Τον 12ο αιώνα, την εποχή της δυναστείας των Κομνηνών,έγινε μια προσπάθεια για την αναδιοργάνωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας.Ήταν η τελευταία περίοδος ακμής τουΒυζαντίου πουισχυροποιήθηκε οικονομικά και στρατιωτικά κερδίζοντας την αναγνώριση αλλά και τον φόβο των αντιπάλων του.Μετά τους Κομνηνούς,ακολούθησεμιακαταστροφικήεικοσαετία αποδιοργάνωσηςαπό τηδυναστεία των Αγγέλων.Όταν άρχισε η παρακμή για την πολυεθνική βυζαντινή αυτοκρατορία, η κακοδιοίκηση, η καταπίεση και η κατάρρευση των θεσμών έφεραν τον κατακερματισμό της από τους επίβουλους γείτονές της. Το θρησκευτικό σχίσμα με την «αδελφή» της δυτική αυτοκρατορία, αλλά και οι περίεργες σχέσεις με τους Ιταλούς εμπόρους απέτρεψαν κάθε βοήθεια. Έτσι στην αρχή του 13ου αιώνα, κατά τη διαφαινόμενη παρακμή του Βυζαντίου, ήρθαν απρόσκλητοι και με βεβηλωτική μανία διένειμαν τα «ιμάτια» της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας, όλοι αυτοί που με μια λέξη λέμε Λατίνοι.
Σ’ αυτή τη διανομή ο καθένας είχε τον ρόλο και τις επιδιώξεις του. Οι φεουδαρχικοί Φράγκοι αποσκοπούσαν σε μεγάλες εκτάσεις γης κυρίως για αγροτικές καλλιέργειες, ενώ η ναυτική Βενετία αλλά και οι άλλες ιταλικές πόλεις επιζητούσαν τον έλεγχο των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων για και από την ανατολή. Η διείσδυση των Ιταλών εμπόρων στη βυζαντινή οικονομία ήταν αργή και έγινε σταδιακά. Η Βενετία, ήταν υποτελής στο Βυζάντιο μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα και σύμμαχός του μέχρι το 1204, με σημαντικά κατά καιρούς προνόμια και ανταλλάγματα που είχαν παραχωρηθεί στους «φίλους και δούλους» της αυτοκρατορίας. Η ανεξαρτητοποίηση της Βενετίας συνοδεύτηκε από το χρυσόβουλλο του Βασίλειου Β΄ το 992, που παρείχε μειωμένους δασμούς στους εμπόρους της. Τα εμπορικά προνόμια που είχε από τους Βυζαντινούς, οφείλονταν στην αμφιλεγόμενη ναυτική βοήθεια που τους πρόσφερε κατά καιρούς. Όπως το 1081, όταν ο Νορμανδός άρχοντας της νότιας Ιταλίας RobertGuiscard και ο γιος του Bohemond επιτέθηκαν στο Δυρράχιο αφού πρώτα κατέλαβαν και την Κέρκυρα. Ο στόλος της Βενετίας ενώθηκε τότε με τονβυζαντινό και μαζί κατάφεραν να αποτρέψουν την κατάληψη του Δυρραχίου.
