντάλλαγμα από τους Βενετούς για την παραχώρηση σε αυτούς της Μεθώνης και της Κορώνης, τέσσερα πλοία. Αυτά χρησίμευσαν στην πολιορκία και τον θαλάσσιο αποκλεισμό του Ναυπλίου το καλοκαίρι του 1210 από τους Φράγκους. Το Ναύπλιο έπεσε το επόμενο καλοκαίρι (1211). Τελευταίο από τα κάστρα του Σγουρού έπεσε στις αρχές του 1212 το Άργος, όπου είχε καταφύγει, μετά την πτώση της Κορίνθου και ο φρούραρχός της Θεόδωρος Δούκας που είχε μαζί του και τον θησαυρό της Εκκλησίας της Κορίνθου. Ο θησαυρός πέρασε στους Φράγκους ηγεμόνες και η πτώση του οχυρού του Άργους σήμανε ουσιαστικά την έναρξη της φραγκοκρατίας στον Μοριά. Τότε, εκτός από τη Λακωνία και την Τσακωνιά, όλος ο υπόλοιπος Μοριάς πέρασε στα χέρια των Λατίνων. Έτσι ολοκληρώθηκαν τα σχέδια των Φράγκων για τη δημιουργία του πριγκιπάτου. Ο Ακροκόρινθος λόγω της στρατηγικής θέσης του έγινε μαζί με την Ανδραβίδα και την Καλαμάτα, έδρα των Villehardouin. Τότε αφού προστέθηκε μεγάλο τμήμα στα τείχη του και οχυρώθηκε η βορειοανατολική πλευρά του κεντρικού περιβόλου με νέες επάλξεις και οχυρώσεις, έγινε το προπύργιο των Φράγκων του πριγκιπάτου κατά των διαφόρων εισβολέων. Το Άργος και το Ναύπλιο παραχωρήθηκαν ως φέουδο, από τον πρίγκιπα της Αχαΐας Geoffroy I de Villehardouin στον «Μεγάλο Κύρη» της Αθήνας Otto de la Roche, για τη σημαντική βοήθειά του στη μακρόχρονη πολιορκία του Ακροκόρινθου.
Αναγνωρισμένος πια, ο Geoffroy I de Villehardouin ανακήρυξε πρωτεύουσα του πριγκιπάτου την Ανδραβίδα και προσπάθησε να οργανώσει καλά το βασίλειό του. Στην πρώτη συνέλευση των Φράγκων ευγενών που είχε γίνει νωρίτερα (1207) εκεί, ο πρώτος πρίγκιπας του φράγκικου κρατιδίου Guillaume de Champlitte, του είχε παραχωρήσει με χρυσό δαχτυλίδι μάλιστα, τις επαρχίες της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας) και της Καλαμάτας. Αυτές τις περιοχές ο Villehardouin τις κράτησε για την οικογένειά του και χώρισε τον υπόλοιπο Μοριά σε ακόμα ένδεκα μεγάλα φέουδα ή βαρονίες και σε μικρότερα φέουδα για επτά εκκλησιαστικά και τρία στρατιωτικά τάγματα.
Οι 12 μεγάλες βαρονίες και οι πρώτοι φεουδάρχες τους στο πριγκιπάτο είχαν ως εξής:
· Άκοβας (Matagrifon) στην επαρχία Γορτυνίας, δόθηκε στον Gautier I de Rosieres.
· Νικλίου (Nicle) στην Αρκαδία, δόθηκε στον Guillaume I de Morlay
· Καρύταινας (Caraintaine), δόθηκε στον φιλόδοξο Hughes de Bruyeres
· Πάτρας (Patras), δόθηκε στον Gautier Aleman
· Γερακιού (Gierachy), δόθηκε στον Guy de Nivelet
· Βελιγοστής και Δαμαλά (Veligourt et le Damalet), δόθηκε στον Mathieu I de Walincourt de Mons
· Χαλανδρίτσας (Calandrice), δόθηκε στον Robert de Tremolay
· Γρίτσενας (Grite), δόθηκε στους Charpigny και στους de Tournay*
· Πασσαβά (Passavant), δόθηκε στον Jean I de Neuilly
· Καλαβρύτων (Colovrate), δόθηκε στον Othe I de Tournay
· Βοστίτσας (Vostice), δόθηκε στον Hughes I de Lille de Charpigny
· Καλαμάτας και Αρκαδιάς (Calemate et Arcadie), κρατήθηκε από τον πρίγκιπα της Αχαΐας, Geoffroy I de Villehardouin.
