«Το ύψος του ανθρώπου ξεκινά από τα πόδια
και φτάνει μέχρι το κεφάλι.
Από εκεί και πάνω ξεκινάει το ανάστημά του».
«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» του Αργύρη Χιόνη
Τον βλέπεις στημένο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Εκεί, μπροστά στον πέτρινο τοίχο της Καισαριανής, καμαρωτό μ’ αγέρωχο βλέμμα να ατενίζει ψηλά το άπειρο, έτοιμος να το συναντήσει σε λίγο. Όρθιος, ευθυτενής, ένας από τους διακόσιους, η παρουσία του σαρκάζει τους κατακτητές. Το μπόι του ξεδιπλώθηκε μπροστά τους και το ανάστημά του βάλθηκε να ξεπεράσει τα ουράνια. Ένας Γερμανός λοχίας στο πλάι, παίζει με τη φωτογραφική μηχανή του. Παρά τις απαγορεύσεις και τις εντολές να μην υπάρχουν τεκμήρια της δολοφονικής δράσης τους, αυτός θα «τραβήξει» φωτογραφίες της σφαγής, θα καταγράψει τις ψυχρές δολοφονίες, απλά για το αρχείο του. Μπορεί και από διαστροφή.
Το προηγούμενο βράδυ, ξημερώνοντας η Πρωτομαγιά, οι διακόσιοι μελλοθάνατοι κρατούμενοι στο Χαϊδάρι, αφού άκουσαν τα ονόματά τους και «σιγούρεψαν» τη θέση τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έκαναν κάτι αδιανόητο, κάτι υπερβατικό. Έστησαν χορό, εκεί στον χώρο κράτησης, στον προθάλαμο του θανάτου. Και οι διακόσιοι. Περήφανος χορός, πυρρίχιος, βγαλμένος από αρχαία τραγωδία.
Στους περισσότερους από αυτούς, είχαν στερήσει την ελευθερία τους από το 1936, από τη μεταξική δικτατορία. Τους είχαν εκτοπίσει στην Ακροναυπλία, στην Κέρκυρα και σε μικρά νησιά του Αιγαίου. Μετά τη συνθηκολόγηση, τον Απρίλιο του 1941, η κατοχική κυβέρνηση παρέδωσε εξακόσιους κρατούμενους της Ακροναυπλίας στους κατακτητές. Διακόσιοι από αυτούς στάλθηκαν στην Κατούνα, στη Βόνιτσα και στο Λαζαρέτο και Κέρκυρας. Τριακόσιοι κατέληξαν στη Λάρισα και τα Τρίκαλα. Από το στρατόπεδο της Λάρισας εκτελέστηκαν πενήντα τέσσερις, στις 6 Ιουνίου του 1943. Αφού οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν, τον Σεπτέμβριο του 1943, οι κρατούμενοι από τη Λάρισα μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι. Εκεί έφεραν και κάποιους άλλους από τις φυλακές της Καλαμάτας και της Τρίπολης. Αυτοί είχαν συλληφθεί σε κοινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών κατακτητών και των προδοτών συνεργατών τους, μετά το πρώτο μπλόκο της Καλαμάτας, όταν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξόντωσαν δυο προδότες από το ένοπλο τάγμα του Βρεττάκου, σε ένα κουρείο της πόλης. Όσοι γλύτωσαν από την Παλαιοχούνη, οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι.
Στόχος των κατακτητών ήταν το ανάστημα, το μπόι των κατακτημένων, ο ίδιος ο λαός. Ήθελαν να κάμψουν το φρόνημά τους, να τους κάνουν να προσκυνήσουν. Κι όμως, οι μελλοθάνατοι στο Χαϊδάρι, χορεύουν. Χορεύουν περήφανοι και σίγουροι. Ξέρουν ότι σε λίγο έρχεται η λευτεριά. Γι’ αυτήν χορεύουν. Σίγουροι και θαρραλέοι, τη βλέπουν να ’ρχεται. Χορεύουν και τραγουδάνε, περιγελώντας τους δεσμοφύλακες και τα όπλα τους.