Αυτή ήταν και η πρώτη πολεμική ναυτική αναμέτρηση των Βενετών με κάποια άλλη δύναμη. Παρά τη βυζαντινο-βενετική νίκη στο Δυρράχιο, ο πόλεμος με τον Guiscard στα στενά της Αδριατικής συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό του, το 1085 και ισχυροποίησε ακόμα περισσότερο την πολεμική ικανότητα του στόλου της Βενετίας. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, σε μια κίνηση ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας για τη συμβολή της Βενετίας στον αποκλεισμό του Δυρραχίου το 1082, πρόσφερε στην ισχυρή ναυτική πόλη τον«Χρυσό Ταύρο» και με νέο χρυσόβουλλο μια καινούργια σειρά εμπορικών προνομίων στους εμπόρους της. Αυτά τα προνόμια ισχυροποιούσαν τους δεσμούς της Βενετίας με την Κωνσταντινούπολη. Ο δόγης της Βενετίας πήρε τον τίτλο του «πρωτοσεβάστου» και ο πατριάρχης αυτόν του «υπερτίμου». Οι τίτλοι συνοδεύονταν φυσικά από ανάλογα χρηματικά ποσά. Ακόμα παραχωρήθηκε στους Βενετούς μια περιοχή για να κατοικούν ελεύθεραστην Κωνσταντινούπολη. Η εξαίρεση της Βενετίας από την υποχρέωση της καταβολής εισαγωγικών δασμών και κυρίως του «κομμερκίου», ενός φόρου που υπολογιζόταν στο 10% της αξίας των εμπορευμάτων, της έδωσε ένα μεγάλο πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό της με άλλες εμπορικές δυνάμεις της Δύσης ακόμα δε και με τους Έλληνες εμπόρους. Αυτό βέβαια εξυπηρετούσε τα διαχρονικά σχέδια της Βενετίας να επιβληθεί στο ναυτικό εμπόριο της Μεσογείου με τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων της. Έτσι στη διάρκεια της Α΄ Σταυροφορίας το 1099, βοήθησαν και πάλι τους Βυζαντινούς στην υπεράσπιση της Ρόδου όταν αυτοί δέχθηκαν επίθεση από ένα τμήμα του στόλου της Πίζας. Το 1100, ο ίδιος στόλος της Βενετίας προσέτρεξε σε βοήθεια στην κατάληψης της Haifa από τον GodfreydeBouillon και ως αντάλλαγμα οι Βενετοί εξασφάλισαν και από αυτόν νέα εμπορικά προνόμια στην περιοχή από τη Jaffa μέχρι την Acre.
Οι καλές σχέσεις της Βενετίας με το Βυζάντιο άρχισαν να χειροτερεύουν τον 12ο αιώνα. Κι αυτό γιατί αφού οι Βυζαντινοί έβλεπαν να ισχυροποιούνται οι ναυτικές πόλεις της Ιταλίας, δεν θεωρούσαν σκόπιμη τη συνέχιση των προνομίων της Βενετίας. Έτσι μετά τους Βενετούς ανάλογα προνόμια έδωσαν το 1111 και σε μια άλλη ιταλική πόλη, αντίπαλο της Βενετίας, την Πίζα. Η υπόσχεση των κατοίκων της, να μην επιτεθούν ποτέ στη βυζαντινή αυτοκρατορία, προκάλεσε την έκδοση κι άλλου αυτοκρατορικού χρυσόβουλλου. Ο Αλέξιος Α΄ έδωσε και σ’ αυτούς χώρο ελλιμενισμού, κατοικίας αλλά και καταστήματα στην Κωνσταντινούπολη, ελάττωση του «κομμερκίου» από 10% στο 4% για τα εισαγόμενα προϊόντα και απαλλαγή από τους δασμούς και ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων τους μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας.
Στη συνέχεια, ο διάδοχος του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού, Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, αμέσως μετά τον θάνατο του Αλέξιου το 1118, προσπάθησε αρκετές φορές να διαγράψει τα βενετικά προνόμια. Έτσι, το 1119 αρνήθηκε να επικυρώσει το χρυσόβουλλο του 1082. Οι αντιδράσεις της Βενετίας ήταν αναμενόμενες και άρχισε να επικρατεί δυσαρέσκεια μεταξύ Βυζαντινών και Βενετών. Ακολουθώντας το ίδιο σχέδιο, με στόχο πάντα την εξασφάλιση εμπορικών προνομίων και ναυτικών δρόμων, το 1123 και πάλι ο στόλος της Βενετίας υπό την καθοδήγηση μάλιστα του δόγη DomenicoMichiel, κατάφερε να συντρίψει τον αιγυπτιακό στόλο στην Ascalon. Με αυτή τη νίκη, άρχισε να εδραιώνεται μια βενετική κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο. Σε μια επίδειξη δύναμης, ο θιγόμενος από την πειρατεία βενετικός στόλος το 1125, με επικεφαλής και πάλι τον τρόμο των πειρατών δόγη DomenicoMichiel και με κύρια αιτία την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της Βενετίας από τους Βυζαντινούς, αποβιβάστηκε στη Μεθώνη και διέλυσε σχεδόν συθέμελα το αρχαίο οχυρό σκορπίζοντας το άντρο της πειρατείας. Η λεηλασία των δυτικών παραλίων της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τον στόλο του δόγη Michiel, ανάγκασε το 1126 τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό να επικυρώσει το χρυσόβουλλο του πατέρα του αλλά και να απαλλάξει από το «κομμέρκιο» και τους Βυζαντινούς εμπόρους για τις συναλλαγές τους με τους Βενετούς. Αυτό βέβαια αύξησε τα προνόμια των Βενετών που έτσι αγόραζαν φθηνότερα και ενίσχυσε τελικά την εμπορική θέση της Βενετίας.