* Η βαρονία της Γρίτσενας πέρασε αργότερα στη δικαιοδοσία της βαρονίας της Βοστίτσας.
Μικρά φέουδα πήραν τα ιεροπολεμικά τάγματα των Τευτόνων, των Ναϊτών και των ιπποτών αδελφών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ. Απλά μικρά τιμάρια (φέουδα) είχαν δοθεί σε ιππότες και βαθμοφόρους του πεζικού (bannerettes-σημαιοφόρους ή φλαμουριάρους), αλλά και σε στρατιώτες (esquires-σεργέντες) ή ιππείς (καβαλλάρους) καθώς και σε Έλληνες που συνεργάστηκαν με τους Φράγκους κατακτητές. Όλοι οι υποτελείς (vassals) έπρεπε να στρατεύονται για τουλάχιστον δώδεκα μήνες. Όσοι μάλιστα κατείχαν τέσσερα φέουδα, οι bannerettes, όφειλαν να στρατεύονται αλλά και να συντηρούν δώδεκα esquires και έναν ιππέα που υπηρετούσαν κάτω από τη σημαία τους. Αυτοί που είχαν λιγότερα από τέσσερα φέουδα όριζαν για στρατολόγηση αλλά και συντηρούσαν δυο esquires ή έναν ιππότη για κάθε φέουδο. Έτσι οι κατακτητές Φράγκοι, λιγότεροι από τους άμαθους σε πόλεμο Έλληνες, με τη στρατιωτική οργάνωσή τους ήταν πάντα ισχυροί και ετοιμοπόλεμοι. Αυτή ήταν η βάση της κυριαρχίας τους αλλά και η αιτία του μίσους που αναπτύχθηκε με τον καιρό από τους καταπιεζόμενους Έλληνες για τους κατακτητές τους.
Μέσα στη γενική σύγχυση και εκτός από την πολυετή προσπάθεια για την καθυπόταξη του Λέοντα Σγουρού στον Ακροκόρινθο, από την άνοιξη του 1205 οι Φράγκοι στη διάρκεια της κατάκτησης του Μοριά δεν βρήκαν άλλη σοβαρή αντίσταση, εκτός ίσως από τη μάχη στον «ελαιώνα του Κούνδουρου», το 1207. Εκεί, στους πρόποδες της ακρόπολης της αρχαίας Θουρίας, πέντε ως έξι χιλιάδες Έλληνες και λίγοι Μελιγγοί, δηλαδή Σλάβοι από τον Ζυγό του Ταϋγέτου, υπό τον άλλο ανεξαρτητοποιημένο χωροδεσπότη της Σπάρτης Λέοντα Χαμάρετο, αντιστάθηκαν στους σιδερόφρακτους Φράγκους. Όμως, ακόμα και η καθυστερημένη βοήθεια του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄Δούκα, δεν στάθηκε ικανή να περιορίσει τη συντριβή. Άλλη μια εστία αντίστασης ήταν το Αράκλοβο του Βυζαντινού άρχοντα Δοξαπατρή Βουτσαρά στα Σκορτά. Ο Δοξαπατρής έβγαινε συχνά από το απόκρημνο κάστρο του και με επιδρομές σκότωνε πολλούς Φράγκους. Το χαρακτηριστικό όπλο του ήταν ένα βαρύ σιδερένιο ρόπαλο, που είχε γίνει το φόβητρο των Φράγκων. Όμως και το κάστρο του Δοξαπατρή στο Αράκλοβο έπεσε και ότι έμεινε από αυτόν, ήταν η ανάμνηση της γενναιότητάς του. Από τότε, το όνομα Βουτσαράς έγινε βαφτιστικό για πολλά παιδιά των ντόπιων στα Σκορτά. Μετά την πτώση του κάστρου αλλά και του πατέρα της, η Μαρία Δοξαπατρή προτίμησε να γκρεμιστεί από το απόκρημνο κάστρο της, παρά να βρεθεί στα χέρια των Φράγκων.