Με ποιά αφορμή αποφάσισαν οι Γερμανοί την εκτέλεση των διακοσίων στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944; Πώς δικαιολόγησαν το μαζικό έγκλημα;
Στις 27 Απριλίου 1944, μια διμοιρία του ΕΛΑΣ επιτέθηκε σε γερμανική φάλαγγα της 41ης μεραρχίας οχυρών, υπό τον υποστράτηγο Franz Krech, στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας. Η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Krech και τεσσάρων μελών της συνοδείας του. Την προηγούμενη ημέρα, είχε γίνει στην Κρήτη η απαγωγή του υποστράτηγου Kreipe από κοινού από τις βρετανικές Επιχειρήσεις Ειδικών Αποστολών (SOE) και τις τοπικές αντιστασιακές δυνάμεις.
Μετά το επιτυχημένο χτύπημα στους Μολάους, το συμμαχικό στρατηγείο και οι Επιχειρήσεις Ειδικών Αποστολών (SOE) με τη συνεργασία και του ΕΑΜ, διέδωσαν για λόγους προπαγάνδας αλλά και προστασίας του λαού από τα αναμενόμενα σκληρά αντίποινα, ότι ο υποστράτηγος Krech είχε εκτελεστεί από την Γκεστάπο επειδή διαφωνούσε με τις αρχές του τρίτου Ράιχ. Γι’ αυτό και κυκλοφόρησαν ένα πλαστό γράμμα του, με το οποίο δήθεν καλούσε τους Γερμανούς στρατιώτες σε λιποταξία. Σύνδεσαν μάλιστα τον Krech με τον Kreipe, ισχυριζόμενοι ότι θα συμμετείχαν στο κίνημα των αντιφρονούντων «Ελεύθερων Γερμανών».
Παρά τις προσπάθειες της Αντίστασης να θολώσει τα νερά, τα αντίποινα για το χτύπημα στους Μολάους, ήταν σκληρά. Οι Γερμανοί κατακτητές αποφάσισαν την εκτέλεση διακοσίων Ελλήνων κρατουμένων στο Χαϊδάρι αλλά και την κήρυξη της Πελοποννήσου ως ζώνης πολεμικών επιχειρήσεων. Άλλωστε είχαν υλικό. Το Χαϊδάρι ήταν το αποθετήριο των ψυχών των μελλοθανάτων. Τους είχαν εκεί για τα αντίποινα. Χαρακτηρισμένοι από τη μεταξική δικτατορία, στη συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν κομμουνιστές κι αγωνιστές, που δεν τους άφησαν, αν και το ζήτησαν, να πολεμήσουν στο μέτωπο. Στο ξέσπασμα του πολέμου, ζήτησαν να πάνε από την Ακροναυπλία στην πρώτη γραμμή για να πολεμήσουν κι αυτοί για την πατρίδα. Τους το αρνήθηκαν και λίγο αργότερα τους παρέδωσαν στους κατακτητές.
Μετά την επίθεση των ανταρτών του ΕΛΑΣ στους Μολάους, η «Καθημερινή» στις 30 Απριλίου 1944, δημοσίευσε την ανακοίνωση γερμανικών δυνάμεων κατοχής:
Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχτηκε:
Ο τυφεκισμός 200 Κομμουνιστών την 1.5.1944. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος.
Αυτή η τελευταία πρόταση στη γερμανική ανακοίνωση είναι συγκλονιστική. Οι συνεργάτες των Γερμανών που είχαν πια συγκροτήσει τα «τάγματα ασφαλείας», ονομάζονται «Έλληνες εθελονταί» και εκεί ομολογείται ένα ακόμα ατιμώρητο έγκλημα:
«…….εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς».
Μετά την απελευθέρωση και αυτοί οι φονιάδες όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά στελέχωσαν το παρακράτος που οδήγησε στις διώξεις και τον εμφύλιο.
Και σήμερα, ο άγνωστος πατριώτης της φωτογραφίας του eBay, εμφανίζεται ξανά ευθυτενής και περήφανος, «διδάσκων (κι αυτός) τους λαούς πώς οι δούλοι γίνονται Ελεύθεροι».