Παρά τη βαριά ατμόσφαιρα, το 1148 οι δυο στόλοι, ο βυζαντινός κι ο βενετικός, ενώθηκαν και πάλι για να αποκρούσουν νέες επιθέσεις των Νορμανδών σε βυζαντινές κτήσεις στο Ιόνιο και τη δυτική Ελλάδα. Αφού τα κατάφεραν ξανά, οι Νορμανδοί τράπηκαν σε φυγή για το ορμητήριό τους στην Κέρκυρα. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός, επικύρωσε τα παλιά χρυσόβουλα και συμπεριέλαβε σ’ αυτά και την Κρήτη και την Κύπρο. Τότε όμως το 1149, οι βυζαντινοί προσπαθώντας να επεκτείνουν τις σχέσεις τους και με τις άλλες ιταλικές πόλεις και να επεκταθούν στην ιταλική χερσόνησο, κατάφεραν μόνοι τους, αφού κατεδίωξαν τους Νορμανδούς να τους νικήσουν και βέβαια να τους πάρουν την Κέρκυρα. Λίγο αργότερα, το 1155, ο βυζαντινός στόλος κατέκτησε ένα τμήμα από τα παράλια της ανατολικής Ιταλίας, στην Απουλία. Η περιοχή από το Μπάρι μέχρι την Αγκώνα έγινε βυζαντινή κτήση και έτσι τότε, σε συνδυασμό με την κατάκτηση της Κέρκυρας, το Βυζάντιο μπορούσε να ελέγχει το πέρασμα από την Αδριατική στο Ιόνιο και τη Μεσόγειο. Αυτή φαίνεται ήταν και η αιτία που δημιούργησε μια νέα αφύσικη συμμαχία. Αυτή της Βενετίας και των Νορμανδών! Έτσι οι Βυζαντινοί, που δεν μπορούσαν πιανα διατηρήσουν τη μακρινή Απουλία, χωρίς την υποστήριξη της Βενετίας,αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν. Τον ίδιο χρόνο ένα νέο χρυσόβουλλο του Μανουήλ Α΄ πρόσφερε ανάλογα προνόμια και στους Γενουάτες. Μείωση από 10% σε 4% στο ‘κομμέρκιο’, αλλά και χώρος ελλιμενισμού, κατοικίας και αγοράς στην Κωνσταντινούπολη ήταν προνόμια που δόθηκαν και σ’ αυτούς όπως και στους εμπόρους της Πίζας παλιότερα.
Η συνύπαρξη τόσων διαφορετικών συμφερόντων οδήγησετη βυζαντινή αγορά σε καταστάσεις ανωμαλίας. Έτσι το 1162 Βενετοί και Πισάτες της Κωνσταντινούπολης λεηλάτησαν τη συνοικία των Γενουατών και κατάφεραν να τους εκδιώξουνμέχρι το 1169. Τότε οι Γενουάτες με νέα συνθήκη επέστρεψαν στην Πόλη.