Σε μερικές περιπτώσεις, οι Φράγκοι έγιναν δεκτοί ως απελευθερωτές αφού ο πληθυσμός, που υπέφερε σοβαρά από τη σκληρή διοίκηση και τη φορολογία των Βυζαντινών αλλά και των ισχυρών τοπικών οικογενειών, πείστηκε εύκολα στα λόγια του πονηρού διπλωμάτη Geoffroy I de Villehardouin. Αυτός, για να εξασφαλίσει την εύνοια των κατοίκων, υποσχέθηκε να μη θίξει την ιδιοκτησία γης, τη φορολόγηση αλλά και το θρήσκευμα των Ελλήνων.
Το Βυζάντιο είχε βυθιστεί σε μια τρομερή κοινωνική και οικονομική κρίση, που άλλωστε οδήγησε στην εύκολη κατάκτηση ακόμα και της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους «προσκυνητές» των Αγίων Τόπων. Από την εποχή των Κομνηνών που επικράτησε ένα καθεστώς στρατιωτικής αριστοκρατίας, θεσπίσθηκε, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ένα καθεστώς φεουδαρχίας, οι «πρόνοιες». Η παλιότερη περιφερειακή στρατιωτική αριστοκρατία, κυνηγώντας πλέον τα προσωπικά οφέλη στην ιδιοκτησία γης, ξέφυγε από την πατριωτική αποστολή της. Έτσι ισχυροποιήθηκε η κοινωνία των «ισχυρών» με μεγάλο κλήρο γης καθώς και οι μοναστηριακές ιδιοκτησίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εξαθλίωση των μικροϊδιοκτητών, που μέχρι τότε πάνω τους στηριζόταν η βυζαντινή οικονομία.
Οι «πρόνοιες», δηλαδή τα βυζαντινού τύπου φέουδα, ως ανταπόδοση της στρατιωτικής υπηρεσίας του εκάστοτε γαιοκτήμονα, μετατράπηκαν από προσωπικές και ισόβιες ιδιοκτησίες των «προνοιάρων», σε κληρονομούμενες εκτάσεις γης. Έτσι άνοιγε η ψαλίδα μεταξύ των μικροκαλλιεργητών και των «ισχυρών», πράγμα που μαζί με τη δυσβάστακτη φορολογία, οδήγησε σε μαρασμό και εξαθλίωση των αγροτικών πληθυσμών. Τα προνόμια που είχαν κατά καιρούς παραχωρηθεί με χρυσόβουλα στις ιταλικές πόλεις και κυρίως στη Βενετία, έκαναν ακόμα πιο δύσκολη την κατάσταση, αφού η υπεροψία αλλά και η υπεροχή των σχεδόν αδασμολόγητων Λατίνων εμπόρων στον ανταγωνισμό, έφερε τη φτώχεια και στους άλλοτε εύπορους Έλληνες εμπόρους. Φυσικά λοιπόν μέσα σ’ αυτό το κλίμα, αμβλύνθηκε και η πατριωτική ιδεολογία και φιλοπατρία των Ελλήνων που μέχρι τότε στήριζαν ουσιαστικά την εδαφική ακεραιότητα και την ενότητα της Βυζαντινής ή καλύτερα της «ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας».