Από αυτό το «κλίμα νευρικότητας» που επικράτησε τότε, μπορεί κανείς να καταλάβει εύκολα τη σπουδαιότητα που είχε για τη Βενετία και τους άλλους Ιταλούς, το Ιόνιο και ο ναυτικός δρόμος της ανατολής. Το 1171 όμως οι Βενετοί με απόφαση του δόγη σταμάτησαν τις εμπορικές συναλλαγές με το Βυζάντιο, αφού πρώτα δημιούργησαν νέα επεισόδια με τους Γενουάτες της Κωνσταντινούπολης. Με απόφαση του Μανουήλ Α΄ ακολούθησε διωγμός των Βενετών εμπόρων, με φυλακίσεις και δημεύσεις των περιουσιών τους, για να αποζημιωθούν οι Γενουάτες. Ως αντίποινα, ο βενετικός στόλος λεηλάτησε νησιά και παράλια του Βυζαντίου. Οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου αποκαταστάθηκαν μετά τρία χρόνια με την άνοδο στον θρόνο του Ανδρόνικου Α΄ που δέχθηκε να αποζημιώσει τους Βενετούς. Όμως το γυαλί είχε ραγίσει. Το 1182 σε μια μεγάλη εξέγερση του βυζαντινού λαού, επικράτησε η βία κατά των Δυτικών. Σφαγές, διωγμοί και κατατρεγμός όλων ανεξαιρέτως των Λατίνων μεγάλωσε το μίσος και διεύρυνε το χάσμα Βυζαντίου και Δύσης. Στα αντίποινα αυτής της σφαγής ήρθε η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και η σφαγή των κατοίκων της από τους Νορμανδούς το 1185. Τα νέα χρυσόβουλλα του 1187 και του 1198, με «συμμαχικά» προνόμια, όχι μόνο στους Βενετούς αλλά και στους Πισάτες και τους Γενουάτες, δεν στάθηκαν αρκετά για να αποτρέψουν τον όλεθρο του 1204.
Το 12ο αιώνα, κάθε χρόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι, μεγάλα καραβάνια πιστών προσκυνητών από την Ευρώπη, κατευθύνονταν σε τόπους ιερούς, όπου φυλάσσονταν λείψανα αγίων και άλλα ιερά προσκυνήματα. Οι πιστοί προσδοκούσαν να πάρουν άφεση αμαρτιών ή και να θεραπευτούν από κάποια αρρώστια. Οι τόποι που φημίζονταν ως ιεροί ήταν η Ρώμη με την έδρα του Πάπα αλλά και τους πολλούς Ναούς που διέθεταν και λείψανα Αγίων, η Κομποστέλα στη βορειοδυτική Ισπανία όπου οι θρύλοι έλεγαν ότι εκεί υπήρχε ο τάφος του Αποστόλου Ιακώβου, του Santiago των Ισπανών και βέβαια ηΙερουσαλήμ, όπου μπορούσε κανείς να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό και να επισκεφθεί τους Τόπους του Αγίου Πάθους. Αυτός ο τελευταίος δρόμος ήταν θαλάσσιος, αφού η προσέγγισή των Αγίων Τόπων από την ξηρά ήταν εξαιρετικά επίπονη και επικίνδυνη. Με τις ευλογίες και την παρότρυνση του Πάπα, η επίσκεψη στους Αγίους Τόπους ήταν έργο και στόχος ζωής για πολλούς Ευρωπαίους πιστούς. Εκατοντάδες άνθρωποι από τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Σκωτία, τη Γερμανία αλλά και την Ισπανία και τις κάτω Χώρες, συνωστίζονταν για να σαλπάρουν από το λιμάνι της Βενετίας για το ταξίδι στην Ανατολή. Μεγάλες γαλέρες σαλπάριζαν από το λιμάνι της Βενετίας για τη Zaffo (Γιάφα), περνώντας μέσα από τις Ελληνικές θάλασσες. Το δρομολόγιο ήταν συνηθισμένο: Βενετία, Ζάρα ή Ραγκούσα, Κέρκυρα, Μεθώνη ή Κορώνη, Κρήτη, Ρόδος, Γιάφα.