Έτσι η υποδοχή που έγινε στους σιδερόφρακτους Φράγκους ιππότες, στην Ανδραβίδα τον Μάιο του 1205, με πομπές και εικονίσματα από τον ορθόδοξο κλήρο, είναι χαρακτηριστική της πλάνης και της ευπιστίας των Ελλήνων. Γρήγορα όμως, η εφαρμογή του γαλλικού φεουδαρχικού συστήματος διακυβέρνησης, όξυνε ακόμα περισσότερο τις κοινωνικές αντιθέσεις και έφερε μεταβολές και στην ελληνική κοινωνία. Οι Έλληνες άρχοντες ενσωματώθηκαν στη δυτική φεουδαρχική ιεραρχία και αποτέλεσαν κλειστή κοινωνική ομάδα της τοπικής αριστοκρατίας, ενώ οι υπόλοιποι, χωρικοί κυρίως, έγιναν οι villani που ανήκαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των φεουδαρχών. Έτσι ενώ οι Φράγκοι υποσχέθηκαν να διατηρήσουν «τα συνήθεια και το νόμο των Ρωμαίων», η κοινωνική δομή στον Μοριά σαφώς άλλαξε.
Όμως για τον Έλληνα η μακροχρόνια περίοδος της φραγκοκρατίας δεν άφησε τα ίχνη της στη γλώσσα, τη θρησκεία αλλά και τις τοπικές παραδόσεις. Οι Έλληνες villani αντιμετώπισαν τους Φράγκους ως κατακτητές…που «το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους». Κυρίως η ελληνοφραγκική συμβίωση, που ήταν ευρύτερη στα χρόνια των Villehardouin, αφορούσε τις τάξεις της τοπικής αριστοκρατίας και πολύ λιγότερο τον λαό, που παρακολουθούσε απαθής ή και φοβισμένος τις διαμάχες τους για την κυριαρχία στον Μοριά.
Η επίσημη ονομασία της κατάκτησης ήταν ‘principatus Achaïe’, αλλά στη λαϊκή γλώσσα επικράτησε το ‘de la Morée’. Το πριγκιπάτο και οι πρίγκιπες της Αχαΐας, ήταν αρχικά υποτελείς και στη λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Έτσι ο πλήρης τίτλος απένειμε ο αυτοκράτορας Henri d’Hainaut στον Villehardouin ήταν: ‘Goffridus de Villa Harduini princeps Achaie totiusque Romanie sensscallus’.
Δώδεκα πόλεις είχαν αφεθεί ελεύθερες, με συμφωνία για τη διατήρηση των δικαιωμάτων τους και την αυτοδιοίκησή τους. Κάτω από τη φράγκικη αριστοκρατία και κατοχή, οι κάτοικοι πλήρωναν φόρο υποτέλειας, υπηρετούσαν στρατιωτική θητεία ενώ τα φράγκικα στρατεύματα ακολουθούσαν μισθοφόροι αλλά και διάφοροι επαγγελματίες και έμποροι που αργότερα έγιναν αστοί (bourgeois).
Ο Geoffroy I de Villehardouin ήταν ουσιαστικά ο πρώτος πρίγκιπας της Αχαΐας αφού ο τυπικά πρώτος πρίγκιπας Guillaume de Champlitte είχε πεθάνει λίγο μετά την κατάκτηση το 1208, στην Champagne. Ο Geoffroy I έχτισε στα πιο στρατηγικά σημεία, καστρόπυργους για τους στρατιώτες του, κοντά στα κάστρα που έχτιζαν οι ισχυροί βαρόνοι. Έτσι μπορούσε να ελέγχει αλλά και να καταστέλλει κάθε πρόθεση ανεξαρτητοποίησης των τοπικών αρχόντων. Μια ισχυρή δημόσια διοίκηση και εξαιρετικά αυστηρή δικαιοσύνη, οργάνωσαν το πριγκιπάτο και ο Μοριάς έζησε σε ασφάλεια και σχετική ελευθερία, στη σκιά βέβαια των Φράγκων, μέχρι το 1278, όταν εξέλιπαν οι Villehardouin και η διοίκηση άρχισε να ασκείται μέσω αντιπροσώπων (βάιλων) διαφόρων ευγενών οίκων της Δύσης. Με λίγες αναλαμπές χρηστής διοίκησης και αφού ταυτόχρονα μεγάλωνε και το ελληνικό δεσποτάτο, η φράγκικη κατάκτηση ουσιαστικά κατέρρευσε γύρω στο 1390, αφού τότε η διεθνής θέση της Γαλλίας ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να υποστηρίζει και να διατηρεί το μακρινό γι’ αυτήν πριγκιπάτο. Τυπικά όμως το τέλος της φραγκοκρατίας τοποθετείται περίπου στο 1430, όταν και εξέλιπαν ακόμα και οι μικροί Φράγκοι φεουδάρχες από τον Μοριά.
Όμως τόσο καλή και αγαθή ήταν η διοίκηση και η δικαιοσύνη των Φράγκων, που τόσο ο πάπας Ιωάννης–Παύλος Β΄ στην επίσκεψή του στην Αθήνα, τον Μάιο του 2001 όσο και ο πάπας Φραγκίσκος στη συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στους Αγίους Τόπους τον Μάιο του 2014, αναγκάστηκαν κατά κάποιο τρόπο, να ζητήσουν συγγνώμη και κατανόηση για τα δεινά που έφερε η φραγκοκρατία στους Ορθόδοξους.
Η παπική μεταμέλεια και συγγνώμη εκδηλώθηκε και έμπρακτα, όταν στις 27 Νοεμβρίου του 2004 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επέστρεψε από το Βατικανό φέρνοντας μαζί του ξανά στην Κωνσταντινούπολη τα λείψανα των Αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Τα λείψανα είχαν «αρπάξει» οι Λατίνοι σταυροφόροι από τον Ναό των Αγίων Αποστόλων κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από αυτούς, το 1204. Εξαιρετικά χαρακτηριστικό του μίσους και του πάθους που αναπτύχθηκε στη φραγκοκρατία μεταξύ των κατακτητών Φράγκων και των Ελλήνων, είναι το όνομα του οχυρού της βαρονίας της Άκοβας. Ο Gautier de Rosieres ονόμασε το κάστρο του, Mata griffon. Ετυμολογικά η ονομασία προέρχεται από το ρήμα mater (=σκοτώνω) και το ουσιαστικό Griffon που ήταν ο Μεσαιωνικός τύπος του Grec. Έτσι η ονομασία του κάστρου γινόταν και στρατιωτική διαταγή: Mata griffon (= σκότωσε τον Γραικό!).
Σύμφωνα με τον κώδικα της διοικήσεως (registre) διοικητές και προϊστάμενοι βαρόνοι ορίστηκαν Φράγκοι ευγενείς. Αυτοί ήταν οι bers de terre ή «αυθέντες ευγενικοί» του «χρονικού του Μορέως» μαζί με τους επίσης ευγενείς υποτελείς τους (ligii) αποτελούσαν την «υψηλή κούρτη» (haute court) ή τον «παρλαμά» (parlement), ένα είδος τοπικής βουλής που εκτός του συμβουλευτικού της ρόλου, είχε και δικαιοδοσίες δικαστηρίου για φεουδαλικά μόνο ζητήματα. Η κάτω βουλή (court de la borgesie), που και αυτή την αποτελούσαν Φράγκοι ευγενείς, είχε στην αποστολή της και την εκδίκαση των διαφορών των αστών, πολιτών της βαρονίας.
Ανώτατος δικαστής του πριγκιπάτου ορίστηκε ο βαρόνος του Πασσαβά Jean I de Neuilly. Το φεουδαρχικό δίκαιο, που καθόριζε τις δικαιοδοσίες των φεουδαρχών, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους και την τύχη των φέουδων και των villani, οργανώθηκε στα γαλλικά πρότυπα του ποινικού κώδικα της Ιερουσαλήμ (assises de Jerusalem) που καθιερώθηκε ως ποινικός κώδικας του πριγκιπάτου και έμεινε γνωστό ως «οι Ασσίζες της Ρωμανίας».
Μια αναλυτική προσέγγιση των εποχών αλλά και των προσώπων της Φραγκοκρατίας, μπορεί να φωτίσει πολλές σκοτεινές περιόδους της. Η πληθώρα των ονομάτων αλλά και των χρονολογιών μπορεί να αναδείξει, έστω και αδρά, τους «οίκους των Φράγκων ευγενών» που κυβέρνησαν τον Μοριά άμεσα ή και μέσω αντιπροσώπων (βάιλων).