Ο διακαής πόθος των Βενετών για την εξασφάλιση αυτού του δρόμου, ήταν πάντα ο έλεγχος της περιοχής της «Ρωμανίας», δηλαδή των εδαφών της βυζαντινής αυτοκρατορίας στην ελληνική χερσόνησο και κυρίως στη νότια Πελοπόννησο. Το πέρασμα μεταξύ της βορειοδυτικής ακτής της Κρήτης και της Πελοποννήσου αλλά και αυτό μεταξύ της ανατολικής Κρήτης και της Ρόδου, που συνήθως ελέγχονταν από πειρατές, είχαν ιδιαίτερη σημασία για τα ταξίδια στους Αγίους Τόπους.
Η θέση της Κορώνης και της Μεθώνης ήταν πραγματικά σημαντική τόσο για τον ανεφοδιασμό αλλά και τις επισκευές των πλοίων. Φυσικά το Βυζάντιο αποτελούσε το σταυροδρόμι για τους εμπορικούς δρόμους της Ανατολής. Τα προϊόντα από τη Μαύρη θάλασσα περνούσαν από τον Βόσπορο και τα Δαρδανέλια που ελέγχονταν από την Κωνσταντινούπολη και μέσα από τις ελληνικές θάλασσες έφθαναν στη Δύση.Ανάλογη εμπορική σημασία είχαν και οι νότιες ακτές της Κρήτης, αφού έλεγχαν τον δρόμο των μπαχαρικών και κυρίως του πολύτιμου για την εποχή πιπεριού, στο πέρασμα από την Ερυθρά θάλασσα και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στα δυτικά του δέλτα του Νείλου, για τις αγορές της Δύσης.
Μέχρι την αρχή του 13ου αιώνα, η βυζαντινή αυτοκρατορία παρέμενε ισχυρή και πλούσια. Έτσι οι Βενετοί ήταν υποχρεωμένοι να συμβιώνουν με το Βυζάντιο για να ελέγχουν το πολύτιμο γι’ αυτούς θαλάσσιο εμπόριο στην ανατολική Μεσόγειο. Ο έλεγχος της Κωνσταντινούπολης όμως, έγινε ζήτημα προτεραιότητας για τη Βενετία αφού με αυτόν τον τρόπο, θα υπερίσχυε σίγουρα στην αντιπαλότητά της με τις άλλες ναυτικές ιταλικές πόλεις, δηλαδή την Πίζα και κυρίως τη Γένοβα. Έτσι το σχέδιο ολοκληρώθηκε στις 13 Απριλίου 1204, όταν οι «προσκυνητές» της Δ΄ σταυροφορίας κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Τότε φυσικά μοίρασαν τα κέρδη τους ανάλογα με τη δύναμή τους. Εκτός των άλλων, το θησαυροφυλάκιο του Αγίου Μάρκου της Βενετίας κατακλύστηκε το 1205 από πολύτιμα κειμήλια από την Κωνσταντινούπολη.
Η βυζαντινή αυτοκρατορία ουσιαστικά καταλύθηκε, με τη συμφωνία διανομής των κτήσεων της Δ΄ σταυροφορίας (partitioterrarumimperiiRomaniæ). Από αυτή τη διανομή, η Βενετία βγήκε εξαιρετικά ευνοημένη αφού εκτός των άλλων, έπαιρνε όλη τη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, από τη Μεθώνη μέχρι την Πάτρα ενώ και από την ενδοχώρα έπαιρνε ένα μεγάλο τμήμα, από τα Καλάβρυτα μέχρι Όστροβο (τοποθεσία κοντά στη Φιγαλεία). Εκτός από αυτά, σύμφωνα πάντα με την partitio, η Βενετία ως μεγάλη ναυτική δύναμη, έπαιρνε δικαιωματικά τις περιοχές των λιμανιών της Μεθώνης και της Κορώνης. Το όνειρο των Βενετών άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Τότε, ταυτόχρονα με τη φραγκοκρατία και το πριγκιπάτο της Αχαΐας, δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν για τριακόσια περίπου χρόνια, στο νοτιότερο άκρο της Μεσσηνίας, τα δυο «μάτια» της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου, της Βενετίας.Η νοτιοδυτική Μεσσηνία έγινε ισχυρός κόμβος στην ανατολική Μεσόγειο.
